Live τώρα    
Πάνος Χαραλάμπους στην «Α» / Ο χρόνος της Τέχνης δεν είναι χρήμα, είναι για να χάνεται
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Πάνος Χαραλάμπους στην «Α» / Ο χρόνος της Τέχνης δεν είναι χρήμα, είναι για να χάνεται

1334911320.jpg
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

«Ο λόγος της Τέχνης είναι αντιπολιτικός, όχι αντιπολιτευτικός... Ο χρόνος της δεν είναι χρήμα, είναι για να χάνεται» λέει ο Πάνος Χαραλάμπους, διαχωρίζοντας ευθύς εξαρχής τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος προσλαμβάνει τον πολιτικό χαρακτήρα της Τέχνης, αναγνωρίζοντας τα στοιχεία εκείνα που τη διαφοροποιούν με τον τρόπο που «προτείνει ο νεοφιλελεύθερος κλοιός εντός του οποίου ζούμε». Εικαστικός με γόνιμη διαδρομή εντός και εκτός ελληνικών συνόρων και ιδιαίτερο δείγμα γραφής στα ελληνικά δρώμενα, δάσκαλος επί τριάντα χρόνια αλλά και πρύτανης στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, ομότιμος καθηγητής της εδώ και μερικούς μήνες και ταυτόχρονα πολίτης με τις κεραίες ανοιχτές στην εποχή και την τέχνη του, ο Π. Χαραλάμπους διαθέτει έναν ιδιαίτερο τρόπο να συνομιλεί με τους δικούς του όρους με το παρελθόν. «Η πρόθεσή μου δεν είναι να χρησιμοποιήσω το παρελθόν όπως ήταν, νοσταλγικά, αλλά σαν μια δύναμη που μπορεί να επικαιροποιείται και να επανέρχεται» λέει.

Υπολείμματα από την καπνοπαραγωγή, ποτήρια βεντούζας από κλειστά εργοστάσια, αφίσες από πανηγύρια που πρωταγωνιστούσε ο Τάκης Καρναβάς, λαϊκός τραγουδιστής και θρύλος της Δυτικής Ελλάδας, dj set, αλλά και το φιλμ «La gazza ladra», που δημιουργήθηκε από τη σχέση που ανέπτυξε ζώντας εκατό ημέρες με μια καρακάξα, συνθέτουν την τοπιογραφία της νέας μεγάλης ατομικής έκθεσης με στοιχεία αναδρομικής «Aμβrακία... mia», με την οποία επανέρχεται στο τέλος της χρονιάς. «Στην τέχνη μου η “σαβούρα” επαναχρησιμοποιείται και συγκροτεί μια “ιδιοφυή εποχή” με ποιητικό αντίκρισμα» λέει. Καθώς μιλάει για την Τέχνη, τους δασκάλους και τους οδοδείκτες της διαδρομής του, για όσα τον διαμόρφωσαν και όσα διδάχτηκε από τους φοιτητές του, για την ΑΣΚΤ, την Καλλιτεχνική Εκπαίδευση, το «αδιανόητο μίσος προς τη νεότητα», για τον Πολιτισμό, τους θεσμούς του και το πολιτικό προσωπικό, διαπιστώνει την άμεση ανάγκη «να βρούμε τα αντίδοτα στην τεχνικοποίηση της ζωής μας που προξενεί συναισθηματική αναπηρία».

Επειτα από αρκετά χρόνια κι αφού έχεις ολοκληρώσει την ακαδημαϊκή σου διαδρομή και μια πρυτανική θητεία στην ΑΣΚΤ, έχεις συμμετάσχει στην Documenta14, στην Μπιενάλε της Βενετίας και σε θεματικές εκθέσεις, επιστρέφεις με νέα έκθεση, που έχει και στοιχεία αναδρομικής, την «Aμβrακία... mia». Ποια είναι αυτή τη φορά η προβληματική σου;

Σωστά μιλάς για επιστροφή. Κάθε εκθεσιακό γεγονός είναι και μια επιστροφή. Αλλά κάθε επιστροφή σημαίνει επάνοδο σε μια περιοχή ξεχασμένη, εγκαταλειμμένη, σε ένα όρυγμα, ένα διάσελο, ένα χάσμα που η λήθη σκέπασε, επικάλυψε. Σημαίνει επίσκεψη ξανά αλλά και επανανακάλυψη του κενού, του ανοίγματος-αινίγματος. Εκεί, λοιπόν, στην επικράτεια και στην τρομοκρατία των βεβαιοτήτων, της πληρότητας και του θεωρητικού ναρκισσισμού, της πλεονεξίας, προκύπτει ως ανάγκη η υποδόρια δράση των τεχνών. Πώς θα μπορούσε ένας καλλιτέχνης να συλλάβει τον εαυτό του, να στερεοποιήσει την ταυτότητά του, να ταυτοποιηθεί η μήτρα της παρουσίας αν δεν ήταν δυνητικά παρούσα, προϋπάρχουσα, σε ελλειπτική μορφή, μια μορφή που «έχει την επιθυμία και το καθήκον» να βρει την πλήρωσή της. Συνάγεται ότι ο κάθε καλλιτέχνης μπορεί να συλλάβει τον «εαυτό» του μέσα από τις μετατοπίσεις του, τις εκστάσεις, τις διαμορφώσεις των πυρηνικών του στοιχείων. Προσπαθώ να συγκροτήσω ένα τοπίο, δεν δημιουργώ όμως μια τοπιογραφία όπως η γενιά του ’30 επί παραδείγματι, με στοιχεία μυθικού χαρακτήρα και belvedere αλληγορίες, ούτε όμως όπως η γενιά του ’60 επινοεί απεδαφικοποιημένα τοπία. Η δική μου τοπιογραφία συγκροτείται ως ένα tableau vivant, μέσα από δράσεις κοινοτικού τύπου, όπως είναι η καπνοπαραγωγή, τα λαϊκά πανηγύρια και η διασκέδαση, τα χοροστάσια και οι ενοριακές δράσεις που συνέβαιναν τότε. Η πρόθεσή μου δεν είναι να χρησιμοποιήσω το παρελθόν όπως ήταν, νοσταλγικά, αλλά σαν μια δύναμη που μπορεί να επικαιροποιείται και να επανέρχεται ως ανάγκη παροντική. Γι’ αυτό χρησιμοποιώ υλικά απαξιωμένα, σαβούρα ουσιαστικά, υπολείμματα από την καπνοπαραγωγή, ποτήρια βεντούζας από κλειστά εργοστάσια, αφίσες από πανηγύρια που πρωταγωνιστούσε ο Τάκης Καρναβάς, ένας λαϊκός τραγουδιστής, agrorocker της Δυτικής Ελλάδας για περισσότερα από σαράντα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του στις 20 Ιουλίου του 1999. Ένα άλλο στοιχείο της έκθεσης είναι ένα μικρό φιλμ, το «La gazza ladra», που καταγράφει τη σχέση που αναπτύχθηκε ζώντας εκατό ημέρες με μια καρακάξα, διερευνώντας τις σχέσεις ζωικότητας (animalitas) και ανθρωπινότητας (humannes). Αναφέρομαι στην επικυριαρχία του ανθρώπου στον πλανήτη που προέκυψε από φυσικούς διαχωρισμούς. Ουσιαστικά, η έκθεση είναι μια επιτελεστική τοπιογραφία, ένα σενάριο εντός του οποίου εκτυλίσσονται διάφορα γεγονότα που παράλληλα θα βιντεοσκοπούνται.

Θα σε δούμε να χορεύεις πάνω σε γυάλινη πίστα με χιλιάδες ποτήρια δημοτικούς χορούς, όπως στην Μπιενάλε της Βενετίας;

Φυσικά! Ο χορός είναι… η πολιτική των άκρων. Όπως θα με δείτε και να παίζω μουσικές ως ιδιότυπος dj σε παράδοξα κουαρτέτα μαζί με τους φίλους μου.

Είσαι από τους καλλιτέχνες που ερευνάς και αξιοποιείς τα νέα μέσα της τέχνης σου και τρόπον τινά δεν κλείνεις τις πόρτες στη μνήμη και στον λαϊκό πολιτισμό. Θέλεις να μας ξεναγήσεις στο εργαστήριό σου;

Η χρήση των νέων μέσων δεν σημαίνει αποκοπή από τον λαϊκό πολιτισμό. Ίσα-ίσα που η ελπίδα για μια αναδιατύπωση του λαϊκού πολιτισμού και της λειτουργίας του προϋποθέτει τα νέα μέσα. Δεν νοσταλγώ τον λαϊκό πολιτισμό, γνωρίζω καλά ότι έχουν πια εκλείψει οι όροι παραγωγής του. Η δική μου δράση έχει να κάνει με την επούλωση του τραύματος, του πένθους δηλαδή που δημιούργησε η απώλεια της αγροτικής κουλτούρας, η οποία ταυτίζεται με την παιδική μου ηλικία στο Ξηρόμερο Ακαρνανίας, μία από τις εμβληματικές καπνοπαραγωγικές περιοχές της χώρας, φημισμένη επίσης για τα λαϊκά πανηγύρια της. Την εποχή εκείνη για την οποία συζητάμε, στις δεκαετίες του 1980-1990, η επαρχία άδειασε πληθυσμιακά και όσοι παρέμειναν εκεί ούτε πρωτογενώς αγροτικός πληθυσμός είναι ούτε καν μοντέρνος. Είναι άνθρωποι δίχως παραγωγή, δίχως ψυχαγωγία, παρέμειναν ουσιαστικά άθυμοι, ανεόρταστοι, ένας λαός υπό εξαφάνιση. Αυτή η συνθήκη απασχολεί όλο το έργο μου, ό,τι έχω κάνει έως τώρα, πάντα με την ίδια ένταση…, όχι με τις ίδιες προτεραιότητες.

Τι επιδιώκεις μέσα από την τέχνη σου;

Εχω τη γνώμη ότι ο λόγος της Τέχνης είναι αντιπολιτικός, όχι αντιπολιτευτικός. Όταν η Τέχνη πολιτεύεται, το κάνει ομοιοπαθητικά, ο λόγος της όμως έχει άλλα χαρακτηριστικά. Είναι αντιοικονομικός, είναι σπάταλος, ρισκάρει, σκορπάει περιουσίες, ο δε χρόνος της δεν είναι χρήμα, είναι για να χάνεται… Βέβαια, αυτά τα στοιχεία τής προσδίδουν πολιτικά χαρακτηριστικά με έναν αντίστροφο τρόπο από αυτόν που προτείνει ο νεοφιλελεύθερος κλοιός εντός του οποίου ζούμε. Ενώ φαινομενικά τα αντικείμενα του εικονοθετικού ενδιαφέροντός μου φαντάζουν ανεπίκαιρα, επαρχιώτικα, απαρχαιωμένα, είναι αυτά τα στοιχεία που καθιστούν το έργο και τους προβληματισμούς μου επίκαιρους. Από την άλλη, η επανάχρηση αντικειμένων εκτός λειτουργίας και η ένταξή τους σε νέα εκφραστικά σύνολα δημιουργεί μια νέα ένταση, μια νέα πρόσληψη. Στην τέχνη μου η «σαβούρα» επαναχρησιμοποιείται και συγκροτεί μια «ιδιοφυή εποχή» με ποιητικό αντίκρισμα. Ένα είδος διάχυτης περιφερειακότητας που συγκροτείται και διαδίδεται υπό σκιάν, στις παρυφές του mainstream, ως κουλτούρα των φωτοχοδιάβολων και αποσυνάγωγων της κοινωνίας, των αφανών.

Αλήθεια, πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την Τέχνη που δημιουργείται σήμερα; Πώς βλέπεις να διαμορφώνεται δηλαδή η Τέχνη του 21ου αιώνα;

Υπάρχουν διάφορες τυπολογίες, γενεαλογίες καλλιτεχνών και έργων που είναι δείγματα και παραδείγματα μιας εποχής όπου η κρίση τείνει να γίνει μονιμότητα και το πολιτικό ενδιαφέρον περιορίζεται όχι στην εξάλειψη, αλλά στη διαχείρισή της. Και στην Τέχνη υπάρχουν παράλληλα ομοιοπαθητικά φαινόμενα, έργα αλλά και πρακτικές που ταυτίζονται με το κυρίαρχο αφήγημα, υπάρχουν όμως και ριζοσπαστικές εκδοχές που «πολιτεύονται» με άλλον τρόπο.

Στη χώρα μας πώς ανιχνεύονται αυτά τα δείγματα;

Η χώρα μας είναι μια ειδική περίπτωση, κι αυτή είναι η τύχη και η ατυχία της. Μοιάζει να μην έχει καμία δυνατότητα επανόρθωσης για τον απλό λόγο ότι τα πολιτικά υποκείμενα, το πολιτικό προσωπικό, ανεξαρτήτως κομμάτων, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, δεν πιστεύει στην αναμορφωτική δύναμη της Τέχνης όπως διατυπωνόταν, για παράδειγμα, στα προτάγματα του ριζοσπαστικού μοντερνισμού ή του φιλελευθερισμού, αλλά θεωρεί την Τέχνη ως ακολούθημα ενός κοινωνικού status.

Βλέπεις και μια μετατόπιση του ρόλου των θεσμών;

Βέβαια. Το υπουργείο Πολιτισμού, για παράδειγμα, δεν επιτελεί το συνταγματικό του καθήκον. Δεν αντιλαμβάνεται τον Πολιτισμό ως πολιτική δυνατότητα. Απεναντίας, εκχωρεί αυτό το καθήκον στους ιδιώτες. Από την άλλη, το ΕΜΣΤ έχει θεσμικό καθήκον να ανιχνεύει, να προβάλλει και να ταυτοποιεί όχι με βάση το γούστο των εκάστοτε διευθυντών του, αλλά με βάση την πολυμορφική ταυτότητα της νεοελληνικής σκηνής. Στη βάση αυτή θα αναμέναμε να συγκροτήσει εκθέσεις, πλατφόρμες ορατότητας γενεών, να συσχετίσει στιλ, ύφος και κυρίως να προβάλλει την «ανωριμότητα» ως ποιητική δύναμη και την «ανεπικαιρότητα» ως το εξέχων σημείο της.

Είχαμε την ευκαιρία το 2017 να φιλοξενήσουμε στην Αθήνα την Documenta14. Μολονότι προκάλεσε ζωηρό διάλογο στην εικαστική κοινότητα, φαίνεται να πέρασε ερήμην της κοινωνίας. Γιατί πιστεύεις ότι συνέβη αυτό; Η Τέχνη πια δεν απευθύνεται στα μεγάλα κοινά;

Η Documenta14 είχε 250.000 επισκέπτες στην Αθήνα και 800.000 στο Κάσελ. Η αλήθεια είναι ότι από οργανωτικές ανεπάρκειες οι Έλληνες επισκέπτες ήταν λίγοι, περίπου 50.000. Για την ΑΣΚΤ, η συνεργασία με την Documenta14 αποτέλεσε κορυφαία στιγμή της ιστορίας της και για μένα προσωπικά η επίσημη συμμετοχή μου εξαιρετική τιμή. Εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά έως τη μετριοπαθή Δεξιά η κριτική ήταν ίδια… Επρόκειτο για μια κρυφοαποικιακή επιχείρηση γερμανικής εμπνεύσεως. Ελπίζω αναδρομικά να γίνει μια σοβαρή αποτίμηση του γεγονότος.

Είσαι από τους καλλιτέχνες που δεν περιορίζονται στα στενά όρια του εργαστηρίου τους. Οι κεραίες του καλλιτέχνη-ενεργού πολίτη τι διαβάζουν στην εποχή μας;

Είναι μια εποχή που δεν μοιάζει μ’ αυτή της νεότητάς μου, αλλά κι εγώ δεν είμαι νέος, όμως δεν εκπλήσσομαι. Οφείλουμε να βρούμε διερμηνείες και να δημιουργήσουμε νέες ανταποκρίσεις. Να βρούμε δηλαδή τα αντίδοτα στην τεχνικοποίηση της ζωής μας που προξενεί συναισθηματική αναπηρία.

Με τους γιους σου πώς συνομιλείς;

Αναμφίβολα δεν συνομιλώ με όρους «πατριαρχίας». Όποτε το έκανα, απέτυχα παταγωδώς. Από την άλλη, επειδή δεν είμαι καλός στις μεταμφιέσεις-παρενδυσίες, σώζομαι διά της αγάπης. Επειδή είμαι του προηγούμενου αιώνα, όπως με κατηγορούν χαριτολογώντας, έχω την πίστη ότι η αλληλεγγύη των γενεών επιτυγχάνεται βάσει των διαφορετικών χαρακτηριστικών και υλικών της και όχι βάσει μιας επιβεβλημένης ομοθυμίας, ομοιοτροπίας, ομοείδειας. Προσπαθώ λοιπόν να καταλάβω το ποιόν τους και διανοίγομαι συναισθηματικά, χωρίς προϋποθέσεις, στους ίδιους και στη γενιά τους.

Πώς εξασφαλίζεται αυτή η αλληλεγγύη σε έναν κόσμο απανθρωπισμένο, που μοιάζει να μισεί τη νεότητα, όπως αυτός που ζούμε;

Είναι αδιανόητο το μίσος προς τη νεότητα. Τα νιάτα είναι πλημμύρα δημιουργικότητας και ελπίδας, είναι μιας κοινωνίας η ορμή και η ζωτική δύναμη… Όση τρέλα κι αν κρύβει μέσα της, όση σκληράδα, όσο αποκαθηλωτική κι αν είναι. Δεν μπορεί να ανακοπεί αυτή η δύναμη με κανένα μέσο, με κανέναν τρόπο, από κανέναν επίδοξο αναμορφωτή.

Αυτά διδάχθηκες τριάντα χρόνια διδάσκοντας στην ΑΣΚΤ;

Αυτά και άλλα πολλά. Είχα και έχω τη βεβαιότητα ότι για να συγκροτηθεί η εκπαιδευτική διαδικασία, πρέπει να υπάρχει μια διμερής σχέση και μια αλληλοτροφοδοσία επιδραστική και από τις δύο μεριές. Κάτι σαν ιμάντας μεταβίβασης. Όχι από μια υπερβαίνουσα δημοκρατική διάθεση, αλλά με την πίστη ότι ο κάθε άνθρωπος σε διδάσκει με την ιδιαιτερότητα, την ιδιοσυγκρασία και τα ταλέντα του. Η διδασκαλία στην ΑΣΚΤ δεν είναι μια ποιμαντική υπόθεση, όπου ο πάστορας, ο δάσκαλος, ο πατέρας έχουν τον πρώτο και τον καθοριστικό λόγο. Αυτό δεν σημαίνει ότι αναιρείται ο οφειλόμενος σεβασμός όλων των μερών μεταξύ τους. Έχοντας δάσκαλο τον Νίκο Κεσσανλή και φίλο τον Γιώργο Λάππα, σημαντικούς καλλιτέχνες αλλά και ευπροσήγορους ανθρώπους, διέκρινα και διδάχτηκα επί του πεδίου αυτές τις αρετές. Αυτά ήταν τα πρότυπα. Δύο προσωπικότητες εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Στην ΑΣΚΤ σήμερα υπάρχουν δάσκαλοι με έργο αντιπροσωπευτικό και ενδιαφέρον φιλεκπαιδευτικό, που αντιλαμβάνονται την εκπαίδευση ως μια καλλιτεχνική πρακτική και όχι απλώς ως επαγγελματικό άχθος.

Στα Λύκεια πλέον δεν υπάρχει καλλιτεχνική εκπαίδευση…

Ευθέως να επανενταχθεί όχι μόνο στα Λύκεια, αλλά από τον παιδικό σταθμό μέχρι τα ΚΑΠΗ. Η Τέχνη πάνω απ’ όλα είναι κοινωνία.

Αναφέρθηκες ήδη στον Κεσσανλή και στον Λάππα. Ποιοι είναι οι συνομιλητές σου στην Τέχνη;

Προέρχομαι από το μοντέρνο, κοσμοπολίτικο πνεύμα της γενιάς του ’60 - τον Κεσσανλή, τον Κανιάρη, τον Δανιήλ. Ο χρόνος που έζησα στην Ιταλία, από το 1974 έως το 1975, ήταν καθοριστικός, γιατί μπολιάστηκα με τον πνεύμα της arte povera. Δεν ξεχνώ ότι την ημέρα της επιστροφής στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 1975, πληροφορήθηκα στο Φιουμιτσίνο τη δολοφονία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, οι ταινίες και τα κείμενα του οποίου με ευαισθητοποίησαν. Ειδικά το αλληγορικό κείμενο για την εξαφάνιση των πυγολαμπίδων και ο τρόπος που μίλησε για τον φασισμό στη νέα συγκυρία παραμένουν μάθημα ζωής και για σήμερα, που βλέπουμε τις νέες εκδοχές του φασισμού να αναβιώνουν και να κατακλύζουν την Ευρώπη. Η πρώτη μου παρέα στην ΑΣΚΤ και στην γκαλερί Artio, ο Μ. Σπηλιόπουλος, ο Ν. Χαραλαμπίδης, ο Ν. Τρανός, η Θ. Χιώτη, ο Γ. Χαρβαλιάς, ο Τ. Παυλόπουλος, ο Κ. Φωτόπουλος είναι συνοδοιπόροι. Τα θεωρητικά κείμενα του Γ. Τζιρτζιλάκη, του Θ. Μουτσόπουλου, του αξέχαστου Χ. Καμπουρίδη, του Θ. Γεωργίου λειτούργησαν ως οδοδείκτες.

Δίδαξες για τριάντα χρόνια στην ΑΣΚΤ, υπήρξες πρύτανής της. Το δημόσιο πανεπιστήμιο, που τόσο έχει κακοποιηθεί και κακολογείται στις μέρες μας, είναι επαρκώς εφοδιασμένο για να αντεπεξέλθει στον ρόλο του; Αναπροσδιορίζεται σήμερα ο ρόλος του;

Επαρκώς δεν είναι, αλλά με τις ηρωικές προσπάθειες δασκάλων και φοιτητών επιτελείται ένα σπουδαίο έργο. Η ΑΣΚΤ ως καλλιτεχνική σχολή πανεπιστημιακού επιπέδου, μοναδική στην Ελλάδα από το 1836, είναι το παράδειγμα για την ίδρυση ανάλογων σχολών, «ακαδημιών» και για τις άλλες τέχνες - θέατρο, χορό, μουσική, κινηματογράφο. Το μεγάλο όραμα: τα κτηριακά συγκροτήματα της Πειραιώς 260 (Φεστιβάλ Αθηνών) και 256 (ΑΣΚΤ) να αποτελέσoυν ένα πολιτιστικό campus, μια συνεύρεση των τεχνών…

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0