Έρχεται στις κινηματογραφικές αίθουσες η επικής διάρκειας ταινία «Οι δολοφόνοι του ανθισμένου φεγγαριού». Η ιστορική συνάντηση του Ρόμπερτ Ντε Νίρο και του Λεονάρντο Ντι Κάπριο σε ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε είναι ένα σπάνιο κινηματογραφικό δώρο που σφραγίζει την εποχή και ήδη συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα του σκηνοθέτη. Μαζί, βγαίνει και ένα αξιόλογο γερμανικό θρίλερ σε σχολικό περιβάλλον, που θέτει σοβαρά ηθικά ερωτήματα
Η νέα ταινία του Σκορσέζε πιθανά μια από τις σπουδαιότερες αμερικανικές ταινίες όλων των εποχών
Οι δολοφόνοι του ανθισμένου φεγγαριού (Killers of the flower moon) *****
Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορσέζε
Πρωταγωνιστούν: Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Λίλι Γκλάντστοουν, Μπρένταν Φρέιζερ

Με την απόπειρά του να διασκευάσει το ερευνητικό βιβλίο «Killers of the flower moon», ο Μάρτιν Σκορσέζε φτάνει για πρώτη φορά τόσο κοντά στη μυθολογία τού γουέστερν. Η δράση της νέας ταινίας του τοποθετείται πριν από έναν αιώνα περίπου, όταν διάφορα μέλη του έθνους των Όσειτζ άρχισαν να δολοφονούνται μυστηριωδώς στην πολιτεία της Οκλαχόμα, χωρίς κανείς να οδηγείται ποτέ στη Δικαιοσύνη. Η ανεύρεση πετρελαίου στα μέρη που τους ανήκαν είχε μετατρέψει τους Όσειτζ στην πλουσιότερη φυλή των ΗΠΑ εκείνη την εποχή. Οι πολλοί ανεξήγητοι θάνατοι τελικά θα φέρουν στα μέρη τους έναν πράκτορα του νεοσύστατου τότε FBI, για να αποκαλύψει μια οδυνηρή συνωμοσία που αποσκοπούσε στην εκμετάλλευση των κληρονομικών δικαιωμάτων των αυτοχθόνων. Φυσικά, η 26η μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του σπουδαιότερου παγκοσμίως εν ζωή σκηνοθέτη δεν θα στεκόταν στις λεπτομέρειες της πλοκής ενός whodunit, ούτε στα τετριμμένα των δαπανηρών αναπαραστάσεων εποχής που είναι βγαλμένες από τους θαμμένους σκελετούς της αμερικανικής Ιστορίας. Αντιθέτως, ο Σκορσέζε σκηνοθετεί ένα υψηλής κλάσεως, βραδυφλεγές ψυχολογικό δράμα που δεν έχει την παραμικρή συγγένεια με τα ηρωικά γουέστερν του Τζον Φορντ ούτε με τους αιμοδιψείς Ινδιάνους και τους φωτογενείς λευκούς πιστολέρο της άγριας Δύσης.
Εάν υπάρχει κάποιο αντίστοιχο καλλιτεχνικό βλέμμα με αυτό του Σκορσέζε, τόσο σεβαστικό, τόσο διαβασμένο, τόσο σοφό και τόσο ανθρώπινο, θα πρέπει να το αναζητήσουμε πολύ σοβαρά, πολύ πίσω στην ιστορία του κινηματογράφου - ούτε κατά διάνοιαν μετά τη δεκαετία του '80. Και αν υπάρχει αντίστοιχο κινηματογραφικό έπος που να περιγράφει με σαφήνεια, με συγκρότηση και με τόσο μεγάλη καρδιά το μεγάλο έγκλημα, τη μεγάλη αμαρτία και την ιδέα της προδοσίας, θα πρέπει να την αναζητήσουμε σε ταινίες που μετριούνται στα δάχτυλα. Ο 80χρονος σκηνοθέτης δημιουργεί μια ταινία που διαρκεί τρεισήμισι ώρες και χαρίζει σε κάθε καρέ τη φροντίδα που θα έδινε σε μια μικρού μήκους ταινία τρεισήμισι λεπτών, εκεί που κάθε δευτερόλεπτο μετράει. Αξιοποιεί λοιπόν έναν προϋπολογισμό 200 εκατομμυρίων, όχι για να μας θαμπώσει με σκηνικά, κοστούμια και κομπάρσους, αλλά για να εστιάσει καλύτερα στις γκρίζες ζώνες του ανθρώπινου αμοραλισμού και στη φιλαργυρία που στρώνει τα θεμέλια όπου θα θυσιαστεί ένας αρχαίος κόσμος, προκειμένου η γη να περάσει στα λευκά χέρια των «νόμιμων» κατόχων της. Και το πετυχαίνει χωρίς να δαιμονοποιεί και χωρίς να γίνεται χειριστικός, όπως δηλαδή φέρονται οι λευκοί μνηστήρες απέναντι στις γυναίκες της φυλής με τη μεγάλη και ανεκμετάλλευτη περιουσία που περιμένει να κληρονομηθεί. Ο σκηνοθέτης μας υπογραμμίζει ότι η λευκή υπεροχή εδώ δεν έχει τα βίαια, ρατσιστικά χαρακτηριστικά της Κλου Κλουξ Κλαν. Ο λευκός προύχοντας της περιοχής και αυτόκλητος προστάτης της πόλης, ο Γουίλιαμ Χέιλ (τον υποδύεται ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο), δεν ήθελε δημόσια λιντσαρίσματα ούτε θα επέτρεπε σε κανέναν να πειράξει τους ανθρώπους της φυλής. Ο Ντε Νίρο (στη 10η συνεργασία του με τον Σκορσέζε) βρίσκεται σε σπάνια ερμηνευτική κορύφωση, περιφέροντας την πατριαρχική του συγκατάβαση και το καλοκάγαθα μοχθηρό του βλέμμα ανάμεσα στους γηγενείς, τους οποίους αντιμετωπίζει, ούτε λίγο ούτε πολύ, σαν ζωικό κεφάλαιο. Ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, πιστός στρατιώτης του Σκορσέζε στην 6η συνεργασία τους, υποδύεται τον ανιψιό του Χέιλ, τον Έρνεστ. Έναν μπερδεμένο άνδρα που, ενώ είναι ταγμένος στο ανίερο καθήκον που του δόθηκε, νιώθει τρυφερότητα και στοργή για τη σύζυγό του, τη Μόλι, μια γυναίκα των Όσειτζ. Η Λίλι Γκλάντστοουν είναι αλάνθαστη στον ρόλο αυτής της σιδηροστόμαχης γυναίκας που δεν ξεγελιέται από τις καλές προθέσεις αλλά βρίσκεται μοιραία παγιδευμένη σε έναν φαύλο κύκλο θανάτου, σωματικής φθοράς και προδοσίας.
Ο Σκορσέζε δεν είναι ο τυπικός σκηνοθέτης των Όσκαρ που χορεύει με τους λύκους, επομένως εξαφανίζει κάθε υποψία λευκού σωτήρα που θα ερχόταν στη μικρή πόλη να χαρίσει δικαιοσύνη στους ιθαγενείς και να ξεπλύνει την ένοχη συνείδηση του σημερινού Αμερικανού θεατή μέσω της γουέστερν μυθοπλασίας. Επιστρατεύει λοιπόν το δικό του αίσθημα ευθύνης και τοποθετεί τους Όσειτζ στο επίκεντρο. Αφήνει κατά μέρους τα δεξιοτεχνικά πλάνα (μας έχει χαρίσει χιλιάδες στο παρελθόν) και μαζί με την πιστή μοντέζ του, την Θέλμα Σκουνμέικερ, κλείνονται παρέα για δυο χρόνια στη μονταζιέρα. Μαζί βρίσκουν τον ρυθμό και τη χρονική, χωροταξική και τονική ένταση που αρμόζει σε τούτη την αθέατη ιστορία. Ο Σκορσέζε μάς απευθύνεται με στωικό, συνειρμικό τρόπο, όπου οι πολλαπλές πυκνές αφηγήσεις κυλάνε σαν χάδι, προσδίδοντας στο υπόκωφο δράμα τις διαστάσεις που του αξίζουν. Από την ταινία περνάνε όλα τα φαντάσματα του σκορσεζικού σινεμά: οι γκανγκστερικές πρακτικές αφοσίωσης, οι άγραφοι κανόνες των κακόφημων δρόμων, οι πληροφοριοδότες που χρησιμεύουν ως καλά παιδιά στις αρχές, το χρώμα του χρήματος που γράφει την ιστορία κατά το δοκούν, οι άγιοι προστάτες που μπαίνουν στον πειρασμό να διαφθείρουν τα χρόνια της αθωότητας... Και αφήνει την ιστορία να εξελίσσεται κάπου μεταξύ μνήμης και αντίληψης και μεταξύ πεποιθήσεων και μαρτυριών, με ένα βαρύ αίσθημα ευθύνης που σφυρηλατείται ύστερα από χρόνια παρακολούθησης ταινιών. Και όπως ο σκηνοθέτης μάς αφήνει να καταλάβουμε στο ιδιοφυές φινάλε (προσπαθήστε να μην μάθετε τίποτα προτού το δείτε,) ο ίδιος τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση του εργάτη της βιομηχανίας του θεάματος και ως μοναχικός storyteller, από τους τελευταίους του παλιού κόσμου όπως και οι γηραιότεροι των Όσειτζ, δεν μπορεί να αλλάξει την ιστορία ούτε είναι σε θέση να την αποτυπώσει στην ολότητά της. Επομένως, το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι να την αφηγηθεί, αλλά τουλάχιστον θα το πράξει με ειλικρίνεια και με πάθος. Τα δύο στοιχεία που χαρακτηρίζουν άλλωστε εδώ και 50 χρόνια τις καλύτερες δημιουργίες του.
Ενα θρίλερ μέσα απ΄ τους κανόνες διαπαιδαγώγησης και μια μάχη ανάμεσα σε διδάσκοντες και μαθητές
Στο γραφείο καθηγητών (The teachers’ lounge) ***
Σκηνοθεσία: Ιλκέρ Τσατάκ
Πρωταγωνιστούν: Λεόνι Μπένες, Λέναρντ Στέτνις, Οζγκιούρ Καραντενίζ

Η υπέροχη ταινία του τουρκικής καταγωγής Γερμανού σκηνοθέτη Ιλκέρ Τσατάκ ξεκινάει με μια άβολη ανάκριση δύο μαθητών Γυμνασίου, από τους οποίους ζητείται να δώσουν το όνομα -οποιοδήποτε όνομα- ενός συμμαθητή τους, τον οποίο υποπτεύονται για μια σειρά μικροκλοπές- μετρητά και μολύβια. Αυτή η πρακτική εξοργίζει μια νέα και ιδεαλίστρια δασκάλα, αλλά η παγίδα που στήνει για να παγιδεύσει τον πραγματικό κλέφτη μπλέκει και την ίδια σε ένα σπαρακτικό χάος αντικρουόμενων προθέσεων. Το σχολείο παρέχει το τέλειο σκηνικό για μια νευρική έρευνα διασταύρωσης πληροφοριών με άδικες πιέσεις, σε ένα απρόσμενα δυναμικό θρίλερ που παίζει με τις παγίδες της πολιτικής ορθότητας και της κουλτούρας της ακύρωσης, στις συνθήκες που πυροδοτούν το bulling και στα όρια της εκπαιδευτικής παρέμβασης. Είναι εξαιρετική στον πρωταγωνιστικό ρόλο η Λεονί Μπενές (την είχαμε δει στη «Λευκή κορδέλα» του Χάνεκε). Σχεδόν μεταβάλλει τη σωματική της διάπλαση, ανάμεσα στις σκηνές που βρίσκεται στο σπίτι μέχρι εκείνες που έρχεται σε σύγκρουση. Μάλιστα προσδίδει στη σωματική της ερμηνεία τις κρίσεις άγχους και ανησυχίας που βασανίζουν την ηρωίδα, μια δασκάλα με υψηλό φρόνημα που ταυτόχρονα είναι αρκετά εσωστρεφής. Τα μάτια της είναι γεμάτα οργή και πόνο, ενώ η φωνή της αλλάζει από ψύχραιμη σε κοφτή όταν αιφνιδιάζεται από μαθητές. Η δασκάλα διαλύεται από την πίεση όχι μόνο να είναι άξια υπερασπιστής των μαθητών της, αλλά και να ανταποκρίνεται στα υψηλά στάνταρ για τον εαυτό της. Το σενάριο τολμά να έχει ένα χαμηλό διακύβευμα. Είναι τόσο κοινότοπο το έγκλημα που διερευνάται, που λογικά δεν θα όφειλε να προκαλεί ενδιαφέρον. Ωστόσο, σταδιακά ξετυλίγεται μια σαδιστικά τεταμένη αφήγηση που αγγίζει με αριστοτεχνικό τρόπο θέματα ηθικής, ρατσισμού και αφοσίωσης. Το αποτέλεσμα είναι ένα λιτό, αργόσυρτο θρίλερ που σε καθηλώνει, ενώ το δράμα μαίνεται στους μουντούς σχολικούς διαδρόμους κάτω από πνιχτά και άβολα έγχορδα. Εξαιρετική ταινία, που η Γερμανία υπέβαλε επίσημα στην κατηγορία των διεθνών παραγωγών για τα επερχόμενα Όσκαρ.
ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ
Η Κινέζα (La Chinoise, 1967) ***
Σκηνοθεσία: Ζαν-Λικ Γκοντάρ
Πρωταγωνιστούν: Αν Βιαζέμσκι, Ζαν-Πιέρ Λεό, Μισέλ Σεμενιάκο

Ο μεγάλος στοχαστής και προβοκάτορας του γαλλικού νέου κύματος λίγο πριν από τον Μάη του 1968 διαισθάνθηκε την επερχόμενη εξέγερση και γύρισε ένα χειροποίητο φιλμικό μανιφέστο, την «Κινέζα». Πέντε φοιτητές απομονωμένοι σε ένα παρισινό διαμέρισμα ακούνε Ράδιο Πεκίνο και συζητάνε για την Πολιτιστική Επανάσταση, τις ενναλακτικές μορφές δράσης αλλά και το κοινωνικό αποτύπωμα της ένοπλης πάλης. Μια ευαίσθητη ταινία του Γκοντάρ στην οποία ο auteur αποτυπώνει την ψυχολογική κατάσταση της οργισμένης νεολαίας της εποχής εκείνης στο Παρίσι, μέσα από την ανάγνωση του Κόκκινου Βιβλίου του Μάο (όπως έλεγε ο Κινέζος ηγέτης: «η επανάσταση δεν είναι πρόσκληση σε δείπνο») και τη βαθύτερη κατανόηση του μαρξισμού και της παρακαταθήκης του Λένιν, ως ιδεολογικού όπλου και αισθητικςή ασπίδας των ανήσυχων φοιτητών. Ο Γκοντάρ αφουγκράζεται τις άναρχες και συχνά χαώδεις πολιτικές συζητήσεις και τις ιδεολογικές διαφορές των νέων ηρώων του, ενώ παράλληλα ειρωνεύεται με στυλ τις ιδεοληψίες και τις ουτοπικές φαντασιώσεις τους στην καρδιά των διεκδικήσεων του φοιτητικού κινήματος.