Τι γίνεται όταν ο πολυσχιδής Γιώργος Κουτλής αρπάζει στα χέρια του ένα κείμενο του πολυδιάστατου Marius Von Mayenburg; Σίγουρα ακόμα η τελική απάντηση δεν μπορεί να υπάρξει. Όμως προς το παρόν μια πρώτη απάντηση στην παραπάνω ερώτηση μπορεί να είναι η λέξη «προσμονή», γιατί σε αυτή την παράσταση που ετοιμάζεται να γεννηθεί δεν αρκεί η λέξη «αναμονή».
Γιατί ο Γιώργος Κουτλής είναι ένας σκηνοθέτης τού σήμερα, που μοιάζει να έχει ξεχυθεί στους θεατρικούς δρόμους αυτού του κόσμου και μαζεύει περπατώντας όλα εκείνα τα έργα που μιλούν για το τώρα, με τη γλώσσα τού τώρα και με μια σκηνοθετική ελευθερία που αναμφισβήτητα ορίζει και σχεδόν καθορίζει το θεατρικό μας περιβάλλον, όντας πλέον αναπόσπαστο, αναγνωρίσιμο και ξεκάθαρο μέρος του.

Γιατί δεν είναι μόνο η εύστοχη επιλογή των κειμένων της παγκόσμιας σύγχρονης δραματουργίας που στριμώχνει στις βαλίτσες του, αλλά είναι και ο τρόπος, το θάρρος, η γλώσσα. Σου αρέσει δεν σου αρέσει, είναι από εκείνους τους σκηνοθέτες που με τα έργα του από σκηνής απαντάει, άθελά του ή και όχι, και στο ντιμπέιτ της εποχής για το πόσο αγγίζεις τα έργα, μέχρι πού φτάνεις, τι σημαίνει σκηνικός σεβασμός και ένα σωρό αναχρονιστικά, συντηρητικά, αντανακλαστικά ερωτήματα που γέμισαν δυστυχώς το θεατρικό μας παρόν.
Ο Γιώργος Κουτλής απαντάει σε όλα αυτά με τον τρόπο που εκείνος διαβάζει τα κείμενα. Τα συναντάει, μπαίνει μέσα τους βαθιά και από εκεί αρχίζει μια διαδικασία σκηνικής αποδόμησης, που την έχουμε ανάγκη και τις περισσότερες φορές τον οδηγεί πιο κοντά στα περιεχόμενα, πιο κοντά στον πυρήνα του έργου, χτίζοντας μια εντελώς δική του, μοναδική, αυτούσια και θαρραλέα γλώσσα για να πει τις ιστορίες. Και έτσι ξαφνικά και αναπάντεχα μάλλον «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι», που επαναλήφθηκε με sold out διάθεση και στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, άνοιξε τον δρόμο για μια ακόμα συνάντηση με κείμενο του Marius Von Mayenburg.
Ένας θαρραλέος δραματουργός
Η ομάδα Σαουμπίνε, που δεν θέλει ιδιαίτερες συστάσεις, τουλάχιστον στο αθηναϊκό κοινό που την έχει γεμίσει με sold out χρώματα και ενθουσιασμό όλες τις φορές που μας επισκέφτηκε με τις παραγωγές της, είναι μια ομάδα που στους κόλπους της βρήκαν χρόνο και ελευθερία να μιλήσουν, να μεγαλώσουν, να γράψουν και να σκηνοθετήσουν μερικές και μερικοί από τους πιο σπουδαίους σύγχρονους καλλιτέχνες. Μια ομάδα που στο ενεργητικό της έχει σπουδαία ανεβάσματα κλασικού ρεπερτορίου αλλά και πρωτογενή έργα που γεννήθηκαν εκεί και που ξέφυγαν από το Βερολίνο με πανδημικούς ρυθμούς σε όλο τον κόσμο. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε αυτά τα θεατρικά άγρια, αδάμαστα, ακανόνιστα και ανυπάκουα θεατρικά χορτάρια, φύτρωσε και άνθισε ένας σπουδαίος σκηνοθέτης, μεταφραστής, δραματουργός, συγγραφέας. Ο Marius Von Mayenburg.

Έχοντας καταπιεί και συγγραφικά την πειραματική διάθεση της ομάδας, έχοντας ενσωματώσει μια τεράστια συγγραφική ανυπακοή, έχοντας αφουγκραστεί με έναν μαγικό τρόπο τις σύγχρονες πραγματικότητες, ο Mayenburg πιάνει θέματα που πονούν, πότε με μια υποδόρια ευαισθησία, πότε με έναν in your face κυνισμό και πότε με μια σουρεαλιστική τόλμη, φτύνοντας τη θεατρική του γλώσσα στις μούρες μας εντελώς ακούσια και χωρίς καμία διάθεση επαγρύπνησης. Τύλιξε την άρνησή του να γράψει στρατευμένα με τις κοινωνικές του ανησυχίες, με τον υπαρξιακό του αναβρασμό, κάνοντας μια σειρά από αριστουργηματικές γέννες θεατρικών κειμένων. Από το 1996 που εμφανίστηκε συγγραφικά μέχρι σήμερα μετράει περισσότερα από 18 έργα, με κάποια από αυτά να ζωντανεύουν εμμονικά στη σκηνή σε όλο τον κόσμο. Αν κάποιος λοιπόν γνωρίζει σκηνοθετικά τον Γιώργο Κουτλή και συγγραφικά τον Marius Von Mayenburg, θα μπορούσε να πει πως μια τέτοια συνάντηση ήταν από καρμική έως αναπόφευκτη.
Ένα έργο που γράφτηκε το 2007 αλλά σημερινό
Είσαι άσχημος, είσαι αποκρουστικός, είσαι άσχημος. Αυτά ξεστομίζει ο περίγυρος του Λέττε, του κεντρικού ήρωα του έργου, οδηγώντας τον χωρίς και ο ίδιος να το καταλάβει σε έναν πλαστικό χειρουργό, ο οποίος αναλαμβάνει να του αντικαταστήσει το πρόσωπο του με ό,τι πιο όμορφο δεν μπόρεσε να γεννήσει η φύση από μόνη της. Παραδομένος στα χέρια του πλαστικού χειρουργού, που του υπόσχεται ένα νέο πρόσωπο και μια νέα ζωή, ο Λέττε ξεκινάει μια νέα πορεία με το καλύτερο πρόσωπο του κόσμου από την κορυφή. Και όπως κάθε κορυφή που δεν σκαρφαλώθηκε αργά και με κόπο, σου υπόσχεται και σου εξασφαλίζει μια ανώμαλη καταστροφική προσγείωση στη ματαιότητα της ύπαρξης που δεν κατάφερες να αγαπήσεις. Ένα άσχημο πρόσωπο έμοιαζε το πρόβλημα, την ώρα που ένα θεαματικά όμορφο πρόσωπο στη θέση του δεν θα μπορούσε να είναι η λύση. Γιατί ένα πρόσωπο, όσο ωραίο και αν είναι, μπορεί να τροφοδοτήσει για λίγο την αντλία της ανάσας αλλά δεν μπορεί να αποφύγει τίποτα από το πολύπλοκο σύμπαν της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι πάντα όλα εκεί. Ανθίζουν και τρώνε κάτω από το δέρμα μας και δεν ξεγελιούνται από τη νέα μορφή που μπορεί να τους δώσεις.

Η πολύπλευρη αυτή, κατάμαυρη, φρενήρης κωμωδία του Mayenburg είναι από μόνη της μια κριτική στην κοινωνία του θεάματος, της εικόνας. Μιας κοινωνίας που ξοδεύεται σε αυτά τα επιφανειακά, κυριαρχικά ορισμένα και επιβεβλημένα ως ελαττώματα, που μας βασανίζουν από έξω προς τα μέσα, ενώ ταυτόχρονα καταπιέζουν οποιαδήποτε δυνατότητα αντίδρασης από μέσα προς τα έξω. Ένα πρόσωπο που θεωρείται άσχημο γίνεται η αφορμή για να γεννήσει το έργο στους θεατές το αναπάντητο ερώτημα της ομορφιάς, της ευτυχίας, των οικογενειακών συμπλεγμάτων, της αισθητικής, της δύναμης, του κύρους και εντέλει της ματαιότητας. Γιατί ο Mayenburg δεν χαρίζεται καθόλου σε αυτό το έργο. Γιατί μπορεί να επιλέγει συνειδητά να παίξει με έναν κωμικό ρυθμό συγγραφικά και με καταιγιστικό χιούμορ, αλλά στην πραγματικότητα με το δάχτυλό του σκαλίζει περιπαιχτικά και επίπονα κάτι πολύ βαθύ μέσα μας.
Ένα έργο για ανεξέλεγκτους ηθοποιούς, γεμάτους εργαλεία
Το έργο είναι γραμμένο για τέσσερις ηθοποιούς που οι τρεις ερμηνεύουν από δύο ρόλους που εναλλάσσονται απροειδοποίητα και ταχύτατα ξανά και ξανά στη σκηνή με τρόπο που απαιτεί από τους ηθοποιούς διαρκή επαγρύπνηση, διαρκή ετοιμότητα. Ούτε το πότε ούτε το πώς γίνονται αυτές οι εναλλαγές είναι τυχαίο, πράγμα που δημιουργεί στους ηθοποιούς την ανάγκη να ακολουθήσουν με μία ανάσα τον καταιγιστικό ρυθμό του έργου, που από την ώρα που αρχίζει μέχρι την τελεία του μοιάζει να μην έχει παύσεις, κενά διαστήματα και αναμονές.

Σε αυτό το ανέβασμα λοιπόν του Γιώργου Κουτλή, που ξέρει να ενώνει και να φτιάχνει ομάδες σαν να υπήρχαν από πάντα, αναλαμβάνουν ευτυχώς αυτόν τον σκηνικό άθλο οι Ορφέας Αυγουστίδης, Γιάννης Κλίνης, Μαίρη Μηνά και Ηλίας Μουλάς. Τέσσερις ηθοποιοί με ζηλευτά εργαλεία, με κοινή αισθητική τωρινή σκηνική γλώσσα, κάτω από τη σκηνοθετική ομπρέλα του Κουτλή και παραδομένοι στις λέξεις του Mayenburg, σχεδόν προδιαγράφουν αυτή τη θεατρική έκρηξη του χειμώνα στο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου. Ευτυχώς, το θέατρο ξέρει να βρίσκει ανάσες εκεί που του τις κόβουν. Και κάτι μου λέει πως αυτή θα είναι μια τέτοια. Ας γίνει αυτός ο «Άσχημος» ο παραμορφωτικός καθρέφτης αυτού που ζούμε και ας σπάσει. Μακάρι.