Ο Steve Albini υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες της εναλλακτικής σκηνής που άνθησε από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν ο κιθαριστικός ήχος άρχισε να αναβιώνει μετά την υποχώρηση της πρωτοκαθεδρίας του new wave, όταν, δηλαδή, γεννήθηκαν ρεύματα όπως το σύγχρονο alternative rock και το grunge. Αυτό που τον διαχώριζε από τους υπόλοιπους παραγωγούς της γενιάς του ήταν η αδιάκοπη εργατικότητά του. Συνήθως οι άνθρωποι των studio όσο πετύχαιναν την παγκόσμια αναγνώριση τόσο γίνονταν όλο και πιο ακριβοθώρητοι και επιλεκτικοί στις συνεργασίες τους, και φυσικά το κασέ τους εκτοξευόταν, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να δουλέψουν μαζί τους ανερχόμενα συγκροτήματα που είχαν άφθονο ταλέντο, αλλά καθόλου χρήματα για μια αξιοπρεπή παραγωγή. Ο Albini είχε δουλέψει σε εκατοντάδες δίσκους και δεν δίσταζε να βάλει το όνομά του σε πειραματικούς δίσκους από άσημες μπάντες και άγνωστους μουσικούς.
Μια λαμπρή δισκογραφία
Ο διορατικός παραγωγός είχε ξεχωρίσει για τη δουλειά του σε δίσκους, όπως το «In Utero» των Nirvana, το ταλαιπωρημένο κύκνειο άσμα του συγκροτήματος από το Σιάτλ, το «Surfer Rosa», το αριστουργηματικό άλμπουμ των Pixies, το «Rid of me», την τελευταία εξόρμηση της PJ Harvey στα punk χωράφια, αλλά και το «Pod», το σαρωτικό ντεμπούτο των Breeders. Επίσης, ήταν ο παραγωγός στον οποίο στράφηκε ο Jimmy Page των Led Zeppelin για το «Walking into Clarksdale», τον συνεταιρικό δίσκο που κυκλοφόρησε μαζί με τον Robert Plant το 1998. Δούλεψε, επίσης, στους πρώτους δίσκους των Jesus Lizard και συνεργάστηκε με καλλιτέχνες και συγκροτήματα, όπως οι Wedding Present, οι Low, οι Boss Hog, οι Jon Spencer Blues Explosion, οι Mogwai, η Joanna Newsom, οι Bush, ο Jarvis Cocker και οι Manic Street Preachers. Μάλιστα βρέθηκε πίσω από την παραγωγή και του δίσκου «Insect (songs)» των Αθηναίων Bokomolech, που κυκλοφόρησε το 1997.
Ως έφηβος, ο Albini αγάπησε παράφορα τους Ramones. Ο μινιμαλισμός στην ανάπτυξη και οι ευθύβολοι ρυθμοί του πρώιμου πανκ τον έκαναν να παθιαστεί με τη μουσική και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 άρχισε να ηχογραφεί με τους Big Black τα πρώτα επιθετικά και ακατέργαστα τραγούδια του. Στον ελεύθερο χρόνο του έγραφε σε fanzine της δεκαετίας του 1980, επιπλήττοντας διάσημα συγκροτήματα και εδραιώνοντας τη φήμη του αρνητή της φόρμας στο ροκ. Μετά τους Big Black ο Albini σχημάτισε τους βραχύβιους Rapeman, όνομα για το οποίο μετάνιωσε, πριν ιδρύσει τους Shellac στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Οι μέθοδοι και η επαγγελματική ηθική
Αν και γνωστός για την ενίοτε εριστική συμπεριφορά του, ο Steve Albini ήταν ένα άνθρωπος με ξεκάθαρες αρχές και αξίες, τις οποίες κράτησε μέχρι το τέλος. Οι φήμες έλεγαν ότι στο ξεκίνημα κάθε συνεργασίας του έδινε στους καλλιτέχνες ένα μπλοκ για να γράψουν μια περιγραφή του πώς φαντάζονται κάθε τραγούδι που επρόκειτο να ηχογραφήσουν. Αυτή ήταν η μέθοδός του προκειμένου να αποφεύγει μελλοντικές παρεξηγήσεις και να εγγυάται ότι οι καλλιτέχνες αξιοποιούσαν τον χρόνο στο στούντιο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του άσκησε δριμεία κριτική στις πρακτικές εκμετάλλευσης των καλλιτεχνών από τις μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες, σε αντίθεση με άλλους, ενώ αρνήθηκε πεισματικά να εισπράξει έσοδα από τα πνευματικά δικαιώματα των δίσκων στους οποίους εργάστηκε, καθώς έλεγε με κάθε ευκαιρία ότι η μουσική ανήκει στους καλλιτέχνες που τη γράφουν και όχι στους μηχανικούς της κονσόλας. Αυτή η φιλοσοφία του γίνεται αντιληπτή μέσα από την περίφημη επιστολή που έστειλε στους Nirvana, στην οποία περιέγραφε τους όρους συνεργασίας μαζί τους. Άλλωστε ο ίδιος δεν σταμάτησε ποτέ να προειδοποιεί για τους κινδύνους που κρύβει η υπογραφή σε μια μεγάλη δισκογραφική εταιρεία την εποχή που το ανεξάρτητο ροκ ήταν στην επικαιρότητα και οι πολυεθνικές είχαν βγει σεργιάνι για να στρατολογήσουν κάθε ανεξάρτητη μπάντα που μπορούσαν να βρουν προκειμένου να φτιάξουν τους επόμενους Nirvana ή τους επόμενους Smashing Pumpkins.
Ο Albini πέθανε από ανακοπή καρδιάς στα 61 του χρόνια. Ο θάνατος τον βρήκε εκεί ακριβώς που ήθελε να βρίσκεται νυχθημερόν, να μιξάρει ηχογραφήσεις πάνω από μια κονσόλα, συγκεκριμένα στο Electrical Audio, το φημισμένο προσωπικό του στούντιοι ηχογραφήσεων στο Σικάγο. Όπως είχε δηλώσει σε μια συνέντευξή του στον Guardian: «Παίρνω πολύ στα σοβαρά τη δουλειά μας στο στούντιο. Θέλω η μουσική που φτιάχνουμε να ζήσει περισσότερο από όλους μας». Αν μη τι άλλο, το κατάφερε.