Στο Θέατρο Σημείο ανεβαίνει η παράσταση «Νυξ» σε σύλληψη και σκηνοθεσία του πολυσχιδή Γιάννη Νιάρρου, που είναι κειμενικό και ηχητικό σύμπαν βασισμένο σε κείμενα του Πάνου Κουτρουμπούση και του Χούλιο Κορτάσαρ. Παρέα στη σκηνή με τους Γιάννη Παπαδόπουλο (keyboards), Δημήτρης Κλωνή (τύμπανα) και Γιώργο Μυζήθρα (ηλεκτρονικά), δημιουργούν έναν κόσμο χωρίς να φιλτράρουν απολύτως τίποτα, αυθόρμητα και επιτηδευμένα ειλικρινή, με μια in your face υφέρπουσα κωμική διάθεση. Στη σκηνή γεννούν διαρκώς εικόνες χωρίς κανένα άγχος σύνθεσης, χωρίς καμία υπακοή σε ειρμούς και δομημένους συνειρμούς, καταφέρνοντας τελικά όμως να συμμορφωθούν με μια σφιχτή και με σαφήνεια μέσα στην ασάφειά της σκηνοθεσία.
Μπορεί η ιστορία να παραμένει «περίεργη», μπορεί τελικά να ξεγλιστρούν στιγμές νοηματικά, αλλά η ιστορία είναι εκεί, περιπαικτικά παρούσα μέσα από μια αβίαστη οικειότητα εικόνων και λέξεων που λειτουργούν καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της παράστασης σχεδόν αριστοτεχνικά προς τα μέσα.
Το σκηνικό σύμπαν είναι κάτι ολόκληρο και συνομιλεί άνετα με το σήμερα και αισθητικά αλλά και ως σκηνικός χώρος φιλοξενίας των λέξεων και των εικόνων που (απο)συνθέτουν την ιστορία, η οποία στην πραγματικότητα δεν επιθυμεί να ειπωθεί, αλλά να παρασταθεί.
Ενα ολόκληρο σουρεαλιστικό σύμπαν λεπτομερώς επιμελημένο από τις Τζίνα Ηλιοπούλου και Λίνα Σταυροπούλου μετατρέπει τη σκηνή σε έναν φαντασμαγορικό υποδοχέα της σκηνικής δράσης με pop αισθητική και ρετρό υπαινιγμούς, που λειτουργούν υπενθυμιστικά και με χιούμορ στις προσωπικές μας διαδρομές και στις σχέσεις μας με τα δικά μας υλικά και άυλα ίχνη σ’ αυτή τη ζωή.
Ο Γ. Νιάρρος συλλαμβάνει, συνθέτει και σκηνοθετεί μια ολοκληρωμένη εικόνα που μοιάζει με ιστορία, αλλά δεν έχει ανάγκη να αφηγηθεί τίποτα και κυρίως είναι απαλλαγμένη από καθετί βαρύγδουπο και σοβαροφανές, χωρίς αυτό να επιτίθεται καθόλου στο τελικό σκηνικό αποτέλεσμα.
Μάλιστα, καταφέρνει να δημιουργήσει αυτόν τον σπάνιο και απαραίτητο χώρο πάνω στη σκηνή για να μας χαρίσει μια καταιγιστική ερμηνεία, αποκαλύπτοντας με τη γνωστή του φόρα την υποκριτική του ικανότητα, με μια εξαιρετική, αβίαστη σωματική και λεκτική άνεση που ορίζει μπροστά στα μάτια σου έναν εξαιρετικά δυνατό ηθοποιό, που ξέρει πώς να κουλαντρίσει τον εαυτό του, γεγονός που αποδεικνύει και ορθές σκηνοθετικές (αυτο)αναγνώσεις.
Στο χαοτικό σύμπαν της παράστασης με τους διαρκείς υπαινιγμούς διακρίνεις εύκολα την ανυπακοή που χαρακτηρίζει το εγχείρημα και τη σκηνοθετική ανάγκη να αναπνεύσει εκτός του αυστηρού θεατρικού πλαισίου, που σχεδόν άθελά της η παράσταση καταφέρνει και να κοροϊδέψει. Από άποψη σκηνικής επιτέλεσης, η παράσταση λειτουργεί με άνεση περιπαικτικά και κοροϊδευτικά απέναντι στη θεατρική σοβαροφάνεια που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη και καθόλου απαλλαγμένη από συντηρητικά αντανακλαστικά θεατρική εποχή που βιώνουμε.
Την παράσταση αυτή μοιάζει να τη γέννησε μια αυθόρμητη αντίδραση απέναντι στη θεατρική πλήξη, στη θεατρική εμμονή για κανονικότητα και σοβαροφάνεια και σε θεατρικά σκηνικά κλισέ που αναπαράγονται διαρκώς και με μανία. Ο Γ. Νιάρρος και η σκηνική του παρέα έφτιαξαν κάτω από τη μύτη μας ένα ιδιαίτερα εξεγερτικό θεατρικά σύμπαν, κατορθώνοντας με τον τρόπο τους να διαλύσουν και τις κατεστημένες θεατρικές κουβέντες αναζήτησης των κρυφών νοημάτων έπειτα από κάθε παράσταση.
Είναι σίγουρο ότι πολλοί θα σπεύσουν με τα συντηρητικά τους αντανακλαστικά στις πλάτες μιας τέτοιας παράστασης να μας θυμίσουν τι είναι και τι δεν είναι θέατρο, πώς πρέπει και πώς δεν πρέπει να λέγονται οι ιστορίες, για να επιβεβαιώσουν έτσι αυτό το «Νυξ» του Γ. Νιάρρου. Γιατί το «Νυξ» είναι άθελά του -ή και σκόπιμα- αυτή η νύξη απέναντι σ’ αυτή τη θεατρική πλήξη του σήμερα.