Ο χορογράφος Σπύρος Κουβαράς και η ελληνογαλλική ομάδα σύγχρονου χορού, Synthesis 748 Dance Co. υπογράφουν την νέα τους δουλειά με το έργο, “COYOTE, we used to be humans”, που θα παρουσιαστεί στο Πρώην Βιομηχανικό Πάρκο ΠΛΥΦΑ, Κορυτσάς 39, για πέντε παραστάσεις απο 25 έως και 29 Νοεμβρίου. Μετά τα residencies σε Παρίσι και Μονπελιέ και την πρώτη, open studio, παρουσίαση, του έργου, στο Διεθνές Χορογραφικό Κέντρο AGORA του Montpellier Danse, ο χορογράφος και η ομάδα του επιστρέφουν στην Αθήνα για την πρεμιέρα και τέσσερις ακόμα παραστάσεις. Λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα ο Σπύρος Κουβαράς μας μίλησε για την ομάδα, για την παράσταση, για το πως είναι να είσαι χορευτής σε έναν κόσμο σκληράδας. Αυτός είναι ο Σπύρος Κουβαράς.
Πριν ρωτήσω για την παράσταση θα ήθελες να συστήσεις αυτή την ομάδα στους αναγνώστες μας; Πως προκύπτει στο κάδρο το Παρίσι;
Στο Παρίσι έζησα για σχεδόν δώδεκα χρόνια και όλη αυτή η περίοδος έχει χαραχτεί μέσα μου και έξω μου. Βρέθηκα εκεί για σπουδές, αρχικά σωματικού θεάτρου και στη συνέχεια σύγχρονου χορού και χορογραφίας στο CND. Είχα την τύχη να διασταυρωθούν οι δρόμοι μου με σπουδαίους ανθρώπους του χορού και όχι μόνο, μα πάνω απ’ όλα αισθάνομαι τυχερός που διαμορφώθηκα καλλιτεχνικά σε αυτήν την πόλη. Το 2010, ίδρυσα εκεί την ομάδα μου και έκτοτε άρχισα να εστιάζω, χορογραφικά, στα δικά μου projects. Με πολύ κόπο και δουλειά και μέσα από ένα ευρύ δίκτυο συνεργασιών και επαφών, ξεκίνησα να λαμβάνω υποστήριξη από το Γαλλικό Εθνικό Κέντρο Χορού κάτι που υπήρξε καθοριστικό για την μετέπειτα, σταδιακή, εξέλιξη της ομάδας. Από το 2017, η βάση μου όπως και της ομάδας είναι πλέον η Αθήνα, διατηρώντας όμως ισχυρούς δεσμούς ακόμα με το Παρίσι και τη Γαλλία, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο.
COYOTE, we used to be humans ο τίτλος. Τι κρύβεται πίσω από αυτόν;
Ίσως η επιθυμία μου να επαναπροσδιορίσουμε, ως είδος, τη θέση μας στον πλανήτη και τη συνύπαρξή μας με άλλα οικοσυστήματα. Ωστόσο δεν είναι μόνο αυτό, ο τίτλος άλλωστε στις δουλειές μου, είναι μόνο ένα ίχνος, ένα αποτύπωμα του έργου αν θέλετε. Δεν το καθορίζει. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια η έρευνά μου έχει επικεντρωθεί στη μελέτη θεωρητικών όπως η D. Haraway και η R. Braidotti, που προσεγγίζουν το μέλλον υπό ένα πρίσμα που αποκλίνει της ανθρωποκεντρικής προσέγγισης του κόσμου, εξετάζοντας, μεταξύ άλλων, συμβιωτικές δυνατότητες μεταξύ φύσης και πολιτισμού. Θα έλεγα πως το COYOTE, we used to be humans, είναι ένα μεταμυθολογικό έργο που οπτικοποιεί, με έντονα στοιχεία φαντασιακού, μια νέα, αγεωγράφητη πλανητικότητα, αμφισβητώντας τη δυνατότητα ξεκάθαρης χάραξης ορίων μεταξύ ανθρώπου και ζώου, μεταξύ ανθρώπου και τεχνολογίας.

Μια και κινείστε ανάμεσα σε δύο χώρες παρατηρείς διαφορές μεταξύ του ελληνικού και του γαλλικού κοινού;
Μεγάλες διαφορές δεν υπάρχουν και σίγουρα πια όχι τόσο όσο παλιότερα. Απλώς το κοινό στη Γαλλία αποτελείται από ένα πολύ πιο ευρύ φάσμα ανθρώπων ενώ στην Ελλάδα το κοινό του χορού, είναι κυρίως άνθρωποι του χορού με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Αυτό που θα μπορούσα όμως να πω είναι ότι το γαλλικό κοινό είναι πιο υποψιασμένο και ανοιχτό σε νέες χορογραφικές φόρμες και τάσεις. Εδώ ακόμη δεν το έχουμε τόσο, αλλά αυτό δεν είναι θέμα κοινού όσο των ανθρώπων που κάνουν προγραμματισμό χορού στα φεστιβάλ και στα ιδρύματα. Υπάρχει ακόμα μια ροπή προς το εύπεπτο ή σε πιο κλισέ φόρμες εδώ, συνεχώς βλέπουμε τους ίδιους και τους ίδιους χορογράφους, οπότε και οι προσλαμβάνουσες του κοινού στην Ελλάδα είναι αρκετά πιο περιορισμένες. Οι Γάλλοι πάντως φεύγουν πολύ εύκολα από μια παράσταση αν δεν τους “αρέσει”, ακόμα και μετά από δέκα ή δεκαπέντε λεπτά. Με ευγένεια και διακριτικότητα βέβαια πάντα, αλλά φεύγουν. Δεν το κρίνω, απλώς το επισημαίνω και ο νοών νοείτο.
Ο χώρος εδώ επιλέγεται τυχαία ή συμπληρώνει το χαρακτήρα της παράστασης;
Προσωπικά, για λόγους αγοράς κυρίως, αν δεν πρόκειται για site specific project, αρχαιολογικό χώρο ή μουσείο για παράδειγμα, δουλεύω τα έργα ώστε να μπορούν να είναι αυθύπαρκτα, ωστόσο με ένα σχετικό εύρος ευελιξίας στην αισθητική ή αρχιτεκτονική προσαρμογής τους ανάλογα με το πλαίσιο παρουσίασής τους. Ο χώρος, είναι λοιπόν κάτι που σίγουρα λαμβάνω υπόψιν, αλλά όχι σε σημείο που να καθορίζει το χαρακτήρα της παράστασης. Σε ένα βαθμό μπορεί να συμβαίνει, εν προκειμένω για το COYOTE, we used to be humans, ένα πρώην βιομηχανικό πάρκο λειτουργεί ως αντίστιξη σε μια παράσταση που διέπεται απο μια meta αισθητική. Κάτι σαν τοπόσημο μιας άλλης εποχής ίσως. Παρόλα αυτά, στο Διεθνές Χορογραφικό Κέντρο Agora του Μονπελιέ που κάναμε τις πρώτες, open studio, παραστάσεις του έργου, ήμασταν σε black box θέατρο και λειτούργησε εξίσου καλά.

Τελικά ο χώρος του χορού είναι τόσο σκληρός όσο ακούγεται; Είναι δύσκολο να γίνεις χορευτής; Είναι δύσκολο να είσαι χορευτής;
Σκληρός δεν ξέρω αν είναι, εξαρτάται πώς ορίζεται αυτή η σκληρότητα. Αν εννοείτε από άποψη ανταγωνισμού, βιοπορισμού και επαγγελματικής ανέλιξης, τότε ναι, αλλά όχι περισσότερο απ’ ότι ο χώρος των καλών τεχνών, της μουσικής ή του θεάτρου. Σκληρές είναι περισσότερο οι κοινωνίες που έχουμε φτιάξει για αυτό και μοιάζει “λίγο προβληματική” η θέση του καλλιτέχνη εντός τους. Κατά συνέπεια το να γίνεις ή να είσαι χορευτής ή χορογράφος είναι εξ ορισμού δύσκολο, πέρα από το πολύ απαιτητικό, σωματικά και πνευματικά, του πράγματος. Είναι δύσκολο θα έλεγα γενικά, το να ζεις τη ζωή σου ποιητικά σε έναν κόσμο σκληράδας. Αλλά είναι και υπέροχο ταυτόχρονα το να υπάρχεις οντολογικά με ευαισθησία μέσα σε αυτή τη σκληράδα. Έχει σίγουρα πάντως να κάνει πολύ με το πόσο αγαπάς αυτό που κάνεις αλλά και πώς θωρακίζεσαι μέσα σε αυτό για να μην σε διαβάλλει τίποτα έξω από αυτό.