του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Με δεδομένη τη συρρίκνωση του προγράμματος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής κατά το τρέχον εξάμηνο, ουδόλως παρέλκει η έκκληση για διασφάλιση της συνέχισης των απευθείας μεταδόσεων παραστάσεων από την Μετροπόλιταν Όπερα, που συνέτειναν καθοριστικά ώστε να μην αποκλεισθούμε, λόγω της κρίσης, από την παγκόσμια μουσικοδραματική επικαιρότητα. Εξάλλου και μόνη η ποιότητα προετοιμασίας των παραγωγών αυτών διευκολύνει ενδιαφέροντες προβληματισμούς. Έτσι, στο περιθώριο του έτους Βέρντι - Βάγκνερ, εντυπωσιάζει η διαδοχή των παρουσιάσεων του «Rigoletto» (17/02/2013) και του «Parsifal» (2/3/2013), αν αναλογισθεί κανείς ότι αυτά τα -εκ πρώτης όψεως- τόσο διαφορετικά έργα πραγματεύονται αμφότερα την απόπειρα λυτρωτικής πορείας χαρακτήρων, του επώνυμου ήρωα στον πρώτο και της Κούντρυ στον δεύτερο, δέσμιων της κοινής ενοχής -και της Νέμεσης- για τη σκληρότητά τους ενώπιον του αλλότριου πόνου. Έτσι, ο γελωτοποιός του κυνικού Δούκα μετατρέπεται σε ηθικό αυτουργό της δολοφονίας της θυγατέρας του προσπαθώντας να επιτύχει εκδίκηση κακών, στη συντέλεση των οποίων συνεργούσε χαιρέκακα και εξ επαγγέλματος. Και είναι αυτό το βασικό στοιχείο της ιδιότητας του κακόσχημου άνδρα που τα κείμενα του Ουγκώ και του λιμπρετίστα Πιάβε φρόντιζαν να καταστεί προφανές στο κοινό ως διδακτική και ψυχολογική αφετηρία εκτύλιξης της πρωτότυπης πλοκής. Το στοιχείο δηλαδή, που, μαζί με άλλα επίσης κρίσιμα, υποτονίστηκε στη νέα παραγωγή της όπερας του Τζουζέππε Βέρντι από τον Michael Mayer. Άπειρος στην όπερα, ο μέχρι σήμερα σκηνοθέτης του μιούζικαλ μετέφερε τη δράση, χωρίς αντίληψη βάθους, από την Μάντουα του 15ου αιώνα στον ηδονιστικό demi-monde του κύκλου του Φρανκ Σινάτρα και των ύποπτων δραστηριοτήτων του με επίκεντρο το αμερικανικό Βέγκας.
Στο σημείο αυτό προβάλλει ως απαραίτητη η διευκρίνιση ότι ούτε το θεαματικό σκηνικό της Christine Jones ούτε τα ψιλοδουλεμένα κοστούμια της Susan Hilferty ούτε ο περίπλοκος συνδυασμός των φωτισμών του Kevin Adams, παρεμπιπτόντως επιστήθιων συνεργατών του σκηνοθέτη, βαρύνονται για το δικό του έλλειμμα. Και αυτό αφορά, πρωτίστως, την αποτυχία του να κινήσει τα πρόσωπα παράλληλα με τις επιταγές της μουσικής. Χαρακτηριστικό υπήρξε το finale primo της όπερας, όπου, μεσούσης της αγωνιώδους μουσικής έντασης για την απαγωγή της Τζίλντα, ο Ριγκολέτο είχε επιφορτισθεί με την εξέταση του… σφυγμού της λιπόθυμης συνοδού της, περιορισμένος στο κουβούκλιο ανελκυστήρα. Σε αυτό το πλαίσιο δεν ξενίζει το γεγονός της υποκριτικής αμηχανίας των λυρικών ερμηνευτών που έμοιαζαν να αναζητούν στο μέτρο του προσωπικού τους ενστίκτου τις δραματικές αποχρώσεις των ρόλων τους.
Η κυμαινόμενη, και πάντως μονίμως προβληματική, αναπαραγωγή του ήχου από τα συστήματα του Μεγάρου αδίκησε ενδεχομένως τον βαρύτονο Željko Lučić ως Ριγκολέτο, όπως έν τινι μέτρω επιβεβαίωσε η επαναληπτική ακρόαση της ραδιοφωνικής μετάδοσης. Ο 45χρονος Σέρβος, παρά την ευσταθή και ωραίας γραμμής φωνή του, παρέμεινε εκτός ρόλου και δεν απειλεί σοβαρά τη μνημειώδη διαδοχή των (Αμερικανών στην πλειονότητά τους) προκατόχων του στη Μετ, από τον Τίμπετ και τον Ντε Λούκα μέχρι τον Γουώρρεν, τον Μέρριλλ, τον Μακνήλ ή τον Μιλνς. Με την όψη αφράτης ηρωίδας του Λόρτσινγκ, η Diana Damrau τραγούδησε μεν με έξοχη γραμμή και χωρίς γερμανισμούς, αλλά συνάντησε τα φωνητικά όριά της στο μέρος (ιδίως στο δεξιοτεχνικό «Caro nome»), απόδειξη του κόστους μετακίνησής της σε βαρύτερες αναθέσεις. Ακόμη και ο -χαρισματικός στο βορειότερο και οπερετικό ρεπερτόριο- Πολωνός τενόρος Piotr Beczala δοκιμάστηκε στο περιώνυμο «Φτερό στον άνεμο», ενώ από την προσωπογραφία του και την ηχοχρωματική του ταυτότητα απουσίαζε η ιταλική θέρμη του παρορμητικού αριστοκράτη. Φωνητικά επαρκείς καταγράφηκαν οι δολοφονικοί αδελφοί Σπαραφουτσίλε (ο ωραίος Σλοβάκος μπάσος Štefan Kocán) και Μανταλένα (η φλογερή Λευκορωσίδα μεσόφωνος Oksana Volkova). Τέλος, υπερβολικά αυτεπίγνωτη και παρεμβατική υπήρξε η μουσική διεύθυνση του débutant την τρέχουσα περίοδο Michele Mariotti. Ο 34χρονος μαέστρος από το Πέζαρο μοιάζει, επί του παρόντος τουλάχιστον, περισσότερο εξοικειωμένος με το ιταλικό μπελκάντο και τον γερμανικό συμφωνισμό παρά με τον Βέρντι!