Συναντηθήκαμε με τον Χρήστο Πολίτη ή αλλιώς τον «Χρήστο που δε μένει πια εδώ» στο φυσικό του περιβάλλον, στον κινηματογράφο Δαναό, λίγο πριν από ακόμα μία sold out προβολή που διοργανώνει, με συνοδοιπόρους τους χιλιάδες followers της ίσως πιο δημοφιλούς κινηματογραφικής σελίδας στο facebook αυτή τη στιγμή. Μας υποδέχτηκε στον κινηματογράφο Δαναό, αποπνέοντας μια οικειότητα με τον χώρο, οικειότητα που αβίαστα αιχμαλώτισε και ο φωτογραφικός φακός του Παύλου Παρασκευά. Και μπορεί ο Χρήστος να μην μένει πια εδώ, αλλά πάει σινεμά, γεμίζοντας ασφυκτικά την αίθουσα του Δαναού με τους διαδικτυακούς συνοδοιπόρους του και προβάλλοντας συναισθηματικές ταινίες που φέρνουν τους ανθρώπους κοντά. Επόμενη στάση, το «Παρίσι, Τέξας» τη Δευτέρα 22 Ιανουαρίου, και πάλι φυσικά στον Δαναό. «Ο Χρήστος δε μένει πια εδώ» μας μίλησε για τη σελίδα, τον κινηματογράφο, αλλά και τις αίθουσες που κλείνουν. Μας άφησε λίγο και να τρυπώσουμε πίσω από τη σελίδα και να συναντήσουμε κλεφτά τον Χρήστο Πολίτη. Και είναι από εκείνες τις φωτεινές συναντήσεις που ξεκλέβεις και εσύ λίγο από το φως που αποπνέουν. Και ας μην μένει πια εδώ, τον αναγκάσαμε να μείνει για λίγο στη στήλη μας και μπορώ να το πω με μεγάλη και πλατιά χαρά. Αυτός είναι «ο Χρήστος που δε μένει πια εδώ»
Συνέντευξη στον Χρήστο Τζίφα
Φωτογραφίες για την ΑΥΓΗ: Παύλος Παρασκευάς
Θα μας πεις την ιστορία πίσω από το όνομα «Ο Χρήστος δε μένει πια εδώ»;
Η σελίδα ξεκίνησε το 2013 όταν πρωτοήρθα στην Αθήνα, αλλά το concept είχε ξεκινήσει περίπου πέντε χρόνια πριν εξαιτίας ενός χωρισμού. Στην αρχή ήταν ένα μπλογκ, το οποίο είναι τώρα κάπου χαμένο μέσα στο Διαδίκτυο. Κυρίως κείμενα που χαρτογραφούσαν τις αποστάσεις μιας σχέσης και ενός χωρισμού, χωρίς να συνοδεύεται από οτιδήποτε κινηματογραφικό, ούτε εικόνα ούτε αναφορές σε ταινίες ούτε τίποτα. «Ο Χρήστος δε μένει πια εδώ» ήταν ένα μπλογκ τότε που ήταν στη μόδα. Οπότε όταν κατέβηκα στην Αθήνα, συνδέθηκε με ταινίες. Έγινε ένα ματς με ταινίες. Ξεκίνησε, λοιπόν, σαν «Ο Χρήστος δε μένει πιο εδώ» από την «Αλίκη δεν μένει πια εδώ» του Σκορσέζε, που ήταν η αγαπημένη μου ταινία τότε στα νιάτα μου, αλλά πήρε μια άλλη μορφή όταν μετακόμισα στην Αθήνα, που δεν είχα έρθει ποτέ ως τότε. Ήρθα κάπου που δεν είχα έρθει ποτέ και εξερευνούσα μια πόλη που δεν είχα ούτε έναν γνωστό. Ήταν κάπως «αφήστε με λίγο στον κόσμο, δεν μένω πια εκεί που με ξέρετε», οπότε μένω κάπου αλλού.
Πώς τρυπώνει το μικρόβιο του κινηματογράφου και μετατρέπεται η σελίδα σε κινηματογραφική με έναν τρόπο;
Όλες μου οι δουλειές έχουν να κάνουν με σινεμά, σε φεστιβάλ, σε εταιρείες διανομής, σε πλατφόρμες, όπως και τώρα. Ήταν η πιο εύκολη λύση να τα συνδυάσω αυτά τα δύο, γιατί είχα πολλές κινηματογραφικές αναμνήσεις. Μεγάλωσα σε ένα χωριό που δεν είχαμε σινεμά μέχρι τα δεκαοκτώ μου. Είχαμε ένα θερινό το οποίο έκλεισε όταν ήμουνα εφτά. Σε εκείνο το κενό των δέκα χρόνων δεν είχα κινηματογραφικές αναφορές. Ήταν μια ανάγκη να επιστρέψω πιο συνειδητά στο σινεμά. Βρήκα έναν χώρο που ήταν εντελώς άδειος. Δεν με έλεγχε κανένας. Μπορούσα να γράφω ό,τι θέλω με όποια συχνότητα θέλω.

Η σελίδα σου έχει χιλιάδες followers πια. Έχεις κάνει ποτέ μια απόπειρα έστω φαντασιακή να τους χαρτογραφήσεις;
Μέχρι πριν από τρία χρόνια περίπου ήταν εντελώς ανώνυμο όλο αυτό. Και στα social δεν είχα καν δικιά μου φωτογραφία. Η πρώτη σύνδεση με το πρόσωπό μου έγινε όταν έδωσα μια συνέντευξη στη Lifo, σε ένα podcast του Διακοσάββα, που ήταν για τις ταινίες της ζωής μας. Επέλεξα το «Αυτή η νύχτα μένει» και θυμάμαι ότι είχε βγει στο τηλέφωνο και ο Κραουνάκης. Έπρεπε να συνοδεύεται από μία φωτογραφία μου. Εκεί πρώτη φορά βγήκε το πρόσωπό μου και ξεκίνησε κάπως να αναγνωρίζεται ο Χρήστος έξω. Μου ήταν λίγο περίεργο. Ακόμα μου είναι. Τώρα είναι πιο έντονο γιατί το προφίλ μου έχει γίνει πολύ πιο massive. Είναι νέοι άνθρωποι οι περισσότεροι. Το καταλαβαίνω από τις προβολές. Έρχονται άνθρωποι κάτω των τριάντα και ανακαλύπτουν τώρα αυτές τις ταινίες στο σινεμά. Νομίζω είναι κάπως σαν εμένα όταν ξεκινούσα αυτή τη σελίδα και είχα κατέβει στην Αθήνα. Άνθρωποι που έχουν ανάγκη από μια κοινότητα. Να ανήκουν κάπου. Όταν ήρθα στην Αθήνα, δεν ήξερα κανέναν. Είχα την ανάγκη να επικοινωνήσω το ποιος είμαι και να μπω σε μια ομάδα, σε μια παρέα. Με βοήθησαν οι Νύχτες Πρεμιέρας. Τα παιδιά που γνώρισα το 2013 που κατέβηκα είναι ακόμα οι φίλοι μου, η οικογένειά μου. Αυτή η ανάγκη είναι του Χρήστου. Να γίνει όλο αυτό μια κοινότητα, μια ομάδα, μια οικογένεια που μιλάει με ίδιους κώδικες και ενδιαφέρεται για το σινεμά. Που σκέφτεται την ταινία με έναν διαφορετικό τρόπο. Εγώ σκέφτομαι μια ταινία και μετά γράφω κάτι για αυτήν, που δεν ανήκει στην ταινία. Δίνεται έτσι ένα ερέθισμα να σκεφτούν κάτι παραπάνω. Γιατί κάπως το ανοίγω. Το να συνδέσω κάτι που είναι εντελώς προσωπικό μου, μια ανάμνησή μου, με την ταινία νομίζω ότι αυτό κάπως κάνει σύνδεση με τον κόσμο.
Στα social media υπάρχει ένα πολύ τοξικό κλίμα τελευταία. Με τόσους followers πώς έχει αποφευχθεί αυτή η τοξικότητα;
Γιατί νομίζω ότι κράτησα αυτό που είχα από την αρχή. Ήταν κάτι πολύ δικό μου. Ήθελα να γίνει των άλλων που ήταν σαν εμένα, αλλά δεν ήθελα να γίνει των άλλων που θέλουν κάτι άλλο από μένα. Απέφυγα τα χορηγικά, να διαφημίσω κάτι το οποίο θα ήταν εντελώς παράταιρο, να μπασταρδέψω κάπως τη σελίδα με κάτι το οποίο δεν θα είχε μια ροή με αυτή που ήθελα. Θέλω όποιος μπαίνει στη σελίδα μου να βλέπει κάτι πολύ καθαρό. Ένα ημερολόγιο ουσιαστικά ήταν ο Χρήστος. Κάποια πράγματα επικαιρότητας, αλλά κυρίως αναμνήσεις. Θέλω στη σελίδα μου όποιος μπαίνει να βλέπει πράγματα που τον γαληνεύουν, τον ηρεμούν. Έτσι απέφυγα οτιδήποτε έχει να κάνει με χορηγικό. Αυτό δεν είναι, βέβαια, βιώσιμο, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός της σελίδας να βγάλει χρήματα.

Σε προσεγγίζουν για εμπορικά;
Πάρα πολύ. Έχω μπει μόνο σε κάποια πράγματα που αφορούν αποκλειστικά το σινεμά. Για μια πλατφόρμα, ένα βιβλίο που βασίζεται σε μια ταινία. Όμως αποφεύγω να τα κάνω χρηματικά. Θα διαφημίσω κάτι μέσα από τη σελίδα μου μόνο αν αρέσει σ’ εμένα. Αν είναι κάτι που θα ανέβαζα σαν Χρήστος. Όχι επειδή θα πάρω κάποιο αντίτιμο από αυτό.
Θα μπορούσες, δηλαδή, να ζεις από αυτό;
Ναι, άνετα. Δεν είχα ποτέ στο μυαλό μου ότι αυτό είναι μια δουλειά. Ούτε θα ανεβάσω κάθε μέρα στη σελίδα. Έχω την ελευθερία να ανεβάζω ό,τι θέλω με τη συχνότητα που θέλω. Είναι εντελώς προσωπικό όλο αυτό. Αν έβαζα μέσα ανθρώπους που θα διαφήμιζαν τα προϊόντα τους, νομίζω ότι κάπως θα αλλοίωνε το τι θέλω εγώ να κάνω με τη σελίδα.

Μου απαντάς πολλές φορές στο τρίτο πρόσωπο. Τελικά, ο Χρήστος είσαι εσύ ή είναι και μια περσόνα;
(Γέλια) Όποιος με ξέρει νομίζω καταλαβαίνει ότι υπάρχουν πολλά κοινά. Υπάρχει ας πούμε ένας διάχυτος ρομαντισμός στη σελίδα, που μπορεί και να μην είμαι τόσο πολύ ρομαντικός στη ζωή. Θέλω να τον βλέπω και κάπως απέξω, να αισθάνομαι και εγώ κάπως σαν θεατής του Χρήστου. Έχω πιάσει τον εαυτό μου να είμαι εγώ αναγνώστης αυτής της σελίδας και να σκέφτομαι τι θα ήθελα να διαβάσω ή να δω και εκείνη την ώρα και εννοείται το ανεβάζω αμέσως. Γίνομαι ο Χρήστος εκείνη τη στιγμή. Πολλές φορές βλέπω τον εαυτό μου σαν θεατής.
Και τώρα από τη σελίδα στις αίθουσες;
Αγαπώ πολύ τους ανθρώπους και η σελίδα αυτή μου έδωσε το βήμα να έρθω σε επαφή μαζί τους, να μου στέλνουν μηνύματα. Πολλοί έχουν γνωριστεί μέσα από τη σελίδα γιατί κάτι έστειλε ο ένας, κάτι σχολίασε ο άλλος. Το να μαζευόμαστε και να βλέπουμε ταινίες όλοι μαζί, τετρακόσια άτομα, και τέτοιου είδους ταινίες, που είναι πιο συναισθηματικές και φέρνουν τον κόσμο κοντά, αυτό είναι το concept. Και ένα τέτοιο πείραμα θα το έκανα μόνο στον Δαναό. Από τις πρώτες μου δουλειές όταν ήρθα στην Αθήνα ήταν στον Δαναό. Δούλευα στα εισιτήρια. Η κατάκτηση αυτής της σελίδας είναι να βλέπουμε ταινίες μαζί με όλους που σχολιάζουμε και αλληλεπιδρούμε στη σελίδα. Μαζί. Το σινεμά για μένα είναι πολύ μοναχικό σπορ πια, μπορείς να το δεις στο σπίτι σου, στο λάπτοπ σου. Μπορεί να είσαι και σε μια αίθουσα με τετρακόσια άτομα και να έχουν όλοι διαφορετική άποψη για την ταινία. Έτσι ναι, είναι μοναχικό. Το να βλέπεις, όμως, μια ταινία με κάποιον άλλον και να βγαίνεις μετά να σχολιάζεις, να κλαις και να βλέπεις τον δίπλα σου να κλαίει και να γελάει αυτό αυτομάτως ορίζει το σινεμά για μένα. Από το κάθομαι σπίτι, σκέφτομαι ή βλέπω μια ταινία και γράφω κάτι για αυτή μέχρι το βλέπουμε ταινία μαζί είναι μια κατάκτηση και της σελίδας προς την έξω ζωή.

Πώς νιώθει ο Χρήστος που μένει εδώ, σε μια πόλη που κλείνουν ιστορικές αίθουσες;
Είναι πολύ στενάχωρο. Ειδικά το Ιντεάλ. Δούλευα εθελοντής στις Νύχτες Πρεμιέρας και η πρώτη μου δουλειά ήτανε αυτό που λέμε υπεύθυνος αίθουσας στο Ιντεάλ. Με το που ήρθα στην Αθήνα, γνώρισα την πιο ιστορική μάλλον αίθουσα της Αθήνας και τους ανθρώπους εκεί, γιατί ήταν μια οικογενειακή επιχείρηση. Οποιαδήποτε αίθουσα κλείνει είναι στενάχωρο, πόσο μάλλον όταν κλείνουν οι ιστορικές αίθουσες στο κέντρο της Αθήνας. Έχουμε μείνει με δυο, τρεις αίθουσες στο κέντρο. Όποια αίθουσα κλείνει ή παρακμάζει για μένα είναι πολύ στενάχωρο. Είμαι υπέρ του να διοχετεύεται το σινεμά στο σπίτι καθενός, αλλά νομίζω ότι την κινηματογραφική αίθουσα δεν θα τη νικήσει καμιά πλατφόρμα. Και καμία σελίδα σαν τη δικιά μου. Το σινεμά θα παραμείνει σινεμά μόνο όταν είναι σε αίθουσα. Το σινεμά ξεκινάει και τελειώνει στην αίθουσα.
Αυτή την επίθεση στον Πολιτισμό τα τελευταία χρόνια πως την εξηγείς;
Δυστυχώς είναι πολύ υποτιμημένος ο Πολιτισμός σε αυτή τη χώρα. Υποβαθμίζεται από την Πολιτεία, οπότε δεν δίνει και κίνητρο στον ίδιο τον θεατή να εκτιμήσει τελικά αυτό το προϊόν. Όταν κλείνεις τις αίθουσες, όταν δεν στηρίζεις τους αιθουσάρχες, τους διανομείς, δεν δίνεις κίνητρο και στον ίδιο τον θεατή να αποτελέσει μέρος μιας ομάδας που θα στηρίξει το σινεμά, και τελικά την πληρώνει το σινεμά. Η Πολιτεία υποβαθμίζει τους ηθοποιούς, τα πτυχία τους, τις αίθουσες, μετακυλίει την ευθύνη μιας κλειστής αίθουσας, που θα γίνει συνεδριακός χώρος σε ξενοδοχείο, από τον δήμαρχο σε ένα υπουργείο και ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν τι γίνεται και έτσι κλείνει. Θα μπορούσε να έχει βρεθεί λύση. Όλες αυτές οι αντιδράσεις που έγιναν δεν έφτασαν κάπου. Φτάσαμε στο σημείο μηδέν, να γιορτάζουμε το Ιντεάλ με επετειακές προβολές, που καλά κάναμε, αλλά τελικά έκλεισε. Είμαι λυπημένος που κλείνουν οι αίθουσες.

Αν σου πω τη λέξη Αθήνα, ποιες ταινίες σου έρχονται στον νου;
Μέχρι το ’13 δεν είχα ξαναέρθει ποτέ στην Αθήνα, οπότε πρώτη φορά ήρθα στην Αθήνα σαν επισκέπτης, δεν ήξερα ότι θα μείνω. Είχα έρθει για να δουλέψω στις Νύχτες Πρεμιέρας. Η μόνη εικόνα που είχα ήταν μια ταινία που είχα δει στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, που λεγόταν «Πεθαίνοντας στην Αθήνα», του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Ένα μιούζικαλ με μουσική Κραουνάκη που συνεχίζει να είναι αγαπημένος μου εν ζωή συνθέτης και κάπως έτσι φανταζόμουν την Αθήνα. Ήταν μια πολύ όμορφη ταινία, που ο κόσμος χόρευε σε χορογραφίες Ρήγου. Έτσι στα μάτια μου η Αθήνα είχε κάτι ονειρικό, όπως στην ταινία. Σκεφτόμουν ότι κάποιος εκεί ζει ελεύθερα, κινείται, χορεύει, τραγουδάει. Οπότε για μένα αυτό ήταν η Αθήνα πριν έρθω. Όπως στην ταινία. Και νομίζω ότι έτσι ακριβώς θέλω να παραμείνει. Αυτή η ταινία πάντα θα είναι η Αθήνα μου.