Συναντηθήκαμε με τη Μαριλίτα Λαμπροπούλου στο Πεδίον του Άρεως μέσα σε μια καλοκαιρινή μπόρα που επέβαλε πιο βιαστικούς ρυθμούς στα φωτογραφικά στιγμιότυπα του Παύλου Παρασκευά. Βροχερά, αντιπροσωπευτικά, αυθόρμητα και καθάρια. Λίγο πριν ξεκινήσει ακόμα μια πρόβα για τον «Οιδίποδα Τύραννο» σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα, που κάνει πρεμιέρα 12 και 13 Ιουλίου στο Θέατρο Δάσους στη Θεσσαλονίκη και θα πατήσει Επίδαυρο στις 25 και 26 Αυγούστου, μας μίλησε με ενθουσιασμό και προσμονή για τη σκηνική της συνάντηση με το σπουδαίο αυτό κείμενο και τον ρόλο της Ιοκάστης. Η Μαριλίτα Λαμπροπούλου αφουγκράζεται το έργο και χαϊδεύει την Ιοκάστη σαν να τη συναντά για πρώτη φορά. Γιατί έτσι θεωρεί ότι πρέπει να γεννιούνται οι ρόλοι. Από το τίποτα, από το άγνωστο. Αλλά η παράσταση έγινε απλά ο δρόμος. Ένας δρόμος με πολλές στάσεις. Που γράφουν «Εραστής δυτικών προαστίων», «Σασμός», αλλά και «Οι Τσέντσι», το έργο του Σέλλεϋ που θα σκηνοθετήσει τη νέα θεατρική σεζόν. Εκεί θα σκηνοθετήσει και τον σύντροφό της Γιάννη Νταλιάνη για ακόμα μια φορά με χαρά και ανακούφιση, γιατί «είναι πολύ δεκτικός ηθοποιός στη σκηνή και η συνεργασία μαζί του είναι περίπατος», όπως χαρακτηριστικά μας είπε. Κοιτώντας τον καλλιτεχνικό οδικό της χάρτη, συναντάει κανείς πότε τη Μαριλίτα και πότε τη Λαμπροπούλου. Εμείς τη συναντήσαμε ολόκληρη. Με το ίδιο ανακουφιστικό χαμόγελο. Αυτή είναι η Μαριλίτα Λαμπροπούλου.
Είχες ποτέ μέχρι τώρα σκηνική επαφή με τον «Οιδίποδα Τύραννο»;
Αυτό το κείμενο είναι ίσως, μαζί με την «Αντιγόνη», το πιο εμβληματικό κείμενο όχι της αρχαίας δραματουργίας, αλλά της δραματουργίας γενικότερα. Ήρθα σε επαφή προφανώς από το σχολείο όπως όλοι και στην πορεία το προσέγγισα με τελείως διαφορετικούς τρόπους στο πανεπιστήμιο. Δεν έχει τύχει να ξανασχοληθώ σε πρόβα ή παράσταση. Είναι όμως σημείο αναφοράς σε διδασκαλίες μου και έχω συνδεθεί ποικιλοτρόπως, αλλά ποτέ στη σκηνή και μέσα από τον ρόλο της Ιοκάστης. Είναι ένα τέλειο δραματουργικά έργο. Η τελειότητα είναι κάτι αμφισβητούμενο, αλλά αν μπορούμε να πούμε ότι κάτι είναι τέλειο, αυτό το έργο θέτει γερή υποψηφιότητα. Κάθε φορά όμως που πιάνω ένα κείμενο θέλω να είναι σαν μην το έχω ξαναδιαβάσει ποτέ. Θέλω να μην υπάρχει τίποτα προαποφασισμένο, τίποτα φιλολογικό. Να βλέπω τον ρόλο σαν να μην ξέρω τίποτα για αυτόν. Να σκάβεται μέσα μου, να δουλεύεται μια καινούργια σχέση.
Απέκτησες μια νέα σχέση λοιπόν με την Ιοκάστη;
Αποκτώ. Δεν βιάζομαι να συμβεί. Θεωρώ ότι η δημιουργία έχει κάποια στάδια. Για να έχεις ελπίδες να σου γεννηθεί κάτι που αξίζει, πρέπει να περάσεις από τα στάδια της αναζήτησης, της αμφισβήτησης, της καταστροφής. Της αναλαμπής, της επιμονής και τελικά του ανοίγματος ξαφνικά μέσα από μια πεδιάδα εύφορη, στην οποία θες να βουτήξεις και να αρχίσεις να δρέπεις άνθη και καρπούς, να νιώθεις ότι εκεί πέρα μπορείς να τρέξεις με όλη σου την ενέργεια ελεύθερα.

Έχεις αγωνία για την Επίδαυρο;
Εχω μεγάλη ανυπομονησία. Πιστεύω ότι θα είναι μια εμπειρία αξέχαστη και μοναδική, οπότε έχω χαρά. Αυτό είναι το κυρίαρχο συναίσθημα αυτή τη στιγμή. Δεν έχω αγωνία. Πριν πατήσω το πόδι μου εκείνη την ώρα θα έχω, φαντάζομαι, αλλά αυτή τη στιγμή η χαρά είναι το κυρίαρχο.
Πώς είναι το θεατρικό σύμπαν του Σίμου Κακάλα;
Ο Σίμος καταρχάς φτιάχνει ένα σύμπαν, όπως είπες. Έναν ζωντανό οργανισμό που έχει μια εσωτερική συνέπεια. Ξέρει ακριβώς το όραμά του. Ξέρει πώς να το δουλέψει. Είναι μάστορας στον χειρισμό της μάσκας - γιατί θα υπάρχει μάσκα στην παράσταση. Είναι εμπνευσμένος σκηνοθέτης. Η σχέση του με τη μουσική επίσης είναι καταλυτική. Θα υπάρχει μουσική στην παράσταση, την οποία συνθέτει αλλά και εκτελεί στη σκηνή ο Φώτης Σιώτας, ένας εξαιρετικός μουσικός, πολύπλευρος, πολυμήχανος. Ο Σίμος συνθέτει έναν ολόκληρο κόσμο. Πρώτα δημιουργεί στους ίδιους τους ηθοποιούς την ατμόσφαιρα. Δεν είναι κάτι που γίνεται για το κοινό μόνο. Είναι κάτι που δημιουργείται για να εμπνεύσει και εμάς. Είναι σε διάλογο στις πρόβες, δεν έρχεται με κάτι έτοιμο.

Γιατί ο σκηνοθετικός κόσμος είναι τόσο ανδροκρατούμενος;
Είναι ένα κοινωνιολογικό ζήτημα που θέλει προφανώς σοβαρή μελέτη, επιστημονική. Κάποια επαγγέλματα έτσι κι αλλιώς έλκουν λιγότερο τις γυναίκες. Είναι και τα ζητήματα εξουσίας που παίζουν ρόλο σε αυτό. Γιατί το να μπορέσεις να σκηνοθετήσεις, εκτός του να μπορείς να φανταστείς έναν κόσμο στη σκηνή και να οδηγήσεις τους συντελεστές σου, εμπεριέχει ένα κομμάτι επιβολής, το οποίο ίσως οι άντρες το έχουν πιο εύκολο για διάφορους λόγους, είτε φυσικούς είτε πατριαρχικούς. Δεν είμαι σε θέση να βγάλω τέτοια συμπεράσματα, δεν το θέλω. Ο σκηνοθέτης πρέπει με κάποιον τρόπο να βρίσκει τον τρόπο να συντονίζει και να εμπνέει στους ηθοποιούς ένα κύρος και μια δύναμη την οποία για κάποιο λόγο οι άνθρωποι έχουν την τάση να δίνουν περισσότερο στους άντρες. Νιώθω όμως ότι εγώ έχω απολαύσει την εμπιστοσύνη των ηθοποιών με τους οποίους έχω συνεργαστεί και νομίζω ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι. Μπορείς, αν έχεις ένα σαφές όραμα, να δουλέψεις χωρίς να χρειάζεται να έχεις βροντερή φωνή. Είναι ένα χαζό παράδειγμα, αλλά πολλές φορές η βαριά αντρική φωνή ταυτίζεται με το κύρος, ίσως επειδή μας θυμίζει τον βρυχηθμό του λιονταριού, ενώ μια άλλη μπορεί να ακούγεται σαν γάτα. Αυτό στο βάθος του εγκεφάλου μας μπορεί να λειτουργεί ασυναίσθητα, ασυνείδητα, χωρίς να ξέρουμε γιατί. Βρίσκεται ο τρόπος. Είναι σημαντικό για μένα να δουλεύω ελεύθερα με ανθρώπους που τους έχω εμπιστευτεί και με εμπιστεύονται. Δεν μου αρέσει να είμαι σε ένα προσωποπαγές σχήμα. Με ενδιαφέρει να συναντιέμαι με ανθρώπους που βρισκόμαστε στο ίδιο μήκος κύματος.
Έχεις την αυτοπεποίθηση μετά από τόσα χρόνια που σκηνοθετείς να πεις ότι δεν υπέπεσες σε αυτά τα εξουσιαστικά χαρακτηριστικά που αποζητά ο ρόλος επί της αρχής;
Σίγουρα δεν είμαι αυτό το στιλ σκηνοθέτη και δεν έχω υπάρξει. Νομίζω ότι αν ρωτήσεις και τους περισσότερους που έχουν συνεργαστεί μαζί μου, θα στο επιβεβαιώσουν. Δεν είναι ο ρόλος του σκηνοθέτη που φέρει την εξουσία, τη φέρει ο άνθρωπος.

Ως ηθοποιός έχεις βιώσει αυτή την εξουσία του σκηνοθέτη;
Γενικά επέλεγα τους σκηνοθέτες που θα δούλευα. Το έχω ζήσει όμως, το έχω σαν εμπειρία στο μυαλό μου. Δεν ήταν κάτι που έζησα συχνά, γιατί είχα μια αυτοπροστασία και δεν ήθελα να βρίσκομαι σε καταπιεστικές ή αυταρχικές καταστάσεις. Δεν μου αρέσει να συγχέονται η σκηνοθετική δριμύτητα και δεξιότητα με τη δριμύτητα μιας συμπεριφοράς. Έχουμε μάθει για σκηνοθέτες που ήταν υπερταλαντούχοι και φέρονταν άσχημα, βασάνιζαν τους ηθοποιούς τους, ήταν υπερβολικά απαιτητικοί κι ας μην ήταν σε όρια MeToo ή ποινικά. Πολλές φορές λένε «πέτυχε, ήταν καταπληκτικός σκηνοθέτης, αλλά δες τι χρειάστηκε να κάνει στους ηθοποιούς του». Όχι, απλώς παράλληλα έκανε και αυτό στους ηθοποιούς του. Δεν χρειάζεται, για να βγάλεις κάτι από τους ηθοποιούς σου, να βασανίσεις και να είσαι σαδιστικός. Οπότε αυτό το απέφυγα. Όσο μπορούσα, γιατί δεν μπορείς πάντα.
Νιώθω ότι ο άνθρωπος που έχω απέναντί μου δεν έχει καμία σχέση με εκείνο το κορίτσι στον «Εραστή δυτικών προαστίων».
Εδώ το νιώθω εγώ για τον εαυτό μου (γέλια). Είναι σαν δύο προσωπικότητες. Έχω δύο πλευρές. Είναι δύο έντονες γραμμές. Η μία είναι η θεωρητική, που είναι και πολύ ισχυρή. Έχω μια ακαδημαϊκή σκέψη και όρεξη, και από την άλλη έχω ένα κοριτσάκι μέσα μου που απλά παίζει και ζει το σώμα του και δεν ασχολείται με τίποτε από όλα αυτά. Οπότε αυτά τα δύο στοιχεία μου μάλλον βρίσκουν αυτές τις διαδρομές και αυτούς τους τόσο διαφορετικούς δρόμους.
Άρα θα το ξανάκανες γυρνώντας τον χρόνο πίσω;
Δεν μπορώ να ξέρω τι αποφάσεις θα έπαιρνα με το μυαλό που έχω τώρα. Δεν θεωρώ ότι τα έκανα όλα σωστά. Δεν θεωρώ ότι έκανα και μεγάλα λάθη. Όμως ο «Εραστής» είναι μέρος της ζωής μου. Θα μπορούσα ποτέ να το αρνηθώ; Δεν θα μπορούσα. Υπάρχουν πράγματα που με ενοχλούν σε αυτό, υπάρχουν πράγματα που μου αρέσουν. Μερικά θα τα έπαιζα τελείως διαφορετικά με την ωριμότητα που έχω τώρα. Είναι αμφίθυμη αυτή η σχέση.

Πες μου για τον «Σασμό» και όλη αυτή την επιτυχία.
Εχω εντυπωσιαστεί κι εγώ. Δεν περίμενε κανείς μας τέτοια ένταση επιτυχίας. Είναι ευχάριστο. Δεν θέλω να κρυφτώ. Είναι ωραίο, και ακόμα πιο ωραίο επειδή νιώθω ότι αγαπούν και τον ρόλο μου, τη Βασιλική. Αν και υπάρχουν, φυσικά, και αυτοί που δεν τον αγαπούν. Και καλώς. Ξεσηκώνει πάθη και αντιδικίες στη συζήτηση. Έτσι ανάβουν οι συζητήσεις. Είναι μια δουλειά που τη νιώθουμε ομαδική. Είναι μεν μια τηλεοπτική δουλειά, υπάρχει παραγωγός και κανάλι, όλα αυτά που δεν ακούγονται και τόσο ομαδικά, όμως πραγματικά, επειδή όλοι έχουμε συνδεθεί συναισθηματικά, ακόμα και οι άνθρωποι που ασχολούνται περισσότερο τεχνοκρατικά, μέσα στο συνεργείο μεταξύ των ηθοποιών με το σκηνοθετικό, με τους τεχνικούς υπάρχει ένα κλίμα ηρεμίας, δημιουργικότητας και αλληλοφροντίδας, το οποίο είναι πολύ σημαντικό και όχι πάντα αυτονόητο.
Το τίμημα αυτής της έκθεσης; Σε ρωτάνε μέχρι και για την υπόθεση Γεωργούλη.
Για τον Γεωργούλη με πήραν 20 τηλέφωνα. Φυσικά δεν μίλησα σε κανέναν. Τώρα έχω μάθει να το διαχειρίζομαι. Νεότερη με πανικόβαλλε αυτή η κατάσταση. Το έχω συνηθίσει. Ξέρω ότι με γνωρίζουν. Αν πάω όμως στη Γουαδελούπη, δεν με γνωρίζει κανείς. Το απομυθοποιώ όλο αυτό και το λέω και στα παιδιά μου που λένε «Μαμά, σε γνωρίζουν όλοι». Όχι όλοι, τους λέω. Ένα ελάχιστο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού που ζει εδώ και βλέπει «Σασμό» (γέλια). Οι περισσότεροι με πλησιάζουν με έναν τρόπο διακριτικό, ευγενικό και με αγάπη. Ξέρουν τη ζωή μου σε έναν βαθμό και το αντιμετωπίζω σαν να είμαι σε ένα χωριό, να πηγαίνω στο καφενείο και να βλέπουν λίγο τα παιδιά μου, ποιος είναι άντρας μου και μετά πάω σπίτι μου. Σαν ένα δημόσιο, μεγάλο καφενείο. Οπότε δεν ακούω και τα κουτσομπολιά του. Σε ένα καφενείο θα κάτσει κάποιος στο πίσω τραπέζι και θα πει ό,τι θέλει. Τα δημοσιεύματα, λοιπόν, είναι σαν να είπε κάποιος κάτι στο πίσω τραπεζάκι. Δεν τα διαβάζω καν. Δεν με απασχολούν. Παίρνει η θάλασσα αυτές τις πληροφορίες και τις εξαφανίζει. Δεν νομίζω ότι κανείς σοβαρός άνθρωπος ασχολείται.

Μαριλίτα, ένιωσες ποτέ να καβαλάς το καλάμι;
Καλάμι γιατί; Θα ήταν ανόητο. Για οποιονδήποτε άνθρωπο. Μόνο απομόνωση και δυστυχία θα έφερνε. Και επίσης για ποιο λόγο; Είναι πολλές οι αδυναμίες μου και δεν νιώθω παρά μια ψηφίδα στο μωσαϊκό της διαφορετικότητας των ανθρώπων. Και χαίρομαι γι’ αυτό. Ό,τι καλό έχω πετύχει είναι ωραίο, αλλά ελάχιστο. Είναι απέραντη η θάλασσα των πραγμάτων που δεν έχω μπορέσει ακόμα να κάνω και με περιμένουν να τα προσπαθήσω. Αλλά και όλα να τα κατάφερνα, πάλι αυτό που μένει και αξίζει είναι η απλή συναναστροφή, η παρέα, η συντροφικότητα. Εκεί που όλοι αγαπιόμαστε με τα ελαττώματά μας και αλληλοθαυμαζόμαστε και αλληλοπειραζόμαστε και θολώνουν τα όρια του εαυτού και του άλλου. Ίσως είχα την ψευδαίσθηση ότι οι επιτυχίες είναι εύκολες. Έως εκεί μπορώ να πω ότι μπορεί να με επηρέασε. Νόμιζα ότι όλα θα είναι επιτυχία, αλλά δεν είναι έτσι.
Πώς βίωσες όλο αυτό που έγινε με το Προεδρικό Διάταγμα;
Πολύ άσχημα. Δύο πράγματα υποτιμήθηκαν και απαξιώθηκαν με αυτό το Διάταγμα. Η αξία της εκπαίδευσης στο θέατρο, αλλά και το θέατρο συνολικά. Αντιμετωπίστηκε απλά ως διασκέδαση. Δεν είναι αυτό το θέατρο. Υποτιμήθηκε η αξία του θεάτρου και του πολιτισμού. Η απάντηση που δόθηκε ήταν απογοητευτική πλήρως. Ήταν ουσιαστικά υπόσχεση χρημάτων. Γιατί αυτό έγινε. Στα αιτήματα η απάντηση ήταν «πάρτε κάτι παραπάνω». Έτσι το κατάλαβα εγώ. Στενάχωρο ήταν και ότι έπεισε. Πολλοί άνθρωποι τελικά αρκούνται σε ένα οικονομικό όφελος, ενώ το θέατρο, ο πολιτισμός, είναι μια ανάγκη πέραν των χρημάτων, άνω των χρημάτων. Τα χρήματα φυσικά είναι απαραίτητα και όλοι τα θέλουμε, αλλά δεν μπορούν αυτά να αρκούν για να ζούμε μια καλή ζωή. Υποτιμάται συνολικά το θέατρο όταν πιστεύεις ότι μπορεί να είναι ανεκπαίδευτο. Αυτό έκανε το Προεδρικό Διάταγμα.