Ιατρός καρδιολόγος, πεζογράφος αλλά και τραγουδοποιός, ο Γιάννης Τσιαντής στο τρίτο κατά σειρά συγγραφικό πόνημά του και στην τέταρτη δισκογραφική εργασία του αποφάσισε να ενοποιήσει τις δύο τελευταίες ιδιότητές του. Πρόκειται συγκεκριμένα για το βιβλίοCD «Χάραμα Καισαριανής» με θέμα την Εθνική Αντίσταση στους Γερμανούς, που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Τα πιστά στα ρεμπέτικα και λαϊκά πρότυπά τους τραγούδια ερμηνεύει μια εκλεκτή ομάδα ερμηνευτών. Συνομιλήσαμε με τον ιδιοσυγκρασιακό δημιουργό για το «Χάραμα Καισαριανής» και για το γιατί η Εθνική Αντίσταση εξακολουθεί να είναι επίκαιρη και να μας ενδιαφέρει στη σημερινή εποχή.
Πριν από όλα θεωρείς τον εαυτό σου κυρίως συγγραφέα, τραγουδοποιό ή εξίσου και τα δύο; Και πώς συνδέονται αυτά με την άλλη και βασική ιδιότητά σου, του ιατρού καρδιολόγου;
Δεν αυτοπροσδιορίζομαι ως τραγουδοποιός με την έννοια και του ερμηνευτή. Δίνω προβάδισμα στη συγγραφή και στις μελωδικές γραμμές. Για εμένα η ιατρική και η τέχνη λειτουργούν ανθρωποκεντρικά με χαρακτηριστικά πληρότητας και αποσυμπίεσης. Όπως είπε και ο Τσέχοφ, η ιατρική είναι η σύζυγός μου και η τέχνη η ερωμένη μου.
Στην περίπτωση της τελευταίας εργασίας σου, η ακρόαση του CD προϋποθέτει το να έχεις διαβάσει πριν ή παράλληλα το βιβλίο ή μπορούν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο;
Το ένα αγκαλιάζει το άλλο χωρίς να υπάρχει golden standard. Στη δική μου περίπτωση έδρασε παράλληλα.
Τι σε ελκύει τόσο πολύ δημιουργικά στην περίοδο της αντίστασης κατά των Γερμανών και συγκεκριμένα σε αυτήν στην περιοχή της Καισαριανής;
Η θυσιαστική αντίσταση των καθημερινών ανθρώπων εκείνης της περιόδου για την ελευθερία, το δίκαιο και την επιβίωση μου πυροδοτεί δέος, σεβασμό και χρέος. Από τις ανατολικές συνοικίες η Καισαριανή ήταν το προπύργιο του αγώνα μιας αδούλωτης ζωής.

Υπάρχει, όμως, και μια σαφής πολιτική/ιδεολογική διάσταση σε αυτή την εργασία, έτσι δεν είναι; Πιστεύεις ότι τα γεγονότα εκείνης της περιόδου σχετίζονται με κάποιον τρόπο η έστω μπορούν να μας διδάξουν κάτι για τη σημερινή πολιτικοινωνική πραγματικότητα;
Αυτή η ιστορική περίοδος κουβαλάει ξεκάθαρα πολιτική διάσταση. Δεν χωράει ο «ισαποστακισμός» μπροστά στις θηριωδίες των ναζί και των συνεργατών τους. Το αποτύπωμα της αντίστασης και του μαρτυρικού μόχθου θα αποτελεί για πάντα πανανθρώπινο παράδειγμα νίκης ενάντια στα βέβηλα και νοσηρά ιδεώδη.
Σε μια εποχή που τα τραγούδια σε κάθε νέα εργασία είναι κατά κανόνα λίγα και σύντομα σε διάρκεια, σε αυτήν έχεις αρκετά και ασυνήθιστα μεγάλα σε διάρκεια, θα έλεγα. Υπάρχει κάποιος συμβολισμός σε αυτό ή απλώς προέκυψαν έτσι;
Ο ήχος και ο λόγος δεν φρενάρονται από τον χρόνο. Χωροχρόνος και ήχος είναι συνταξιδιώτες.
Τι βρήκες στους στίχους του Τάσου Κακλαμάνη και στα μισά περίπου τραγούδια μελοποίησες αυτούς (και στο τελευταίο του Δημήτρη Λέντζου) αντί να τους γράψεις ο ίδιος;
Η στιχουργική του Δημήτρη Λέντζου είναι σπουδαία. Θα έλεγα ότι πολλές φορές εσωκλείει το αλλοτινό άρωμα της λαϊκής μας ποίησης. Η δεινή πένα του Τάσου Κακλαμάνη παντρεύει την ωδή, τη «μαχαιριά» και το μεταφυσικό του ντουνιά-ανακριτή σε μια κυκλωτική αφήγηση ζωής και θανάτου.
Οι μουσικές αναφορές σου είναι μόνο στο ρεμπέτικο και στο παλαιό λαϊκό τραγούδι, και κυρίως στον Βασίλη Τσιτσάνη, που, αν και δεν ήταν από εκεί, «υιοθέτησε» την Καισαριανή και σχεδόν ταυτίστηκε μαζί της, ή όχι απαραίτητα και αυτές είναι όσες φαίνονται σε πρώτο επίπεδο;
Μεταπολεμικά ο Βασίλης Τσιτσάνης ταυτίστηκε με τον «ναό», το κέντρο διασκέδασης Χάραμα. Αυτή η ξερακιανή φιγούρα πάνω στο πάλκο, με τα λεπτά δάχτυλα και το ευλαβικό βλέμμα όπως οι άγιοι στα ξωκλήσια, σε σβέρκωνε νότες με χρώμα από Βυζάντιο και νεότερη Ελλάδα.
Πιστεύεις ότι το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» του Απόστολου Καλδάρα χρειαζόταν μια συνέχεια ή «συμπλήρωση»;
Δεν χρειαζόταν συμπλήρωση. Είναι πλήρες μουσικό έργο που κουβαλάει στις πλάτες του μια ολόκληρη ιστορία. Η συνέχεια δείχνει σεβασμό και έμπνευση την οποία προκαλεί η μοναδική εκτέλεση.
Πέρα από τις φωνητικές ικανότητες και το ότι ταίριαζαν στα τραγούδια, υπάρχει κάποιος λόγος για την επιλογή των συγκεκριμένων ερμηνευτών/τριών; Γιατί παρατηρώ ότι όλοι και όλες σχετίζονται άμεσα με την αυθεντική παράδοση του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού και την υπηρετούν με συνέπεια.
Το αστικό λαϊκό τραγούδι αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της μουσικής μας κληρονομιάς, ακολουθώντας τα άσημα ανθρώπινα, τα βάσανα, τον νταλκά, τις χαρές και τα γλέντια. Ήθελα οι ερμηνευτές/τριες να υπηρετούν αυτή τη σχολή για να αποδώσουν δωρικά και ακατέργαστα το συναίσθημα. Η κυρία Ελένη Δήμου με την ξεχωριστή χροιά και τη σπουδαία ερμηνευτική ικανότητα έπαιξε τον ρόλο μιας σύγχρονης Βέμπο. Όλοι και όλες ανυψώνουν τις αράδες και τις παραμερισμένες σελίδες της Ιστορίας με ανάστημα, τσαμπουκά και προσευχή.
Μπορεί μια τόσο πολυσυλλεκτική εργασία να παρουσιαστεί ζωντανά στην ολότητά της;
Το νόημα δεν βρίσκεται στην ολότητα, αλλά στο απόσταγμα. Ήδη έχει προγραμματιστεί να παρουσιάσουμε το έργο με έναν θίασο από μουσικούς, ερμηνευτές και ηθοποιούς σε μια μουσικοθεατρική σύμπλευση λόγου, Ιστορίας και μελωδίας.
Και τα επόμενα σχέδιά σου; Έχεις ολοκληρώσει αυτά που ήθελες να πεις για την περίοδο της Αντίστασης ή όχι ακόμα;
Το πιο πιθανό είναι να έχει και συνέχεια, αλλά αυτή τη φορά με άρωμα θάλασσας και πέτρας.
Φυσιολογικό, καθώς η αντίσταση στους Γερμανούς κατακτητές ήταν καθολική και από το σύνολο του ελληνικού λαού.