Σαν γνήσιοι «τσιρκολάνοι», με μια ανυπάκουη ορμή και με αυτό το άρωμα ομάδας που σπανίζει στις θεατρικές μας μέρες, πατούν στιβαρά για ακόμα μια φορά στη σκηνή, αυτή τη φορά στο Θέατρο «Τζένη Καρέζη», και ευτυχώς καταφέρνουν να δικαιολογήσουν απόλυτα τον πολλά υποσχόμενο τίτλο που τους έφερε τότε στην Αθήνα και τους κάνει να είναι απόλυτα παρόντες και σήμερα. Γιατί πρόκειται όντως για κάτι διαφορετικό.
Πρώτα από όλα, γιατί από το ίδιο το περιεχόμενο της παράστασης, ακόμα και αν δεν τους γνωρίζεις, ακόμα και αν δεν τους έχεις δει ποτέ να καταλαμβάνουν τη σκηνή, καταλαβαίνεις το αξιακό σύστημα της ομάδας και αυτό από μόνο του σου καρφώνει ένα χαμόγελο αισιοδοξίας στα χείλη. Γιατί αυτή η ομάδα δεν μιλάει απλώς τη γλώσσα της εποχής της, αλλά στέκεται και στη σωστή πλευρά της Ιστορίας, σε μια κοινωνική και θεατρική συγκυρία που στενεύει τα όρια της έκφρασης και συνήθως αποβάλλει ό,τι δεν μπορεί να καταλάβει, ό,τι είναι «διαφορετικό». Έτσι πίσω από τις κουρτίνες, σαν από ένα όνειρο, μυστικά και μαγικά, εφτά C for Circus ηθοποιοί, μα πιο πολύ performers φτιάχνουν μια ιστορία απλή, αφορμή για να μιλήσουν για το τώρα, για όλα όσα βράζουν στο κεφάλι μας, για όλα όσα πρέπει να σαρκάσεις για να αντέξεις, αλλά όχι μόνος σου, αναζητώντας πάντα εκείνους τους άλλους σαν εσένα, κάπου εκεί στα σκοτάδια της πλατείας.

Αυτοί οι εφτά λοιπόν, ενωμένοι σαν τους μυστικούς εφτά, με εντελώς αυτοσαρκαστική αφετηρία, σαρκάζουν όσα η ζωή εκεί έξω αλύπητα μας πετάει στα μούτρα με βία. Με στοιχεία γνήσιας επιθεώρησης, αυτής που δεν ευτελίζει την πραγματικότητα για να προκαλέσει γέλιο, αλλά που ξέρει πώς να τη σαρκάσει για να την αντέξεις, αυτοί οι εφτά ηθοποιοί επιδίδονται σε ένα οργανωμένο, βαθιά ενωμένο, με κοινές ενέργειες θεατρικό πανηγύρι που τα έχει όλα. Βγάζει τη γλώσσα στην πατριαρχία που μας κουνάει καθημερινά το δάχτυλο ακόμα και στα κρεβάτια μας, σαρκάζει τα πατριαρχικά πρότυπα που αναπαράγονται από παντού, κατακεραυνώνει τον εκφασισμό της κοινωνίας που παραμονεύει σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας και σατιρίζει με θάρρος τα πρόσωπα που παραμένουν με έναν τρόπο οι υπόγειοι υποκινητές της θλίψης μας. Με τους εαυτούς τους εκεί γυμνούς, διαθέσιμους στον ίδιο σαρκασμό ως αναπόσπαστα κομμάτια αυτού του θεατρικού παιχνιδιού, γινόμαστε μάρτυρες μιας θεατρικής στιγμής που προκαλεί ανακουφιστικές ανάσες στους θεατές.
Το κείμενο, που είναι γέννα της ομάδας και της Αρτέμιδος Γρύμπλα, είναι φανερό ότι είναι καμωμένο από αυτοσχεδιασμούς που με μαεστρία έχουν ενωθεί, χωρίς να αποτελούν ένα ακατάληπτο παζλ, τα κομμάτια του οποίου δεν ενώνονται με τίποτα, αλλά μια ολοκληρωμένη θεατρική διαδρομή με μια ξεκάθαρη αφετηρία και έναν ακόμα πιο ξεκάθαρο, λίγο μελαγχολικό τερματισμό, αποτέλεσμα και της δραματουργικής επεξεργασίας της Γρύμπλα αλλά και της σκηνοθετικής ματιάς του Παναγιώτη Γαβρέλα, που ξέρει ακριβώς πώς να διαχειριστεί τους γνώριμους και σταθερούς θεατρικούς συνοδοιπόρους του σε αυτό που στην πραγματικότητα σκάρωσαν μαζί για ακόμα μια φορά.

Οι Παναγιώτης Γαβρέλας, Βαλέρια Δημητριάδου, Μαρία-Ελισάβετ Κοτίνη, Ειρήνη Μακρή, Νικόλας Παπαδομιχελάκης, Παύλος Παυλίδης και Σπύρος Χατζηαγγελάκης, υποκριτικά εναρμονισμένοι, με κοινή ενέργεια που μόνο μια ομάδα μπορεί να κατακτήσει, με κοινή γλώσσα, αυτοσαρκαστική διάθεση και ευθύτητα παραδίδουν το «Κάτι διαφορετικό 2», και ελπίζω να κατάλαβαν στο θερμότατο χειροκρότημα του κόσμου στο τέλος ότι οφείλουν και μας οφείλουν να συνεχίσουν να κρατούν την ομάδα ζωντανή για να μπορούμε να ανταμώνουμε θεατρικά, κάπως διαφορετικά, με κάτι διαφορετικό.
Α, και να μην ξεχνάμε. Η ομάδα έχει το θάρρος της γνώμης της όχι μόνο την ώρα της παράστασης που συνήθως «όλα» επιτρέπονται. Το λέω για εκείνους που έκλεισαν τα μάτια στη σημαία της Παλαιστίνης που έχει τοποθετήσει «αθόρυβα» η ομάδα όπως κοιτάς τη σκηνή ακριβώς αριστερά.