Γυμναστής από την Πελοπόννησο ο πατέρας, δασκάλα του Δημοτικού η μητέρα. Την αγάπη του για τη μουσική δεν την οφείλει στο κρητικό του σπίτι, αλλά στον θείο Γρηγόρη Σηφάκη που τον ενέπνευσε. Segovia, Montoya, Lagoya και άλλοι μεγάλοι κιθαριστές τον μάγεψαν στα δώδεκα. Ήταν η εποχή που συναντήθηκε με τους αδερφούς Φρουδαράκη. Με τη λατρεία τους, ο ένας στον Segovia και ο άλλος στο flamenco, τον ώθησαν να ασχοληθεί σοβαρά με την κιθάρα.
Τα χρόνια εκείνα, τα ερτζιανά κύματα έφερναν στο ραδιόφωνο της οικογένειας -ένα Philips- τον αμερικανικό ραδιοφωνικό σταθμό της Ταγγέρης από το εξωτικό Μαρόκο. Από αυτόν αναμεταδιδόταν η περίφημη «Jazz hour» του Willis Conover. Η βαθιά του φωνή σύστησε σε πολλούς μουσικές μορφές, όπως ο Duke Ellington, ο Miles Davis, ο Charlie Parker. «Ήταν μαγεία. Μια μουσική που με γέμιζε, προκαλώντας έναν αιώνιο έρωτα!» λέει σήμερα ο Βασίλης Μπακόπουλος, στα 82 του χρόνια.
Αριστούχος μαθητής, ανεβαίνει στην Αθήνα για την τελευταία χρονιά του σχολείου στην Ευαγγελική Σχολή και τα φροντιστήρια προετοιμασίας για την εισαγωγή του στο Πολυτεχνείο. Μαθαίνει κλασική κιθάρα από τον σημαντικό σολίστα και δάσκαλο του οργάνου Γεράσιμο Μηλιαρέση. Ήταν ήδη, όμως, μαγεμένος από την ηλεκτρική κιθάρα του Τίτου Καλλίρη, κιθαρίστα του τζαζ κουαρτέτου του Μίμη Πλέσσα. Τον άκουγε στο ραδιόφωνο και απολάμβανε τα υπέροχα ακόρντα των χορδών του, την πλούσια αρμονική γλώσσα της τζαζ.
Με τον Βαγγέλη...
Φτάνοντας στην Αθήνα, ο Β. Μπακόπουλος συχνάζει στην Ελληνοαμερικάνικη Λέσχη της οδού Ηρώδου Αττικού. Ένα Σάββατο πιάνο παίζει εκεί ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, μαθητής ακόμα της Λεοντείου. Αργά το βράδυ, επιστρέφοντας στο σπίτι, περπατούσαν μαζί ως την Πατησίων μιλώντας για τον Coltrane, τον Miles και το Modern Jazz Quartet. Στη διαδρομή... κολλήσανε, γίνανε φίλοι.

Ο Βασίλης ήταν πρωτοετής στη Σχολή Χημικών Μηχανικών. Έκανε μαθήματα Χημείας στον... ανεπίδεκτο Βαγγέλη, εξίσου ανεπίδεκτο και στις νότες. Ο Κουντούροφ, αυτός ο εξαιρετικός πιανίστας και δάσκαλος απ’ τη Ρωσία, προσπάθησε. Εις μάτην, όμως. Ο Βαγγέλης... κλότσησε! Του ήταν πιο εύκολο να παίζει μόνο στα μαύρα πλήκτρα του πιάνου. Αυτοδίδακτος, έγινε αυτό που έγινε.
...και τους Forminx
Οι πρόβες στο σπίτι του Βαγγέλη έφεραν τους δύο φίλους ακόμη πιο κοντά. Και αυτοί αποτέλεσαν τον πυρήνα των Forminx. Αργότερα κάλεσαν τον Σωτήρη Αρνή που έπαιζε βιμπράφωνο και μπάσο, ώσπου έγινε ο μπασίστας τους. Μπροστά στο σετ ντραμς του συγκροτήματος κάθισε ο Κώστας Σκόκος, που ο πατέρας του ήταν φίλος με τον μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο. Στη Χριστιανική Ένωση Νεανίδων (ΧΕΝ) της οδού Ακαδημίας έπαιζαν συχνά στους χορούς των πάσης φύσεως νεανίδων της εποχής. Σε μια αίθουσα αυτού του κτηρίου μονταρίστηκε το συγκρότημα. Ακολούθησαν τα πολυτελή πάρτι στα πλουσιόσπιτα του Κολωνακίου, όπου οι Forminx έπαιζαν πολύ γνωστές αμερικανικές επιτυχίες και τζαζ.
Η μεγάλη επιτυχία
Το μεγάλο κοινό συνάντησε τους Forminx στο Golden Key της Πανεπιστημίου -τη μετέπειτα Αθηναία-, όπου οι εκλεκτοί γόνοι της αθηναϊκής αριστοκρατίας έμπαιναν με το δικό τους «χρυσό κλειδί». Εκεί σύχναζαν ο πολύφερνος διάδοχος του θρόνου -ο νεαρός Κωνσταντίνος-, ο περιζήτητος στους κοσμικούς κύκλους Ζάχος Χατζηφωτίου και ο μελλοντικός βιομήχανος της κλωστοϋφαντουργίας Αιγαίον Δημήτρης Καρέλλας. Αφού δε η χορευτική ορμή των συνδαιτυμόνων καταλάγιαζε, καθισμένοι στο πάτωμα απολάμβαναν τους μουσικούς των Forminx στο «Night and day» ή στο «Softly as in a morning sunrise».
Τα λεφτά ήταν καλά και η επιτυχία έφερε στο συγκρότημα νέα πολύτιμα όργανα, όπως το B-3 Hammond organ του Βαγγέλη, που συνόδευε λες και ήταν μια ορχήστρα εγχόρδων την υπέροχη φωνή του νέου μέλους τους, του Τάσου Παπασταμάτη. Το συμβόλαιο με την τότε κραταιά δισκογραφική εταιρεία Music Box έφερε τα πρώτα τραγούδια, που κυκλοφόρησαν σε single. Το «Elephant twist» σε στίχους του Νίκου Μαστοράκη ηχογραφήθηκε χωρίς πρόβα στο στούντιο ηχοληψίας και είχε flipside (η πίσω πλευρά ενός δίσκου 45 στροφών) το «Ah say yeah». Εκατοντάδες φωτογραφίες, δημοσιεύματα, συνεντεύξεις, πολύτιμο υλικό για την ιστορία του συγκροτήματος που μάζευε με επιμέλεια ο μπασίστας του γκρουπ -και μετέπειτα αρχιτέκτονας- Σωτήρης Αρνής, μια μέρα, ανεξήγητα, δυστυχώς χάθηκαν όλα!

Διαφημιστής της Music Box στο δημόσιο ραδιόφωνο της ΕΡΑ ο Μαστοράκης, προέβαλλε συστηματικά, σε κάθε του εκπομπή, τους δίσκους των Forminx, κάνοντάς τους γνωστούς στο πανελλήνιο και γράφοντας στίχους σε όλα τους τα τραγούδια.
Οι Forminx (από το φόρμιγξ-φόρμιγγα: έγχορδο μουσικό όργανο της αρχαιοελληνικής εποχής) ξεχώριζαν γιατί η χαρά που είχαν παίζοντας περνούσε στον κόσμο. Η μουσική τους είχε τις ρίζες της στην ως τότε τζαζ εμπειρία των πέντε μελών του γκρουπ, με επικεφαλής τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, που το πολυβραβευμένο μουσικό έργο του έφτασε μέχρι τα πέρατα του πλανήτη. Πτυχιούχος χημικός μηχανικός από το 1963, ο διοπτροφόρος κιθαρίστας των Forminx Βασίλης Μπακόπουλος με την ψηλόλιγνη φιγούρα υπηρέτησε επί 27 μήνες τη μαμά πατρίδα σε κρίσιμες εποχές. Ο Τίτος Καλλίρης τον αντικαθιστούσε στην κιθάρα. Φαντάρος, συνέχισε να παίζει με το συγκρότημα, αλλά έπρεπε πλέον να πιάσει δουλειά.
Η μεγάλη φήμη τους, οι δισκογραφικές τους επιτυχίες με αποκορύφωμα την «Jeronimo yanka», που όλοι χόρευαν με μανία στα πάρτι της «χρυσής γενιάς» των 60s, έφεραν την εμπορική μουσική στο ρεπερτόριό τους. Τότε το «κλίμα στράβωσε». Οι Forminx, «οι Έλληνες Beatles», διαλύθηκαν και η καριέρα τους στο εξωτερικό απλώς αναβλήθηκε. Για πάντα.
Συνταξιούχος φοιτητής
Χρόνια μετά, χρόνια δύσκολα, με σκληρό ανταγωνισμό, μελέτη και συνεχή ανέλιξη στην ιεραρχία της εταιρείας όπου δούλευε ως χημικός μηχανικός στη Θεσσαλονίκη, στις Βρυξέλλες και αλλού, η διάθεσή του για μουσική ατόνησε, μπήκε σε δεύτερη μοίρα. Όμως οι δίσκοι των Wes Montgomery, Joe Pass και Kenny Burrell έπαιζαν πάντα στο πικάπ του.
Παντρεμένος με Θεσσαλονικιά, την Καίτη Δασύλλα, πολιτογραφήθηκε Θεσσαλονικιός από το 1970, εργαζόμενος σε μια εταιρεία με πετροχημικές εγκαταστάσεις. Το 1998 τελειώνει η καριέρα του στην βιομηχανία και βγαίνει στη σύνταξη. Έχοντας, πλέον, όλο τον χρόνο στη διάθεσή του, αποφασίζει να τον αφιερώσει στη μουσική, ενώ δημιουργεί το δικό του home studio. Η midi τεχνολογία τού έδωσε τη δυνατότητα να συνθέτει σε κλασικό ή τζαζ ήχο.
Μια ημέρα του 2003, περνώντας έξω από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, ο Βασίλης αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε να σπουδάσει εκεί μουσική. Η προτροπή της γυναίκας του υπήρξε καταλυτική. Πέρασε τις κατατακτήριες εξετάσεις ενώ ήταν ήδη 64 ετών. Και πέτυχε. Μελέτησε σε βάθος τη μουσική. Αντίστιξη, φούγκα και αρμονία, ανώτερα θεωρητικά και σύνθεση με δασκάλους τους Χρήστο Σαμαρά, Βασίλη Κίτσο, Κώστα Τσούγκρα και Κώστα Σιέμπη, και ενορχήστρωση με τον Άλκη Μπαλτά, επί πεντέμισι χρόνια, τον βοήθησαν να γράψει έργα που αρχικά παίχτηκαν στις συναυλίες της τάξης του. Το όνειρό του έγινε πραγματικότητα. Μπορούσε να διαβάζει και να γράφει τις δικές του παρτιτούρες.
Νέα δημιουργική εποχή
Η ανταπόκριση υπήρξε απόλυτη και θερμή. Όλοι αγκάλιασαν τον νέο επίμονο «ενήλικα» συμφοιτητή. Οι σπουδές αυτές του επέτρεψαν να ξεκαθαρίσει μέσα του το στιλ της μουσικής που περισσότερο τον εκπροσωπεί: ένα αδιάσπαστο μείγμα των δύο πιο αγαπημένων του μουσικών ιδιωμάτων, της κλασικής και της τζαζ. Και η συνάντηση αυτή δημιουργεί έναν προσωπικό ήχο, ύφος και στιλ, που είναι αποκύημα της μακρόχρονης προσωπικής εμπειρίας με τα μουσικά είδη που κάποτε μπήκαν στη ζωή του.
Στα έργα του Β. Μπακόπουλου δεν χωρά ο αυτοσχεδιασμός της στιγμής από πλευράς των εκτελεστών. Αυτός ανήκει στον συνθέτη, στη διαδικασία της δημιουργίας. Αντιπαθεί τη γερμανική avant-garde μουσική του 20ού αιώνα και απ’ αυτόν κρατάει τη ρωσική μουσική σχολή και κάποιους Αμερικανούς συνθέτες. Ποτέ, όμως, δεν θα βαρεθεί το μεγαλείο της δημιουργίας του Μπαχ ή του Μπετόβεν.
Από το 2009 μέχρι και το 2020 ο Β. Μπακόπουλος συνέθεσε μουσικές «ψαγμένες» σε ό,τι αφορά τη μεθοδολογία και τις τεχνικές της σύγχρονης, της contemporary classical music του Bartok, του Ligeti ή του Stravinsky. Κατάλαβε ότι η απλότητα στη μουσική είναι ένδειξη ωριμότητας. Και η ωρίμανση αυτή τον οδήγησε να γράψει εύπεπτη, χαρούμενη μουσική που δεν παράγει αρνητικά συναισθήματα. Σε αντίθεση με τη συχνά χαώδη, γεμάτη αρνητικά «vibes» δημιουργία πολλών σύγχρονων συνθετών.

Στη νέα του τάση ανήκουν το «Κοντσερτίνο για κιθάρα, άλτο σαξόφωνο και έγχορδα», οι «5 ημέρες» (του 2022) για κοντραμπάσο, βιολί και πιάνο, ένα του κοντσέρτο για τσέλο και συμφωνική ορχήστρα κ.ά. Σε κάποια έργα ο Βασίλης αξιοποιεί την ερμηνευτική του ικανότητα στην ηλεκτρική κιθάρα με συνοδεία οργάνων midi: «Sad love», «Visiting New York», «No blues groove».
Στο Μέγαρο Μουσικής της συμπρωτεύουσας παρουσιάστηκε στις 27 Μαΐου 2013 το 12λεπτης διάρκειας «Despair, serenity, worry and hope» από την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης. Η παρουσίαση του έργου έκανε τον συνθέτη ευτυχισμένο γιατί έπιασε έναν σημαντικό στόχο του. Τον Μάιο του 2018 οι πιανίστριες Γιώτα Τσόκα και Γεωργία Τέντα έπαιξαν το «In heaven-Hommage to mom». Το ίδιο έργο παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και Αθήνας από την Έφη Αγραφιώτη και τον Γιώργο Κοντραφούρη.
Εχοντας στον νου το δικό του κοινό, ο Β. Μπακόπουλος γράφει για έναν «εκπαιδευμένο μέσο αστό». Κοινό που καταλαβαίνει και από τζαζ και από κλασική μουσική, και δεν έχει παρωπίδες στο ν’ ανοίξει τα αυτιά σε νέους μουσικούς κόσμους, που δεν αποκλείουν τα μουσικά είδη, «εντοιχίζοντάς» τα.
Επιμέλεια: Μαρώ Καβαλιέρου