Πρέπει να γράψω κάτι για τον Μίκη. Τον Μίκη που έπαιξα στα 19 μου χρόνια και ένιωσα την πρώτη ανατριχίλα όταν σήκωσε τα χέρια του να διευθύνει. Τον Μίκη που με τις ιστορίες του με μάγευε και με έκανε να ονειρεύομαι έναν κόσμο διαφορετικό. Τον Μίκη που δεν δίσταζε να παίρνει δημιουργικά ρίσκα. Τον Μίκη που γνώριζα όλο και καλύτερα μέσα από την οπτική μουσικών απ’ όλο τον κόσμο. Τον Μίκη που έφυγε και για μερικές μέρες ξαναζήσαμε την Ελλάδα που έχουμε χάσει. Την Ελλάδα που ξεχάσαμε από την παρακμή και τη χυδαιότητα όπου τη ρίξανε οι γνωστοί γραβατωμένοι. Τον Μίκη που ένας ολόκληρος πλανήτης τον προσφωνεί με το μικρό του όνομα. Και αυτό είναι κυριολεκτικό. Τον Μίκη, αυτόν τον υπέροχο αιώνιο έφηβο, που μας αγκάλιασε όλους. Που δεν φοβήθηκε, που οραματίστηκε, που μας εξόπλισε με τον λόγο μεγάλων ποιητών, που έγινε κομμάτι της καθημερινότητάς μας.
Γνώρισα τη μουσική του στα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Βρέθηκα δίπλα του. Έπαιξα μαζί του. Ταξίδεψα. Βίωσα το τι σήμαινε ο Μίκης διεθνώς. Περπάτησα σε κόκκινα χαλιά μαζί του. Έζησα πρωτόγνωρες εμπειρίες. Τον Μίκη που θα μοιράζαμε τη σκηνή οι δυο μας, όπως μου έλεγε. Εγώ κρουστά και ο ίδιος θα τραγουδούσε.
Πριν από 25 χρόνια είχαμε φτιάξει με τους Α. Συμβουλόπουλο πιάνο, τον Α. Μνιέστρη σαξόφωνο, τον Π. Πασχαλίδη τρομπέτα και τον Σ. Εμμανουήλ μπάσο την ομάδα ΤΗΛΕΘΡΟΟΝ. Ένα γκρουπ αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής. Πρότεινα τότε στον Μίκη να κάνουμε μια συναυλία όπου θα τραγουδήσει ο ίδιος και θα αυτοσχεδιάζαμε στα τραγούδια του.
Η συναυλία έγινε στο θέατρο "Αιξωνή", όπου τραγούδησε και ο Γιώργος Θεοδωράκης. Μόνο ο Μίκης θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Μόνο ένας δημιουργικός άνθρωπος, χωρίς δήθεν, χωρίς ενοχές, μπορεί να κάνει δημιουργικά άλματα και να παίρνει ρίσκα. Γιατί αυτό είναι καλλιτέχνης. Γιατί αυτό είναι δημιουργία. Γιατί αυτό ήταν πάντοτε ο Μίκης.
Ο Μίκης μας!