Η Στέλλα Κρούσκα μίλησε στην «Α» για το «Να ακούς το χιόνι να πέφτει» που συνεχίζεται για δέυτερη χρονιά στο Studio Μαυρομιχάλη, για τη συνεργασία της με το Δημήτρη Καταλειφό αλλά και για τα μελλοντικά καλλιτεχνικά της σχέδια. Ακόμα σχολιάζει την τρέχουσα πραγματικότητα και όλα όσα συμβαίνουν στο χώρο του Θεάτρου. Αυτή είναι η Στέλλα Κρούσκα.
Πείτε μου για αυτό το έργο που πηγαίνει για δεύτερη χρονιά.
Είναι μεγάλη η χαρά μας που αυτή η παράσταση αγκαλιάστηκε τόσο πολύ από τον κόσμο. Και πιο πολύ, γιατί αποφασίσαμε να την ανεβάσουμε ακολουθώντας περισσότερο μια συναισθηματική παρόρμηση παρά μια σκέψη. Φυσικά η αγάπη, στις διάφορες μορφές της είναι διαχρονικό θέμα, αλλά φαίνεται πως αυτή την εποχή, που απομακρυνθήκαμε βίαια ο ένας από τον άλλον, λόγω covid, που οι κακοποιήσεις, οι δολοφονίες, οι καθημερινές εντάσεις, μας έχουν κατακλύσει, φαίνεται πως έχουμε περισσότερο από ποτέ ανάγκη να μιλήσουμε για το μόνο πράγμα που κάνει τη ζωή ανεκτή.
Το ερωτευμένο ζευγάρι που ξεκινάει τώρα την κοινή ζωή του, ο χωρισμένος άντρας που ξεπουλάει τα πράγματά του προσπαθώντας να απαλλαγεί από το παρελθόν, η μητέρα που ζητάει απεγνωσμένα την προσοχή του γιού, ο πατέρας που εξομολογείται στο γιό την περιπέτεια που διέλυσε το γάμο του, η ζήλεια, η προδοσία, όλα μας οδηγούν σε αυτό που μας λέει ο ρόλος του Δημήτρη Καταλειφού κάποια στιγμή στο έργο:¨είμαστε όλοι αρχάριοι στο θέμα της αγάπης¨.
Υπογράφετε και τη διασκευή μαζί με τον Κο Καταλειφό. Τι είδατε στο έργο αυτό στην προσπάθεια αυτή να το διασκευάσετε;
Τα διηγήματα του Κάρβερ έχουν αρκετούς διαλόγους, δίνουν ολοκληρωμένους χαρακτήρες, μεταφέρουν πολύ ζωντανά τις καταστάσεις και τις σχέσεις, οπότε όλα αυτά διευκολύνουν την διασκευή τους στο θέατρο. Αυτό που μας δυσκόλεψε περισσότερο ήταν η ποιητική διάσταση που υπάρχει μέσα σε όλον αυτόν τον ρεαλισμό και την καθημερινότητα. Προσπαθήσαμε δηλαδή να κρατήσουμε τους διαλόγους απλούς και άμεσους, τους ανθρώπους αληθινούς, κρατώντας την ατμόσφαιρα που μας δημιουργούσε το κάθε διήγημα.

Πως είναι αυτή η συνεργασία;
Ο Δημήτρης είναι φίλος πια, γνωριζόμαστε χρόνια, δεν θα μπορούσα λοιπόν να χαρακτηρίσω την συνεργασία μας μόνο από επαγγελματική πλευρά. Αυτό πάντως που αγαπάω πολύ σε αυτόν, σε σχέση με τη δουλειά, είναι το απίστευτο δόσιμό του σε αυτό που κάνει κάθε φορά, το ότι πέφτει με τα μούτρα, παθιάζεται και φυσικά γίνεται πολύ απαιτητικός. Δύσκολος, ακούω να λένε καμμιά φορά. Ε, ναι, η δουλειά του θεάτρου δεν είναι εύκολη, θέλει επιμονή και αφοσίωση, θέλει σκάψιμο βαθιά μέσα σου για να μπορέσεις να βρεις στοιχεία ουσιαστικά και σημαντικά. Βέβαια, οφείλω να ξεκαθαρίσω εδώ, επειδή στην εποχή μας γίνεται μια μεγάλη προσπάθεια να μπουν όρια σε συμπεριφορές και αυτό έχει τεράστια σημασία, ξεκαθαρίζω λοιπόν ότι είναι άλλο πράγμα η σκληρή δουλειά και άλλο η κακοποίηση. Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα μπροστά μας για να μπουν τα πράγματα στη θέση τους, όμως ελπίζω ότι είμαστε τουλάχιστον και ευτυχώς στην διαδικασία.
Καταλαβαίνετε πια πότε ένα έργο αφορά; Εννοώ σε επίπεδο περιεχομένου.
Πιστεύω πως ξεκινάει κανείς από μέσα του, από αυτό που έχει εκείνος ανάγκη, και μετά σκέφτεται αν έχει νόημα να το παρουσιάσει και σε άλλους. Σίγουρα πάντως το «τι θέλει ο κόσμος» από μόνο του, οδηγεί σε απλουστεύσεις. Προσπαθείς να οσμιστείς, να νοιώσεις, αλλά οι συντεταγμένες είναι πολλές και οι σιγουριές δύσκολες, μάλλον αδύνατες.
Το έργο αυτό το αγκάλιασε ο κόσμος. Έχουν τελικά συναίσθηση οι εμπλεκόμενοι σε μια παράσταση, αν αυτή είναι καλή και αν θα πάει καλα;
Όχι, δεν νομίζω ότι ξέρεις ποτέ. Προσπαθείς, κάνεις το καλύτερο που μπορείς και ελπίζεις. Το μόνο που μπορεί να σε κάνει να νοιώσεις κάπως καλύτερα μέσα σε αυτήν την ανασφάλεια είναι η αίσθηση ότι καταθέτεις κάτι αληθινό, φτιαγμένο με μεράκι και φροντίδα, βαθύ και ουσιαστικό τουλάχιστον για σένα.
Οι κριτικές για τη δουλειά σας , σας αφορούν και σας επηρεάζουν;
Είμαι στη διαδικασία του να προσπαθώ να διαβάζω, να ακούω, κριτικούς , θεατές, συναδέλφους, και να διακρίνω πίσω από τα λόγια. Τα πρώτα εκατό χρόνια είναι δύσκολα, μετά φαντάζομαι θα τα καταφέρω .
Μετά από όλα αυτά που έχουν έρθει στο φως στο χώρο του θεάτρου, αισθάνεστε περισσότερο ασφαλής εργασιακά αλλά και σε επίπεδο σχέσεων και συνεργασιών;
Έχουν να γίνουν ακόμα πολλά, έχουμε πολύ δρόμο. Πρέπει να κατοχυρωθούν νομικά και σε επίπεδο πολιτείας κάποια πράγματα, άλλα πρέπει να τα φροντίσει το σωματείο μας. Νομίζω ότι έχει ανοίξει κάποιος δρόμος, γίνεται μεγάλη προσπάθεια. Είναι και η εποχή μας πολύ δύσκολη, οι οικονομικές ανάγκες τσακίζουν τους ανθρώπους. Χρειάζεται ψυχραιμία και επιμονή. Πρέπει και μεις οι ηθοποιοί, να σκεφτούμε ξανά γιατί θέλουμε να κάνουμε αυτή τη δουλειά, τι σημαίνει για τον καθένα μας. Το θέατρο, η υποκριτική, χρειάζεται μεγάλη ψυχική κατάθεση, αλλά αυτή η ζητούμενη ευαισθησία δεν πρέπει να αφήνει χώρο στην κακοποίηση. Μεγάλο και ηχηρό «όχι» όπου χρειάζεται.
Στην τρέχουσα πραγματικότητα τι σας ενοχλεί; Τι σας προβληματίζει;
Με ενοχλούν πολύ αυτοί οι ηγέτες που κάνουν παιχνιδάκια στο χάρτη της Ευρώπης, του κόσμου ολόκληρου και νομίζουν πως είμαστε ηλίθιοι. Με ενοχλεί που πολλές φορές, μέσα στο χάος της καθημερινότητας, γινόμαστε ηλίθιοι. Που ακόμα πιστεύουμε ότι θα βρεθούν εύκολες λύσεις. Που ο φασισμός έχει πάρει τα πάνω του. Που τα παιδιά, την παιδεία, τα έχουμε αφήσει, όχι σε δεύτερη, αλλά σε καμμία μοίρα. Που το θέατρο έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό αυτοϊκανοποιούμενο και ναρκισσιστικό. Και πολύ πρόχειρο.
Το επάγγελμα σας τελικά είναι φύσει δύσκολο; Πως μπορεί κατά τη γνώμη σας να δημιουργηθεί ένα πιο ασφαλές εργασιακό περιβάλλον;
Είναι φύσει δύσκολο γιατί είναι από τα επαγγέλματα που το αντικείμενό σου, το έργο σου, είσαι εσύ ο ίδιος. Το εργαλείο σου είναι ο ψυχικός σου κόσμος. Κι αυτό χρειάζεται άνοιγμα, έκθεση ουσιαστική. Χρειάζεται αυτογνωσία, αντοχή. Κρίνεσαι κάθε μέρα, ψάχνεις συνεχώς για δουλειά. Ασφαλές περιβάλλον δεν υπάρχει σε καμία δουλειά αυτή τη στιγμή, μη γελιόμαστε. Αγώνας καθημερινός είναι η μόνη λύση.
Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
Η παράσταση που ετοιμάζουμε άμεσα, θα παρουσιαστεί στο τέλος Οκτωβρίου, είναι η θεατρική διασκευή του εξαιρετικού βιβλίου του Χανς Φάλαντα, «Ο καθένας πεθαίνει μόνος του». ( στα Ελληνικά το βιβλίο κυκλοφορεί με τον τίτλο «Μόνος στο Βερολίνο»). Το έργο διαδραματίζεται στο Βερολίνο, όταν ο Χίτλερ βρίσκεται στην εξουσία και είναι μια τοιχογραφία των ανθρώπων που βίωσαν το ναζισμό, το ναζισμό που οι ίδιοι ψήφισαν και στον οποίο λίγοι αντιστάθηκαν. Το τέρας εμφανίζεται μπροστά στους ταλαιπωρημένους ανθρώπους με τη μορφή που έχουν ανάγκη να δουν, μοιάζει να τους δίνει αυτά που χρειάζονται, να τους φροντίζει, και σιγά σιγά αρχίζει να καταβροχθίζει, συνειδήσεις, αρχές, σχέσεις, ζωές. Υπάρχουν φυσικά κι αυτοί που αντιλαμβάνονται, που αρχίζουν να αντιδρούν, υπάρχει ελπίδα. Πάντως, η απελπισία οδηγεί τον άνθρωπο σε επικίνδυνα μονοπάτια. Ας έχουμε το νου μας!