Live τώρα    
Μαρία Μαγκανάρη στην «Α» / Δουλεύοντας πάνω σε ένα κλασικό έργο, επεξεργάζεσαι μοιραία τη συλλογική μνήμη
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μαρία Μαγκανάρη στην «Α» / Δουλεύοντας πάνω σε ένα κλασικό έργο, επεξεργάζεσαι μοιραία τη συλλογική μνήμη

Μαρία Μαγκανάρη
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Η Μαρία Μαγκανάρη σκηνοθετεί αυτή τη σεζόν τον δικό της «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου στο Θέατρο Θησείον από Τετάρτη έως Κυριακή. Σκηνοθετεί έναν εκλεκτό και ιδιαίτερο θίασο, αλλά και τον εαυτό της σε ένα διαφορετικό ανέβασμα του κλασικού αυτού αριστουργήματος.

Εμείς τη συναντήσαμε ανάμεσα στη ροή των παραστάσεων και μας μίλησε για το κείμενο, την παράσταση, αλλά και το μικρόβιο της σκηνοθεσίας

«Μισάνθρωπος» του Μολιέρου. Γιατί αυτό το έργο και επίσης γιατί τώρα;

Ο «Μισάνθρωπος» είναι ένα έργο που με συγκινεί και με κάνει να γελάω. Η δυσκολία του κεντρικού ήρωα, του Αλσέστ, να συνυπάρξει με τους άλλους και να «κατοχυρώσει» τον έρωτά του είναι μια δραματική συνθήκη. Η ακαμψία του, όμως, απέναντι στο κοινωνικό πλαίσιο μπορεί να είναι, και είναι, κωμική. Η υπέροχη μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη αναδεικνύει και τις δύο αυτές ποιότητες του έργου. Μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση απ’ την πρώτη φορά που τη διάβασα, για την ακρίβεια από τότε που την πρωτοάκουσα στην ομώνυμη παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή το 1996.

Με απασχολεί ιδιαίτερα το κεντρικό, κατά τη γνώμη μου, θέμα του έργου: με ποιον τρόπο επιλέγουμε να συνδεθούμε με τους άλλους και κατ’ επέκταση με αυτό που αποκαλούμε κοινωνία. Αποδεχόμαστε και παραμένουμε με τους ανθρώπους ή αποστρεφόμαστε και αναχωρούμε; Η ανθρώπινη συναναστροφή δεν μπορεί ποτέ ν’ ανταποκρίνεται απόλυτα στις φαντασιώσεις μας· οι άλλοι δεν είναι ποτέ όπως ακριβώς τους θέλουμε, άρα πώς ζούμε δίπλα τους; Αισθάνομαι πως η εποχή μας ξεχειλίζει από ναρκισσισμό που οδηγεί τους ανθρώπους στο να «αναχωρούν» ψυχικά. Να μην παραμένουν στις σχέσεις, να μην αντέχουν τις ματαιώσεις, να προτιμούν την «ασφαλή» τους μοναξιά.

Ποια είναι τα σημεία του κειμένου που σε αφορούν εσένα περισσότερο;

Με συγκινεί βαθιά η μάχη του Αλσέστ με τα ήθη της εποχής του, γιατί την αντιλαμβάνομαι πρωτίστως ως μάχη ενάντια στην κακή αισθητική: «Το απαίσιο γούστο των καιρών γι’ αυτό μ’ έχει φοβίσει» λέει κάπου. Οι παρατρεχάμενοι της αυλής δεν μεταφέρουν μόνο την ιδεολογία και τα παρασκήνια της εκάστοτε εξουσίας, επιβάλλουν και την αισθητική της. Το ενδιαφέρον, βέβαια, είναι πως το αντικείμενο του πόθου του Αλσέστ, η Σελιμέν, είναι η «βασίλισσα» μιας άλλης αυλής, στις παρυφές της πρώτης. Τι υπέροχη αντίφαση! Ό,τι αποστρέφεται στους άλλους τον μαγεύει στη Σελιμέν. Η διαπραγμάτευση του έρωτα (όπως και της φιλίας) στο έργο μου φαίνεται πως γίνεται με εξαιρετικά σύγχρονους όρους.

Στάθηκα ιδιαίτερα στον τρόπο που ο Μολιέρος έχει φτιάξει τη Σελιμέν. Η ευστροφία, η κακεντρέχεια και το αιχμηρό της χιούμορ είναι συντριπτικά, όσο και η ανάγκη της για ευχαρίστηση και δύναμη. Στις γυναίκες διαχρονικά, όπως γνωρίζουμε, η λογοκρισία που επιβάλλει η κοινωνία είναι ακόμα πιο σκληρή. Με τη Σύρμω Κεκέ, που ερμηνεύει τον ρόλο της Σελιμέν, αισθανθήκαμε από νωρίς πως μέσα σε αυτό το πρόσωπο μια φωνή εξεγείρεται ενάντια στις επιβεβλημένες ηθικές επιταγές. Θα λέγαμε ότι η νεαρή χήρα απολαμβάνει χωρίς ενοχές τον θαυμασμό των άλλων αλλά και τη δική της απελευθέρωση απ’ την προσποίηση. Ο μεγάλος της έρωτας δεν είναι κάποιος άντρας, αλλά η ίδια της η ελευθερία.

Με ποιον τρόπο έχεις σταθεί σκηνοθετικά απέναντι σε αυτό το κείμενο;

Ενα μεγάλο μέρος του χρόνου της δουλειάς μας αφιερώθηκε στο ν’ αντιληφθούμε τι σημαίνει να μιλάς σε στίχο και τι επίδραση έχει αυτό στην επικοινωνία των ηθοποιών και στο ύφος της παράστασης. Αντιληφθήκαμε πως για να εξυπηρετηθεί αυτός ο λόγος απαιτείται εντέλει μεγάλη σωματικότητα. Αυτό που επικαλείται το σύγχρονο θέατρο, το σώμα, ο Μολιέρος το εμπεριέχει από γραφής! Μ’ ενδιέφερε, επίσης, να φτιάξουμε πραγματικούς, σύγχρονους ανθρώπινους χαρακτήρες και σχέσεις, και διαρκώς ανακαλύπταμε με έκπληξη το βάθος που έχουν -ή μπορούν ν’ αποκτήσουν- τα πρόσωπα του έργου και οι σχέσεις τους. Επέλεξα μια χαλαρή ιστορική πλαισίωση του έργου.

Η μεταιχμιακή εποχή του Μολιέρου, όπου οι νεόπλουτοι αστοί εξαγοράζουν τίτλους ευγενείας, συνδέθηκε στη δική μας παράσταση με την εποχή που εγώ, βιωματικά, ανακαλώ ως ανάλογη στα καθ’ ημάς: από το 1989 και μετά, με το «όραμα» του εκσυγχρονισμού να χτίζεται σταδιακά στην ελληνική κοινωνία και με την ιδιωτική τηλεόραση (αλλά και μεγάλη μερίδα του Τύπου) να εξαπλώνουν μια ισοπεδωτική αισθητική σ’ όλα τα στρώματά της. Ο νεοπλουτισμός, η κακογουστιά, η ευκολία και η ανοησία έγιναν η καθημερινότητά μας.

Νομίζω πως σε γοητεύουν οι κλασικοί συγγραφείς. Τι βρίσκεις σε αυτά τα κείμενα;

Καθώς μου αρέσει να ξεκινάω τη δουλειά μου απ’ το κείμενο, τα κλασικά έργα εξ ορισμού δίνουν έναν πολύ ισχυρό πυρήνα για να εργαστείς, είναι πολύ πλούσιο το υλικό που συνήθως προσφέρουν. Είναι ανθρωποκεντρικά και, αναζητώντας τις συνδέσεις με το σήμερα, συχνά διακρίνεις διαχρονικά μοτίβα που διέπουν την ανθρώπινη φύση και τις σχέσεις. Επιπλέον, δουλεύοντας πάνω σ’ ένα κλασικό έργο επεξεργάζεσαι μοιραία και τη συλλογική μνήμη· ένα έργο που παίζεται εκατό ή τριακόσια χρόνια έχει απασχολήσει πολλούς άλλους πριν από εμάς και αυτό το παλίμψηστο με γοητεύει ιδιαίτερα. Η αλήθεια είναι πως θα ήθελα να έχω μεγαλύτερη επαφή με σύγχρονα έργα, κάτι που απαιτεί εγρήγορση και διαθέσιμο χρόνο για ψάξιμο.

Σκηνοθετείς πολλές φορές και τον εαυτό σου μέσα στις παραστάσεις σου. Είναι δύσκολο;

Δεν είναι καθόλου εύκολο, γι’ αυτό και το κάνω μόνο όταν νιώθω πιο χαλαρή και ασφαλής. Όταν αισθάνομαι πως μπορεί να το «σηκώσει» η ομάδα. Απ’ την άλλη, έχω την ανάγκη να παίζω, συχνά νιώθω κάπως δυστυχής και αμήχανη όταν ολοκληρώνω τη σκηνοθεσία μιας παράστασης στην οποία δεν συμμετέχω και ως ηθοποιός.

Εχεις υπάρξει σε ομάδα στο παρελθόν. Και τώρα πολλές φορές συναντιέσαι με πολλούς ίδιους ηθοποιούς. Τυχαίο;

Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Η θεατρική μου ταυτότητά «γράφει» μέλος ομάδας. Με ενδιαφέρει πρωτίστως με ποιους θα κάνω κάποιο έργο και δευτερευόντως το ίδιο το έργο. Με τη Σύρμω (Κεκέ), την Ανθή (Ευστρατιάδου), τη Μαρία (Κεχαγιόγλου), αλλά και με άλλους ηθοποιούς που συναντιόμαστε ξανά και ξανά έχει με τα χρόνια διαμορφωθεί ένας κοινός κώδικας, μιλάμε την ίδια θεατρική γλώσσα. Αυτό δεν είναι κάτι αυτονόητο ούτε κατακτιέται εύκολα. Προφανώς μ’ ενδιαφέρουν και οι νέες συναντήσεις και γι’ αυτό συνήθως στις διανομές επιχειρώ μια σύνθεση νέων και παλιών. Στον «Μισάνθρωπο» αυτή η σύνθεση έχει δουλέψει τέλεια κι αυτό μου δίνει μεγάλη χαρά. Με τη Μαρία Γοζαδίνου (που υπογράφει τα φώτα) κρατάμε εδώ και δέκα χρόνια την ομάδα προτσές με χίλιους κόπους και κάνοντας πολλά πέραν των βασικών μας καθηκόντων. Έχουμε, βέβαια, διατηρήσει έτσι μια ρομαντική αυτονομία.

Πώς τρυπώνει το μικρόβιο της σκηνοθεσίας;

Απ’ τα χρόνια της δραματικής σχολής, όταν παρακολουθούσα παραστάσεις, δεν έμενα τόσο στις ερμηνείες των ηθοποιών, όσο στην όλη σύλληψη της παράστασης. Η σκηνοθεσία είναι κάτι συνολικό, μια άσκηση αντοχής, ένας αγώνας πολλών χιλιομέτρων που ξεκινά απ’ τις πρώτες ιδέες και σκέψεις, περνάει στο διάβασμα και στη μελέτη, στις συναντήσεις με συνεργάτες, στη διαχείριση (ψυχικά και καλλιτεχνικά) της πρόβας, στα τεχνικά, στην πρεμιέρα και στην επαφή της δημιουργίας με το κοινό, και πολλά ακόμα που ολοκληρώνονται μετά την τελευταία παράσταση. Όλο αυτό με γοητεύει και νομίζω πως ταιριάζει στον κάπως συγκεντρωτικό χαρακτήρα μου και στον ψυχισμό μου.

Αισθητά λιγότερες οι γυναίκες στη σκηνοθεσία. Πού το αποδίδεις; Έχεις βιώσει δυσκολίες που σχετίζονται με το φύλο σου στον χώρο του θεάτρου; Τι έχει αλλάξει στο θέατρο μετά από όλα αυτά που έχουν έρθει στο φως;

Ο χώρος της σκηνοθεσίας είναι παραδοσιακά ανδροκρατούμενος, καθώς (λανθασμένα) θεωρείται χώρος εξουσίας. Τα τελευταία χρόνια πολλές γυναίκες ψάχνουμε να βρούμε τη φωνή μας και τη θέση μας σ’ αυτόν. Φυσικά έχουν πολλά να γίνουν ακόμα. Θεωρώ πως κάποιου είδους ποσόστωση σε φορείς, όπως το Εθνικό ή το ΚΘΒΕ, θα ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ποια τα μελλοντικά σου σχέδια;

Φέτος δεν ήθελα να κάνω πολλά πράγματα όπως πέρυσι, ήθελα να χαρώ τον «Μισάνθρωπο». Για την επόμενη σεζόν σχεδιάζω μια συνεργασία με το ΚΘΒΕ.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0