Ο πολυβραβευμένος Πολωνός σκηνοθέτης Κρίστοφ Βαρλικόφσκι, που οι παραστάσεις του έχουν κατά καιρούς αποτελέσει το επίκεντρο των πιο σημαντικών διεθνών θεατρικών φεστιβάλ, αναστάτωσε τη σκηνή στην Πειραιώς 260 στην έναρξη του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου με τη νέα του θεατρική παράσταση, διάρκειας πάνω από 4 ώρες, υπό τον τίτλο «Elizabeth Costello/J. M. Coetzee: Επτά μαθήματα με πέντε παραβολές».
Η Ελίζαμπεθ Κοστέλο, αυτή η επινοημένη ηρωίδα του Νοτιοαφρικανού νομπελίστα Τζ. Μ. Κουτσί, εισβάλλει για ακόμα μια φορά από τα χέρια του Βαρλικόφσκι στη σκηνή για να γίνει ο μοχλός ενός υπαρξιακού, φιλοσοφικού και πολιτικού αναβρασμού όχι με πρόθεση να λειτουργήσει ως μια φαντασιακή περσόνα-άλλοθι για να ειπωθεί ανεξέλεγκτα το οτιδήποτε, αλλά μια επινοημένη περσόνα που θα θέτει ερωτήματα και ζητήματα όντας στη σκηνή λίγο πιο πραγματική από τους αληθινούς χαρακτήρες της ζωής, χωρίς να φοβάται ακριβώς τις λέξεις και κυρίως τον αντίκτυπο που αυτές θα έχουν.
Ενα κινούμενο φάντασμα επί σκηνής, αυτή η Ελίζαμπεθ Κοστέλο έχει στη βαλίτσα τού αριστοτεχνικά χτισμένου μέσα κόσμου της πολλά να θίξει, πολλά να αγγίξει, πολλά να βάλει στο τραπέζι. Από την κακοποίηση των ζώων μέχρι την κοινωνική αδικία και τον κοινωνικό αποκλεισμό, γινόμαστε θεατές και παραλήπτες μιας θεατρικής στιγμής που μας φέρνει αντιμέτωπους με τα ανθρώπινα δικά μας εργοστασιακά ελαττώματα.
Αρκούν όμως οι προθέσεις και οι αφετηρίες πίσω από το τελικό αποτέλεσμα για να δικαιώσουν τον δημιουργό τους; Αναμφίβολα πρόκειται για μια προσεγμένη αισθητικά σκηνική γέννα που με ένα πλήρες σκηνικό περιβάλλον, ένα ολοκληρωμένο σύμπαν με τη χρήση της κάμερας να αποτελεί κυρίαρχο εργαλείο, κάνοντας τον Βαρλικόφσκι να υποκύψει και αυτός στις σημερινές θεατρικές προσταγές όχι πάντα με επιτυχία, αφού μοιάζει να ξεχνάει, ειδικά στο πρώτο μακροσκελές μέρος, ότι η οικονομία στη χρήση των εύστοχων κατά τα άλλα ευρημάτων είναι μερικές φορές πιο σημαντική και από το ίδιο το εύρημα.
Η ηρωίδα, αν και επινοημένη, στη σκηνή έχει σάρκα και οστά, είναι στιβαρά ολοζώντανη, όμως οι σκηνές του πρώτου μέρους, ποτισμένες με μακροσκελή κείμενα που ενίοτε φλυαρούν, μερικές φορές οδηγούν σε στρατευμένα και διδακτικά θεατρικά μονοπάτια που αποκόπτονται από τις υπόλοιπες σκηνικές επιλογές της παράστασης κάπως βίαια.
Μια αριστοτεχνικά στημένη και πολλά υποσχόμενη σκηνή στο τραπέζι, για παράδειγμα, σαν υποδόριος μυστικός δείπνος με το ζήτημα της ζωοφαγίας να κυριαρχεί, καταλήγει μέσα από ένα φλύαρο και μακροσκελές μονοπάτι να μετατραπεί σε μια σεμιναριακή διδακτική θεατρική καταγγελία ολόσωστη ως προς τα περιεχόμενα, μα αποσυναισθηματικοποιημένη και υπονομευτική ως προς τον εαυτό της.
Ευτυχώς, το δεύτερο μέρος, με ό,τι συναίσθημα απουσίαζε από το μακροσκελές πρώτο, με μια μεγαλύτερη σκηνική ησυχία που ήδη μας είχε γίνει ανάγκη από τη φασαρία των ευρημάτων του πρώτου μέρους, έρχεται λίγο πιο απαλά να δώσει νόημα και σε όσα συνέβησαν στην αρχή, δικαιώνοντας την ηρωίδα, τον δημιουργό της, τον σκηνοθέτη και τις επιλογές του, παραδίδοντας εντέλει μια παράσταση που απέκτησε το νόημά της στην εκπνοή, ακριβώς εκεί στο τέλος, με τα μάτια καρφωμένα πάνω στο πρόσωπο της ηρωίδας λίγο πριν σβήσουν τα φώτα.