Πολύς λόγος γίνεται για δημοφιλείς καλλιτέχνες που κυριαρχούν στις αλγοριθμικές τάσεις, που καταρρίπτουν ψηφιακά ρεκόρ με τις περισσότερες μηνιαίες ακροάσεις
ή διάφορα ρεκόρ με παιξίματα και προβολές στα social media. Όμως το μουσικό τοπίο είναι εντελώς διαφορετικό
Στη δεκαετία του ‘80, όταν δηλαδή η κυρίαρχη ποπ και ροκ μουσική είχε φτάσει σε εμπορικό ζενίθ, τα μεγάλα ονόματα που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας κυριαρχούσαν στους καταλόγους επιτυχιών και πουλούσαν αμέτρητα αντίτυπα δίσκων. Ταυτόχρονα, όμως, υπήρχαν άφθονα μουσικά ρεύματα με χιλιάδες δημοφιλή συγκροτήματα από τον ανεξάρτητο χώρο και εναλλακτικοί καλλιτέχνες που είχαν μεγάλη απήχηση στο κοινό τους. Λίγο μετά το 2000 άρχισε η σταδιακή κατάρρευση της μουσικής βιομηχανίας, όταν η αλόγιστη πειρατεία και η κουλτούρα του «κατεβάσματος» συμπιεσμένων μουσικών αρχείων από το Διαδίκτυο σκότωσε ουσιαστικά τη σχέση των ακροατών με το φυσικό προϊόν. Το αποτέλεσμα ήταν οι εταιρείες να συρρικνωθούν, να συγχωνευτούν και τελικά να εξαφανιστούν, αφήνοντας τους καλλιτέχνες και τα γκρουπ να διανείμουν ανεξάρτητα ουσιαστικά τη δουλειά τους, μέσα από αντάρτικες πρακτικές που προκρίνανε κάποιες αμφιλεγόμενες πλατφόρμες, με πενιχρές απολαβές.
Υστερα από κάποιες απόπειρες ανασύστασης και ανασυγκρότησης του μοντέλου διανομής της μουσικής, σε μια ολοένα μεταβαλλόμενη ψηφιακή πραγματικότητα, έχουμε φτάσει τα τελευταία χρόνια σε μια εποχή που αποθεώνονται τα εξωφρενικά και αναληθοφανή ρεκόρ που δεν σημαίνουν τίποτα, όπως ότι η Taylor Swift ξεπέρασε τους Beatles στην κατηγορία παραμονής δίσκων στο top 10 των άλμπουμ, μη λαμβάνοντας υπ’ όψιν αμέτρητες κοινωνιολογικές παραμέτρους, οι πωλήσεις τραγουδιών -που μεταφράζονται σε streams και ραδιοφωνικά παιξίματα- και φυσικά ο πλουτισμός των ελάχιστων αστέρων που μονοπωλούν την ειδησεογραφία με όρους lifestyle.
Η απατηλή λάμψη του 1% των αστέρων
Τη χρησιμότητα και τον ρόλο των charts σε Αγγλία και Αμερική, που από τη δεκαετία του ‘60 μέχρι και τα τέλη του ‘90 έδειχναν τις μουσικές τάσεις (ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στο νούμερο 1 των πωλήσεων των χωρών τους ανέβαιναν από τους Radiohead μέχρι τους Rage Against The Machine), έχουν πάρει επίσημα οι λίστες Forbes που καταγράφουν τις περιουσίες των πιο πλούσιων μουσικών. Το 1 δισ. εισπράξεων της τελευταίας περιοδείας Taylor Swift, οι επιχειρηματικές συμφωνίες της Beyoncé, τα 4 δισ. παιξίματα σε streaming του Weeknd ή του Ed Sheeran, τα 14 άλμπουμ του Jay Z που πήγαν στο no1 και πάει λέγοντας. Και μετά ακολουθεί το απόλυτο σκοτάδι. Εκατοντάδες χιλιάδες συγκροτήματα, τραγουδίστριες, τραγουδιστές, μουσικοί, στιχουργοί, οργανοπαίκτες και παραγωγοί που δεν μπορούν να επιβιώσουν σε μια πραγματικότητα που η μουσική μοιράζεται σε συνδρομητικές πλατφόρμες όπως την Apple, το Tidal, την Amazon, το Youtube και κυρίως το Spotify και αποδίδουν πενταροδεκάρες που κυμαίνονται από 0,002 έως 0,011 ανά ακρόαση. Και αν είσαι ο Harry Styles ή η Billie Eilish με τα εκατομμύρια «κλικ», τότε αυτές οι αμοιβές μεταφράζονται σε ένα ποσό που δεν είναι αμελητέο. Όμως, αν παραβλέψουμε την μικρή αφρόκρεμα ονομάτων, για το 99% των καλλιτεχνών ισχύει μια άλλη πραγματικότητα: τα ποσά που εισπράττουν από τη δουλειά τους είναι αποκαρδιωτικά και η μουσική μετατρέπεται σε χόμπι για όσους τα βγάζουν πέρα με άλλη κύρια εργασία. Ας μην ξεχνάμε ότι καθημερινά στις πλατφόρμες φορτώνονται περίπου 100.000 νέα κομμάτια, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος δεν ακούγεται σχεδόν ποτέ, γιατί προέρχονται από μουσικούς που δεν υπάρχει τρόπος να βγουν στο προσκήνιο, ακόμη κι όταν το αξίζουν περισσότερο από τους δισεκατομμυριούχους της λίστας Forbes. Έτσι, οι δίσκοι τους παραμένουν εκεί για πάντα, σαν ψηφίδες σε μια μακάβρια αρχειοθέτηση.
Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μεγάλο ζήτημα με την επιστροφή του βινυλίου και μια ρομαντική στροφή στο φυσικό προϊόν, με παζάρια δίσκων και εκλεκτικά δισκοπωλεία που προσελκύουν μια κοινότητα εραστών του αναλογικού ήχου. Ωστόσο ο συνολικός τζίρος αυτής της δαπανηρής συνήθειας μετά βίας φτάνει περίπου το 10% των συνολικών εσόδων από την πώληση της μουσικής παγκοσμίως. Το υπόλοιπα έσοδα προέρχονται πρωτίστως από το online streaming μέσω κινητού και tablet και μερικώς από τη χρήση πνευματικών δικαιωμάτων.
Ευρωβουλή: Δίκαιες αμοιβές και δίκαιοι αλγόριθμοι
Ευτυχώς, ένα πρόσφατο ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου απαιτεί δικαιότερες αποζημιώσεις των καλλιτεχνών και αναθεώρηση των ποσοστών επί των αμοιβών. Με αυτό το ψήφισμα (532 υπέρ, 61 ψήφους κατά και 33 αποχές) οι ευρωβουλευτές/τριες ζητούν να αντιμετωπιστεί η ανισορροπία στην κατανομή των εσόδων από την αγορά «streaming» μουσικής, καθώς αυτή τη στιγμή η πλειονότητα των δημιουργών και ερμηνευτών λαμβάνει πολύ χαμηλή αποζημίωση. Επιπλέον, το ψήφισμα καταδικάζει τα συστήματα «payola», που αναγκάζουν τους δημιουργούς να δέχονται χαμηλότερα ή μηδενικά έσοδα με αντάλλαγμα μεγαλύτερη προβολή, και την παράνομη πρακτική της δωροδοκίας ραδιοφωνικών σταθμών για την έντονη αναπαραγωγή ενός τραγουδιού με αντάλλαγμα χαμηλότερα έσοδα από το streaming. Τέλος, επιβάλλει περιορισμούς στην αλόγιστη συμπεριφορά του αλγόριθμου που σερβίρει συγκεκριμένα ονόματα σε συγκεκριμένα κοινά.
Ο βιοπορισμός μέσω των συναυλιών και οι πλαστές επιτυχίες
Η επικρατέστερη αντίληψη για την κατάσταση των μουσικών και των συγκροτημάτων που κάνουν δισκογραφία είναι πως ζουν μέσω των συναυλιών τους. Όμως, στην πραγματικότητα, τα περισσότερα ονόματα δεν τολμούν να βγουν σε περιοδεία ή ματαιώνουν συναυλίες επειδή δεν υπάρχει περιθώριο κέρδους ακόμη κι αν πωληθούν αρκετά εισιτήρια. Ελλείψει δισκογραφικών εταιρειών και των υπηρεσιών προώθησης, management και A&R (οι υπεύθυνοι για την εξεύρεση νέων υποσχόμενων καλλιτεχνών που θα υπογράψουν συμβόλαιο) που παρείχαν, η πλειονότητα των καλλιτεχνών καλούνται από μόνοι τους να πληρώσουν τις μετακινήσεις τους, τη διαμονή σε ξενοδοχεία, τη διατροφή και όλα τα λειτουργικά έξοδα. Όταν διάσημοι καλλιτέχνες διεθνούς βεληνεκούς δεν μπορούν να βγάλουν τα έξοδα μιας μίνι τουρνέ σε λίγες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, φανταστείτε μόνο τι μοίρα μπορεί να έχουν τα εγχώρια συγκροτήματα που περιμένουν να κλείσουν έναν μικρό χώρο 100 ή 200 ατόμων ή να συμμετάσχουν στο line-up ενός καλοκαιρινού φεστιβάλ, μήπως και καταφέρουν και βρουν κάποιο κοινό.
Στις παραπάνω πρακτικές δυσκολίες ας συνυπολογίσουμε την απαράδεκτη πρακτική των ιδιοκτητών πολλών συναυλιακών χώρων να απαιτούν να κρατάνε ένα ποσοστό από τις πωλήσεις των συνοδευτικών σουβενίρ, CD και T-shirt (το λεγόμενο merchandise), που πωλείται εντός της συναυλίας - ένα έσοδο στο οποίο τα ανερχόμενα και πιο μικρά ονόματα βασίζονται και που πλέον έχει αποδυναμωθεί. Αυτή η ανταγωνιστική εξέλιξη στη μικρομεσαία αγορά των live, όπου η απήχηση των «εναλλακτικών» και «ανεξάρτητων» μουσικών επηρεάζει τη βιωσιμότητα των συναυλιακών χώρων και το αντίθετο, οι πιο μικροί χώροι σε Αγγλία κυρίως, αλλά και σε Γαλλία και Γερμανία βρίσκονται ένα βήμα πριν την πτώχευση ή, ακόμη χειρότερα, στα δίχτυα της τερατογένεσης που προέκυψε από τη σύμπραξη της Live Nation με την Ticketmaster, των δύο μεγάλων οργανισμών που ελέγχουν την ηλεκτρονική αγορά εισιτηρίων των συναυλιών.
Ενα σκληρό μονοπώλιο που σκοτώνει τις συναυλίες
Η Live Nation και η Ticketmaster από κοινού θέτουν υπό τον έλεγχό τους το ποιος θα παίξει πού και το πόσο θα αμειφθεί, καθώς ελέγχουν απόλυτα τις εκδηλώσεις, τις παραστάσεις και τη διάθεση εισιτηρίων. Ωστόσο, μια πρωτοποριακή αντιμονοπωλιακή αγωγή απειλεί να ανατρέψει τον τρόπο με τον οποίο οι επισκέπτες συναυλιών θα πληρώνουν στο εξής για εισιτήρια, καθώς η σύμπραξη ίσως κριθεί παράνομη, σύμφωνα με τις ρυθμιστικές Αρχές, αφού οι δύο εταιρείες καταχράστηκαν την κυριαρχία τους για να εξοντώσουν τον ανταγωνισμό. Οι κυβερνήσεις επιδιώκουν δίκη με ενόρκους και διάλυση της σύμπραξης. Εάν κριθεί νομικά, η υπόθεση θα μπορούσε να οδηγήσει σε σαρωτικές αλλαγές στην αγορά των ζωντανών εκδηλώσεων.
Στη δεκαετία του ‘90 οι Pearl Jam είχαν πολεμήσει τον μονοπωλιακό έλεγχο των συναυλιών της Ticketmaster. Πρόσφατα οι Cure πολέμησαν για να ελέγξουν τις τιμές των εισιτηρίων στις συναυλίες τους, ενώ πολλοί θαυμαστές του Bruce Springsteen διαμαρτυρήθηκαν για τα πανάκριβα εισιτήρια κλείνοντας μετά από 40 χρόνια το περιοδικό που ήταν αφιερωμένο σε αυτόν. Η έλλειψη ανταγωνισμού έχει οδηγήσει σε κακή εξυπηρέτηση των πελατών και σε ακριβά τέλη έκδοσης εισιτηρίων. Η εν λόγω αγωγή πιθανότατα θα χρειαστεί χρόνια για να περάσει από το δικαστικό σύστημα και οι υπέρογκες χρεώσεις δεν προβλέπεται να περιοριστούν άμεσα.
Οι χρεώσεις της Ticketmaster περιλαμβάνουν: τέλη έκδοσης εισιτηρίων, τέλη παροχής υπηρεσιών, τέλη ανά παραγγελία, τέλη διαχείρισης, τέλη επεξεργασίας πληρωμών και ένα σωρό άλλες καταχρηστικές επιβαρύνσεις στους καταναλωτές. Σύμφωνα με την αγωγή, η Live Nation ασκεί τον μονοπωλιακό της έλεγχο στη βιομηχανία ζωντανών εκδηλώσεων, καθώς διαχειρίζεται άμεσα περισσότερους από 400 καλλιτέχνες, ελέγχει περίπου το 60% των συναυλιών σε μεγάλους χώρους των ΗΠΑ καθώς και περίπου το 80% της πρωτογενούς έκδοσης εισιτηρίων για συναυλίες. Εάν τελικά κριθεί παράνομη η σύμπραξη των Live Nation και Ticketmaster, ίσως γίνει ένα πρώτο βήμα για την ηρωική προσπάθεια των συγκροτημάτων και μουσικών να είναι σε θέση να βγάλουν έναν δίσκο και να μπορούν να παίξουν ζωντανά κάπου, των ανεξάρτητων εταιρειών να εξακολουθούν να βγάζουν δίσκους αλλά και των συναυλιακών χώρων να επιβιώσουν. Ένα πρώτο βήμα, δηλαδή, αντίστασης στην επέλαση του αθέμιτου συγκεντρωτισμού της οικονομίας της μουσικής σε λίγα και ισχυρά χέρια που περιορίζουν τη δημιουργία και τραυματίζουν την τέχνη.