Live τώρα    
Κριτική κινηματογράφου / Poor things ο θρίαμβος του Γιώργου Λάνθιμου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κριτική κινηματογράφου / Poor things ο θρίαμβος του Γιώργου Λάνθιμου

POOR THINGS

Ξεκινά να προβάλλεται ανήμερα την Πρωτοχρονιά το «Poor things» του Γιώργου Λάνθιμου. H απίστευτη ιστορία της Μπέλα Μπάξτερ, που, διψασμένη για εμπειρίες, ξεκινά μια περιπέτεια περιπλάνησης σε όλες τις ηπείρους, αποτελεί ένα σπουδαίο κινηματογραφικό έργο που θα μας απασχολεί για καιρό. Κυκλοφορεί επίσης από σήμερα ένα ιρλανδικό δράμα με πρωταγωνιστή τον Λίαμ Νίσον καθώς και ένα ντοκιμαντέρ για τον μεγάλο συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής Ένιο Μορικόνε

Poor things ****1/5

Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος

Πρωταγωνιστούν: Έμα Στόουν, Μαρκ Ράφαλο, Γούιλεμ Νταφόε, Κάθριν Χάντερ

POOR THINGS

Το «Poor things» είναι ένα φεμινιστικό παραμύθι για μεγάλους που αναπτύσσεται μέσα σε έναν άκρως γοητευτικό διάκοσμο. Κεντρικό πρόσωπο είναι η Μπέλα Μπάξτερ, το ζωηρό εργαστηριακό δημιούργημα ενός ημιπαράφονα επιστήμονα, που θέλει να μάθει άγαρμπα τον κόσμο μέσα από εμπειρίες, αισθήσεις και ανεξέλεγκτες ηδονές. Η έβδομη προσωπική μεγάλου μήκους ταινία του Γιώργου Λάνθιμου δεν είναι βουτηγμένη στα στουντιακά συντηρητικά για να εκπαιδεύσει και να καλοπιάσει τα λαϊκά ακροατήρια («Barbie») ούτε πασχίζει να μας καθηλώσει με έναν πομπώδη κιουμπρικικό στόμφο («Tar») ούτε να μας ενοχλήσει με το στανιό, έχοντας για άλλοθι το προφίλ του φεστιβαλικού προβοκάτορα («Titane»). Μέσα από τις ιδέες του ομώνυμου μυθιστορήματος, ο σκηνοθέτης πλάθει μια παραληρηματικά αστεία κινηματογραφική ιστορία γύρω από τη νοητική και συναισθηματική ωρίμανση ενός πλάσματος με εγκέφαλο μωρού μέσα σε αναπτυγμένο σώμα.

Ποιο είναι το προτέρημα του Γ. Λάνθιμου σε σχέση με τους υπόλοιπους της γενιάς του; Εκεί που οποιοσδήποτε άλλος σύγχρονος άνδρας σκηνοθέτης θα διαχειρίζονταν την εξέλιξη της ιστορίας με εκλεπτυσμένες ηδονοβλεπτικές φαντασιώσεις, ο Έλληνας δημιουργός καλλιγραφεί ένα σοφά μελετημένο σύμπαν, όπου τα φαντάσματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε και της Μαίρη Σέλεϊ στήνουν έναν ξέφρενο χορό (όπως αυτόν στον οποίο ξεχύνονται ο Μαρκ Ράφαλο και η Έμα Στόουν στην πιο ξακουστή σκηνή της ταινίας) και η υπερρεαλιστική αυθάδεια του Λουίς Μπονιουέλ συναντά την τεκνικολόρ φαντασία των Μάικλ Πάουελ και Έμερικ Πρέσμπεργκερ. Ο φακός γίνεται ο παραμορφωτικός καθρέφτης της άγαρμπης ενηλικίωσης και επικοινωνεί αρμονικά με τον στακάτο, στιλιζαρισμένο διάλογο του Τόνι ΜακΝαμάρα, που αναδεικνύει τις αλλόκοτες κοινωνικές συμπεριφορές των ηρώων. Πραγματικά, οι αφιλτράριστες ατάκες -ατόφιο punk δηλητήριο για συντηρητικά αυτιά- πραγματώνουν αυτό το παράξενο ταξίδι, όπου η πλήρης υποταγή της όμορφης πρωταγωνίστριας στις σεξουαλικές της επιθυμίες αποτελεί μονόδρομο για την ωρίμανση και την κατανόηση του περιβάλλοντος κόσμου.

Ταυτόχρονα, τριγύρω της μαίνεται μια μάχη άνισων αρσενικών συντρόφων και εξουσιαστικών φιγούρων που διεκδικούν όποια κυριαρχία μπορούν αρπάζοντας κάθε πλεονέκτημα. Από τη βρεφική συμπεριφορά πλάι στον επιστήμονα-πατέρα (Γουίλεμ Νταφόε) μέχρι το ενήλικο σεξ χωρίς προσποιήσεις στο προοδευτικό Παρίσι, ο Γ. Λάνθιμος μαζί με τη μούσα του Έμα Στόουν καταρρίπτουν με αριστοτεχνική κομψότητα όλα τα στερεοτυπικά μοντέλα θηλυκών (μητέρα, ερωμένη, πόρνη, ανεκπλήρωτος πόθος, νυμφίδιο, χειραφετημένη) που έχουμε συνηθίσει στη mainstream κινηματογραφία. Από την πειραματική τερατογέννεση και την απαγωγή στην άβολη κρουαζιέρα μέχρι την αναμέτρηση με τον ζυγό της ανδρικής υπερηφάνειας στο υπέροχα σκοτεινό τελικό ημίωρο, το ταξίδι στην αυτοσυνειδησία μετατρέπεται σε εμπειρία που απαιτεί πολλαπλές θεάσεις. Αυτός είναι ένας νέος μετα-ρεαλισμός, μια νέα αντίληψη στη σκεπτόμενη κωμωδία, που θέτει νέες απαιτήσεις από τους ηθοποιούς. Ο Μαρκ Ράφαλο στον ρόλο του εγωκεντρικού ερωτύλου και η Έμα Στόουν στον ρόλο ενός πλάσματος που ταλανίζεται από την ανακολουθία γνώσης και ανάγκης αφέθηκαν με εμπιστοσύνη στον αυτοσχεδιασμό του Γ. Λάνθιμου (το πιο ενστικτώδες, δημιουργικό κομμάτι της υποκριτικής) για να συνδεθούν οργανικά μ’ αυτό το μυθοπλαστικό κατασκεύασμα. Μαζί λειτουργούν σαν ζωντανοί αγωγοί με το μυστήριο της ψυχής του χαρακτήρων που ενσαρκώνουν.

Το «Poor things» θα ενοχλήσει κάποιους θεατές (αυτοί θα το υποτιμήσουν ως απλά διασκεδαστική κωμωδία) και άλλους θα τους αηδιάσει (έτσι συμβαίνει πάντα με τις ταινίες του Γ. Λάνθιμου), όμως αποτελεί ένα περίτεχνο κινηματογραφικό διαμάντι της εποχής μας, που ξεπερνά την προσομοιωμένη αισθητική κάθε σύγχρονου κινηματογραφικού ύφους.

Άγραφος νόμος (In the land of saint and sinners) **1/5

Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Λόρενζ

Πρωταγωνιστούν: Λίαμ Νίσον, Κέρι Κόντον, Κιάραν Χάιντς

in the land of siaints and sinners

Σε ένα απομονωμένο χωριό της Ιρλανδίας του 1970, ένας μοναχικός άνδρας που δείχνει να θέλει να περάσει με ησυχία και με όση αξιοπρέπεια μπορεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του, με μοναδικές έγνοιες τον κήπο του και μια βόλτα στην τοπική παμπ, θα αναγκαστεί να καταφύγει στη βία και στα όπλα για να εξαγνίσει τις αμαρτίες του παρελθόντος του. Ο Λίαμ Νίσον υποδύεται τον φιλήσυχο άνδρα που λέει στο χωριό ότι εμπορεύεται βιβλία, ενώ στην πραγματικότητα είναι πρώην εκτελεστής με αιματηρό παρελθόν. Μια σκληροτράχηλη τρομοκράτισσα, μέλος του Ιρλανδικού Απελευθερωτικού Στρατού, μαζί με την ομάδα της έρχονται στην περιοχή για να σκορπίσουν τον θάνατο και να του θυμίσουν την παλιά του τέχνη. Ο Ρόμπερτ Λόρενζ, που σκηνοθετεί την ταινία, έχει υπάρξει ως παραγωγός τρεις φορές υποψήφιος για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, για ισάριθμες ταινίες που σκηνοθέτησε ο Κλιντ Ίστγουντ. Αυτό δεν είναι ένα απλό trivia, γιατί η ταινία μοιράζεται πολλά κοινά με το ιστγουντικό σύμπαν. Ο λιγομίλητος παλαίμαχος, η ανδρική αίσθηση ηθικής, η διέξοδος για λύτρωση μέσα από μια καλοκάγαθη γυναικεία αγκαλιά, το φάντασμα του αδυσώπητου παρελθόντος, η αυτοδικία του τιμωρού, η μεγαθυμία του λαϊκού σοφού... Όλα παραταγμένα με σαφήνεια και άκρως υπολογισμένα, σαν γλυκό που δεν πρέπει να πειράξεις τις δοσολογίες στη ζυγαριά ακριβείας γιατί η γεύση δεν θα είναι η κλασική, η γνώριμη. Αν και ο Λ. Νίσον είναι ικανός ερμηνευτής και κάνει ό,τι μπορεί για να προσδώσει ακεραιότητα στον ρόλο, αποπνέοντας μια κουρασμένη ευγένεια στις σκηνές διαλόγου, το σενάριο είναι μονοδιάστατο και ο Ρ. Λόρενζ, προκειμένου να δώσει μια επίφαση σασπένς εκεί που δεν υπάρχει, μετατρέπει το φινάλε σε γουέστερν αναμέτρηση ανάμεσα σε έναν μοχθηρό κακοποιό με μηδενική ηθική και σε έναν αντιήρωα που αναζητά τη λύτρωση. Στις σκηνές που ο Λ. Νίσον κατσουφιάζει και είναι σκεπτικός, ίσως να μην είναι εξαιτίας της μελαγχολικής φύσης του ήρωα, αλλά γιατί αναλογίζεται με παράπονο και πικρία την απουσία των διαλόγων ενός Μάρτιν ΜακΝτόνα («Τα πνεύματα του Ινισέριν»).

Ennio-The maestro ***

Σκηνοθεσία: Τζουζέπε Τορνατόρε

ennio

Ο σπουδαίος και πολυγραφότατος συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής, ο μεγάλος Ένιο Μορικόνε, μας αφηγείται τη ζωή του στον φακό του Τζουζέπε Τορνατόρε. Σκηνοθέτες που συνεργάστηκαν μαζί του, όπως ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, ο Ντάριο Αρτζέντο, η Λιλιάνα Καβάνι, ο Τούλιο Τζιορντάνα, ο Ρόλαντ Τζοφέ και φυσικά ο Κουέντιν Ταραντίνο, μιλούν με θέρμη και αγάπη γι’ αυτόν. Ο ίδιος ο Τζ. Τορνατόρε, που συνεργάστηκε αρχικά με τον μεγάλο μαέστρο στο «Σινεμά ο Παράδεισος», προσεγγίζει τη δημιουργική ευφυΐα ενός ανθρώπου που κατάφερε να φτάσει τα 500 κινηματογραφικά σκορ παρακολουθώντας τη διαδρομή του από την εποχή που ήταν ο γιος ενός περιπλανώμενου τρομπετίστα σε μέλος μιας πρωτοποριακής κολεκτίβας μέχρι τις ιδιόμορφες ποπ μελωδίες που υπέγραψε στη δεκαετία του ’60. Εκεί που οι συμβατικοί ενορχηστρωτές έγραφαν απλώς ορχηστρικά μέρη για να ακολουθήσουν τις συγχορδίες ενός τραγουδιού, εκείνος επινοούσε κάτι καινούργιο, προσθέτοντας στοιχεία που κανένας παραγωγός δεν θα μπορούσε να φανταστεί να χρησιμοποιήσει, από κονσερβοκούτια μέχρι γραφομηχανές. Ο μαέστρος, πίσω από τα τεράστια γυαλιά του, διηγείται ιστορίες για μια καριέρα που παρά λίγο να ήταν εντελώς διαφορετική, καθώς εγκατέλειψε νωρίς τη φιλοδοξία του να γίνει γιατρός. Ο Ένιο Μορικόνε θυμάται τον εξευτελισμό του να παίζει για φαγητό κατά τη διάρκεια της κατοχής της Ιταλίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη λαχτάρα του για την έγκριση του μέντορά του, του συνθέτη και δασκάλου Γκοφρέντο Πετράσι. Και μετά ήρθε η καταξίωση με τα σπαγγέτι γουέστερν. Καθώς η ταινία καταγράφει την αυξανόμενη επιτυχία του και συγκεντρώνει τις γεμάτες δέος παρατηρήσεις των θαυμαστών του, μαζί με μπόλικες ιστορίες που οι λάτρεις των κινηματογραφικών παρασκηνίων είναι βέβαιο ότι θα απολαύσουν.

Παίζεται ακόμη

Μυστήριο στη Φάρμα των Ζώων (A mystery on the Cattle Hill Express)

Σκηνοθεσία: Γουίλ Άσχερστ

a mystery on the cattle hill express

Η Φάρμα των Ζώων περνάει μια δύσκολη φάση, καθώς τίποτα δεν φυτρώνει και όλα δείχνουν ότι δεν θα υπάρξουν νέες καλλιέργειες. Ο Άλμπερτ Γουρουνοστάιν, ο πασίγνωστος εφευρέτης, διαθέτει έναν επαναστατικό σούπερ σπόρο που μπορεί να δώσει λύση στο πρόβλημα. Όμως, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού με το τρένο-εργαστήριο, κάποιος θα κλέψει τον πολύτιμο σπόρο του. Η Κλάρα και ο Αλπίνος θα ενώσουν τις δυνάμεις τους με την παγκοσμίου φήμης ντετέκτιβ Άγκαθα Κριστοπούλου για να αποκαλύψουν τον κλέφτη που βρίσκεται ανάμεσα στους επιβαίνοντες και να εξασφαλίσουν το μέλλον της Φάρμας των Ζώων. Πρόκειται για την τρίτη ταινία της νορβηγικής σειράς animation, που χρησιμοποιεί τις τεχνικές των ταινιών μυστηρίου για την ιστορία της.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0