Τον τίτλο στο βιβλίο μου «Μαγικά ταξίδια: κείμενα για τον κινηματογράφο, 1959-1974», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ιωλκός, έδωσα γιατί για μένα ο κινηματογράφος είναι πράγματι ένα μαγικό ταξίδι σε έναν άλλο κόσμο, τον κόσμο μιας άλλης, πιο ουσιαστικής πραγματικότητας, ένα ταξίδι όπως κι εκείνο της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων, ταξίδι που σου ανοίγει ένα παράθυρο στη φαντασία και στο όνειρο, όπως έλεγε και ο μεγάλος Λουίς Μπουνιουέλ.
Για μένα κυριολεκτικά αυτό ήταν μαγικό, μια και σε αίθουσα κινηματογράφου μπήκα πρώτη φορά όταν ήμουν σχεδόν εννιά χρονών. Όταν, στη γεμάτη παιδιά αίθουσα, στην απογευματινή προβολή του Σαββάτου μιας περιπέτειας, σε σινεμά της Λευκωσίας στην Κύπρο, ξεκίνησε η προβολή και είδα ξαφνικά στην οθόνη ένα τρένο να έρχεται κατευθείαν πάνω μου. Έσκυψα ενστικτωδώς τρομαγμένος, κάτι ακριβώς που αισθάνθηκαν και οι θεατές στην πρώτη προβολή των ταινιών των αδελφών Λιμιέρ στο Παρίσι. Τρομαγμένος, ταυτόχρονα και μαγεμένος με τη δύναμη και τις δυνατότητες της εικόνας.
Ο,τι ακολούθησε από τότε στηρίχτηκε και ενισχύθηκε από τη μαγεία και την αγάπη μου γι’ αυτές τις δυνατότητες του κινηματογράφου. Δυνατότητες που έδειχναν και εξακολουθούν να δείχνουν, παρά τις μεμψιμοιρίες ορισμένων, πως ο κινηματογράφος μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή και να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Όπως μου είχε πει και ο Ηλίας Καζάν στη συνέντευξη που του πήρα σ’ ένα από τα Φεστιβάλ του Βερολίνου, «η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο… Θυμάμαι πράγματα από ταινίες, από μυθιστορήματα, από ποίηση που με έκαναν, νομίζω, καλύτερο άνθρωπο».
Το νέο μου βιβλίο αναφέρεται σε μια σημαντική περίοδο στην ιστορία της εξέλιξης του σύγχρονου κινηματογράφου, που ξεκινάει στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και φτάνει ως τα μέσα του ’70. Όταν κινήματα, όπως το αγγλικό «φρι σίνεμα», η γαλλική νουβέλ βαγκ, ο νέος γιουγκοσλαβικός κινηματογράφος, η ουγγρική νουβέλ βαγκ, το βραζιλιάνικο «τσίνεμα νόβο», άνοιγαν καινούργιους δρόμους στη γλώσσα και στη θεματική της Έβδομης Τέχνης. Κινήματα που το βιβλίο καλύπτει με κείμενα, ανάμεσά τους και μια σειρά (150 σελίδων) άρθρων για την ιστορία του νέου και του παλιού γαλλικού κινηματογράφου, το γουέστερν, το φιλμ νουάρ, την κωμωδία, όσο και για σκηνοθέτες, όπως οι Αντονιόνι, Μπουνιουέλ, Μπέργκμαν, Κιούμπρικ, Φελίνι, Ζακ Τατί, Ζαν-Πιερ Μελβίλ και άλλοι, που κυριαρχούσαν με τα έργα τους στην τότε περίοδο, καθώς και παλιότεροι, σήμερα «ξεχασμένοι», σκηνοθέτες και ηθοποιοί, όπως οι Μαξ Λίντερ, Μπάστερ Κίτον, Χάρι Λάνγκτον, Μέι Γουέστ, οι αδερφοί Μαρξ, Μπαντ Μπέτικερ, Γουίλιαμ Γουέλμαν κ.ά.
Στις 670 σελίδες του βιβλίου υπάρχει χώρος και για ανταποκρίσεις από διάφορα φεστιβάλ (του Λονδίνου, των Καννών και της Μόσχας), που δίνουν την εικόνα ενθουσιασμού και αποκαλύψεων νέων ταλαντούχων σκηνοθετών: Μίκλος Γιάντσο, Ντούσαν Μακαβέγιεβ, Βιμ Βέντερς, Μίλος Φόρμαν, Βέρα Χιτίλοβα, Ναγκίσα Οσίμα, Φραντσέσκο Ρόζι και βέβαια ο δικός μας Αγγελόπουλος, που θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του σύγχρονου κινηματογράφου.
Η ταινία των Γκετίνο και Σολάνας*
«Η μεγάλη αποκάλυψη του αφιερώματος ήταν αναμφισβήτητα η ταινία “Η ώρα των φούρνων” (“La Hora de los hornos”) των Αργεντινών Οκτάβιο Γκετίνο και Φερνάντο Εζεκίελ Σολάνας.
Η ταινία διαρκεί 4 ώρες και 20 λεπτά, χωρίς να λογαριάσουμε τα δυο διαλείμματα, αναπόσπαστο μέρος στην παρουσίασή της, και είναι χωρισμένη σε τρία μέρη, που καλύπτουν την Ιστορία της Αργεντινής τα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια, μέχρι το 1967 που τέλειωσε το γύρισμά της. Στο πρώτο μέρος, που τιτλοφορείται Νεοαποικισμός και βία (Neocolonialismo y violencia), και είναι αφιερωμένο στον Τσε Γκεβάρα και όλους τους πατριώτες που έπεσαν για την απελευθέρωση των Ινδιάνων, οι δημιουργοί της ταινίας εξετάζουν την Ιστορία της χώρας τους και τη δημιουργία των δυο διαφορετικών της τάξεων, εκείνης που κατοικεί βασικά στην παραθαλάσσια πόλη του Μπουένος Άιρες (τους «πορτένιος») και εκείνης που ζει στις απέραντες «πάμπες» (τους «γκάου-τσο»): οι πορτένιος με τους ευρωπαϊκούς δεσμούς τους και την εξάρτησή τους από το ξένο κεφάλαιο και οι «γκάουτσο», ένα είδος καουμπόηδων ινδιάνικης καταγωγής, που η ζωή τους εξαρτιόταν από τα γελάδια και τα άγρια άλογα που ήταν σκορπισμένα στα λιβάδια. Πέρα όμως από την ιστορική εξέλιξη της χώρας, η ταινία εξετάζει τον νεορατσισμό, την καθημερινή και πνευματική βία, τον ιδεολογικό πόλεμο και τη μόνη διέξοδο που απομένει στον λαό, διέξοδο που θα εξεταστεί σε βάθος στο τρίτο μέρος της ταινίας».
* Απόσπασμα από το κείμενο «Ο κινηματογράφος της πείνας» (Δεκέμβριος 1972) από το βιβλίο «Μαγικά ταξίδια: κείμενα για τον κινηματογράφο 1959-1974», εκδόσεις Ιωλκός