Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ιάκωβου Καμπανέλλη, στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής ζωντανεύει το εμβληματικό του έργο η Αυλή των Θαυμάτων. Η αυλή που συναντιούνται οι κάτοικοι και οι γείτονες σε αυτή την ηθογραφία του Καμπανέλλη, είναι το μέρος όπου φιλοξενεί τις μεταξύ τους ιστορίες, τα όνειρα και τους εφιάλτες τους, τις προσμονές τους και τις λαχτάρες τους για θαύματα που τελικά δεν συμβαίνουν. Όπως περίπου συμβαίνει και στη ζωή.
Σε αυτή την εκδοχή του εδώ στο Μέγαρο Μουσικής το έργο αυτό πλημμυρίζει από μουσική και στίχους, φωνές και κίνηση και έτσι διατηρώντας ακέραιο το περιεχόμενό του, μετατρέπεται σε ένα ολοκληρωμένο μιούζικαλ.
Και μπορεί στην ιστορία οι ήρωες να περιμένουν ένα θαύμα που δεν θα γίνει ποτέ, όμως εμείς οι θεατές- μάρτυρες της συγκεκριμένης παράστασης μετράμε πολλά μικρά και μεγάλα σκηνικά θαύματα.

Η κουρτίνα σηκώνεται και αποκαλύπτεται ο φανταστικός σκηνικός κόσμος της Ελένης Μανωλοπούλου που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, αφού έχει καταφέρει να ζωντανέψει με ρεαλιστικό και ονειρικό τρόπο τα σπίτια των ηρώων, την αυλή, δημιουργώντας ένα σπάνιο σκηνογραφικό κομψοτέχνημα, που είναι ένας ολόκληρος κόσμος που όχι μόνο χωράει τους ήρωες, αλλά τους επιτρέπει να γεννηθούν με φυσικούς τρόπους στο φυσικό τους περιβάλλον. Πρόκειται για ένα σκηνικό υψηλής αισθητικής, που ελευθερώνει τη σκηνοθεσία, δίνει χώρο στους ηθοποιούς και γίνεται αισθητικός καταλύτης των ματιών μας καθόλη τη διάρκεια της παράστασης. Λαχταράς να τον πατήσουν οι ήρωες, να τους δεις να τον αλώνουν και να μην αφήνουν σπιθαμή που να μην χαρτογραφήσουν με τις πατούσες τους. Έρχεται εδώ ακριβώς σε αυτό το σκηνογραφικό θαύμα να προστεθούν οι επιβλητικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, ο οποίος αρπάζει την ελευθερία που του δίνει το σκηνικό και φωτίζει τα μικρά σπίτια των ηρώων, υπογραμμίζοντας φωτιστικά διαρκώς τις ζωές τους, δίνοντας φωτιστικές εμφάσεις σε όλες τις λεπτομέρειές τους. Έτσι μέσω των φώτων ξεπηδούν ουρανοί, κάμαρες τη νύχτα, σούρουπα, αστέρια, υποφωτισμένα ραντεβού στις ταράτσες, έρωτες στα κόκκινα φώτα. Ο Αλέκος Αναστασίου επιδιώκει και τα καταφέρνει εδώ, τα φώτα να μην είναι μια συμπληρωματική αισθητική πινελιά, μα κεντρικό χαρακτηριστικό της παράστασης δημιουργώντας ένα φωτιστικό σύμπαν που κουβαλάει ολόκληρη την εποχή του Καμπανέλλη.
Το βάρος όταν μετατρέπεις ένα έργο σε μιούζικαλ πέφτει αναγκαστικά και αναπόφευκτα σε αυτούς που αναλαμβάνουν το μουσικό και στιχουργικό σκέλος του έργου. Το βάρος εδώ έγινε πούπουλο καθώς έχουμε την καταλυτική συνάντηση των Στέφανου Κορκολή και Γεράσιμου Ευαγγελάτου. Ο Στέφανος Κορκολής μακριά και κοντά από τα μουσικά του χνάρια, πετάει απλόχερα τις νότες τους στους πρωταγωνιστές και με σύγχρονους ήχους καταφέρνει να μην απομακρυνθεί καθόλου από την εποχή και κυρίως από το νοσταλγικό χαρακτήρα του έργου, αφήνοντας ευτυχώς που και που τις μελωδίες να μας θυμίζουν πως η μουσική γράφτηκες χτες. Ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος φυσικά και απόλυτα ξέρει καλά να φτιάχνει με τις λέξεις του ιστορίες και δεν φοβάται να ακουμπήσει τις εντελώς δικές τους αναγνωρίσιμες πια στα αυτιά μας μέσω των ηρώων κάνοντας μας να ξαναδιαβασουμε το έργο από την αρχή, όπως το γεύτηκε αυτός. Ο Ευαγγελάτος είναι ένας σύγχρονος στιχουργός και ποιητής που αφουγκράζεται τις πόλεις και τους ανθρώπους τους, που αγκαλιάζει τις λεπτομέρειες, τις μέσα και έξω και ξέρει να φτιάχνει ιστορίες. Εδώ γνώρισε τους ήρωες καλά, τους συναναστράφηκε φανερά νύχτες και μέρες, τους άκουσε, τους κατάλαβε, πήρε το μολύβι και αφέθηκε να τον οδηγήσουν στις λέξεις τους που τις γεννάει η μουσική. Ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος αγαπά και σέβεται τις λέξεις και έτσι εδώ καταφέρνει να κάνει τους ήρωες και τις ηρωίδες να μιλήσουν τη γνώριμη γλώσσα του.
Η Κατερίνα Παπουτσάκη δεν εντυπωσιάζει απλά με τις φωνητικές και σωματικές τις ικανότητες, αλλά δηλώνει μεστά και αποφασιστικά πως το μιούζικαλ είναι ένα είδος που τη χωράει, το καταβροχθίζει με τις νότες της και την αρτιότητα της, ελευθερώνοντας απλόχερα όλα τα εκφραστικά της εργαλεία χωρίς να τα επιδεικνύει. Ταξιδεύει τα λόγια καθαρά, μετατοπίζεται από την πρόζα στο τραγούδι και πάλι πίσω με πάθος και καταφέρνει να χτίσει μια ολοκληρωμένη ηρωίδα, συναισθηματικά φορτισμένη και καθαρή στα μάτια μας. Για να υπηρετήσεις το είδος αυτό δεν χρειάζεται απλά να τραγουδάς καλά και να μπορείς να κινήσαι άρτια. Η Κατερίνα Παπουτσάκη συνδυάζει τα διαθέσιμα εργαλεία της με τέτοιο τρόπο και δεν αφήνει τίποτα στην άκρη, καμιά υποκριτική, καμιά φωνητική και καμιά κινησιολογική έκπτωση δεν επιτρέπει η ίδια, καταγράφοντας ίσως την πιο ολοκληρωμένη της καλλιτεχνική στιγμή, μια από αυτές που ως θεατής δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου. Μαζί με τον Γιώργο Τσιαντούλα ο οποίος είναι κινησιολογικά εντυπωσιακός και φωνητικά εντελώς παρών και θαρραλέος, φτιάχνουν μια ερωτική ιστορία με τις σκηνές στην ταράτσα να μας ταξιδεύουν σε άλλες εποχές μαγικά.

Αντίστοιχα η Μαρία Διακοπαναγιώτου, με μια υπέροχη τζαζ βραχνάδα που σε κάνει λίγο να χαμηλώνεις την αναπνοή σου για να μη χάσεις νότα, υπάρχει εκεί μέσα στην Αυλή των Θαυμάτων, στοιβαρή υποκριτικά, φωνητικά και κινησιολογικά με τα μάτια μας να την ακολουθούν στο χώρο και τα αυτια μας να την αφουγκράζονται διαρκώς και αναπόφευκτα. Σύμμαχός της στην ιστορία της ο Αλέξανδρος Βάρθης που καταθέτει εδώ πέρα από την υποκριτική του αρτιότητα και μια φωνητική μουσική δυνατότητα εκφοράς λέξεων, ένα εργαλείο που θα πρέπει να το συμπεριλάβει στον υποκριτικό του χάρτη από εδώ και πέρα.
Φοβερή έκπληξη κυρίως σε φωνητικό επίπεδο, οι Γιώργος Γάλλος, Αλέξανδρος Μπουρδούμης και Κόρα Καρβούνη που τολμούν να αφεθούν στο είδος και να μας πετάξουν στην μούρη εργαλέια τους που δεν τα είχαμε συναντήσει πάνω τους σκηνικά εώς αυτή τη στιγμή, που όμως υπάρχουν είναι εκεί και πρέπει να παραμονεύουν μέχρι την επόμενη φορά.
Οι Ρούλα Πατεράκη, Φιλαρέτη Κομνηνού, Δημήτρης Πιατάς και Μάνος Βακούσης αποτελούν τους υποκριτικούς πυλώνες της παράστασης, δημιουργώντας ήρωες και ηρωίδες καλά κλεισμένους στις σελίδες του Καμπανέλλη που ζωντανεύουν επί σκηνής σαφείς και εντελώς χαρτογραφημένοι.
Ο σκηνοθέτης Χρήστος Σουγάρης είναι ο τελικός νικητής του εγχειρήματος, αφού έχοντας στη διάθεση του όλα τα παραπάνω υλικά, ήξερε καλά πως να τα χρησιμοποιήσει και πως να καλύψει ατέλειες και ενδεχόμενες αστοχίες. Θέλει σκηνοθετική μαεστρία και τόλμη και σκηνοθετικό θάρρος να αρπάξεις τον κόσμο του Καμπανέλλη και να τον τολμήσεις μουσικά, χαρακτηριστικά που ο Σουγάρης εδώ διέθεσε απλόχερα.
Στην Αυλή των Θαυμάτων, το θαύμα συγγραφικά δεν έρχεται ποτέ. Όμως στην αυλή αυτή εδώ υπάρχουν φανερές και κρυφές εκπλήξεις, μικρά και μεγάλα θαύματα που αξίζει να τους παραδοθείς και να μη σταθείς στις ασήμαντες ατέλειες (κυρίως ηχητικές και τεχνικές) ενός τόσο μεγάλου μουσικοθεατρικού εγχειρήματος.