«Αυτό που θα ήθελα να σκεφτεί κανείς σε σχέση με το έργο είναι ότι για πάρα πολλά πράγματα ευθυνόμαστε εμείς οι ίδιοι. Θα πρέπει να αναλογιστούμε τις δικές μας ευθύνες» έλεγε μεταξύ άλλων ο Γερμανός σκηνοθέτης Τόμας Οστερμάγερ μιλώντας στους Έλληνες δημοσιογράφους που τον συνάντησαν σε ένα διάλειμμα των προβών του στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, όπου ανεβαίνει 3, 4 και 5 Σεπτεμβρίου, μετά από ανάθεση του Φεστιβάλ Αθηνών, ο δικός του Οιδίποδας, νέο έργο, εμπνευσμένο από τη σοφόκλεια τραγωδία, που έγραψε η Μάγια Τσάντε.
Αποκάλυψε ότι αυτό που τον ενδιέφερε ήταν το φαινόμενο της λήθης, καθώς, όπως εξήγησε, «ο Οιδίποδας έχει ξεχάσει σχεδόν ότι έχει σκοτώσει έναν άνθρωπο, τον Λάιο, ενώ ταυτόχρονα οδηγείται σε μια έρευνα όπου αποκαλύπτεται ότι το έχει κάνει. Αυτό που μ’ ενδιέφερε να τονίσω είναι η δυνατότητα που έχουμε όλοι μας να ξεχνάμε σχεδόν την αλήθεια, να τη βάζουμε κάτω από το χαλί, να τη συμπιέζουμε μέσα μας. Κι αυτό είναι πραγματικά μια σύνδεση με το σήμερα. Αν αναλογιστούμε την ευθύνη μας για τους πολέμους, τους πρόσφυγες, την κατανομή του πλούτου, σχεδόν δεν θα μπορούμε να ζούμε» υπογράμμισε.
Αναφερόμενος στη δύναμη της τέχνης να καταπολεμά τον φόβο, διηγήθηκε ένα περιστατικό κατά το οποίο, την επομένη της επίθεσης στο Μπατακλάν, θα ανέβαζαν τον Οιδίποδα του Καστελούτσι στο Theatre de la Ville. «Ξαφνικά είδα τον εαυτό μου, έναν Γερμανό σκηνοθέτη, να ανεβάζει το έργο ενός Ιταλού μπροστά σε ένα γαλλικό κοινό. Αυτό είχε κάτι το συγκινητικό, γιατί σκέφτηκα ότι μέσα σε ένα τοπίο ανασφάλειας θα πρέπει να μπορούμε να συνεχίζουμε, να συνομιλούμε μέσα από την τέχνη για να μην κυριαρχήσει ο φόβος. Παρακολουθώντας τον Οιδίποδα εκείνο το βράδυ, ξαφνικά σαν να κατάλαβα το έργο και ταυτόχρονα απαντήθηκε μέσα μου σε σχέση με την τρομοκρατία ότι εμείς την έχουμε προκαλέσει, ότι είναι το αποτέλεσμα όλης της πρόσφατης Ιστορίας, της αποικιοκρατίας της Δύσης. Πρέπει να στραφούμε στον εαυτό μας και να καταλάβουμε τι έχουμε κάνει λάθος» κατέληξε.
Η συγγραφέας Μάγια Τσάντε μίλησε για τους άξονες πάνω στους οποίους βασίστηκε, το πώς δηλαδή ο άνθρωπος δημιουργεί τη μοίρα του ανάλογα με τις αποφάσεις που καλείται να πάρει. Την απασχόλησαν επίσης το θέμα της εξουσίας και της γυναίκας, «πώς διαχειρίζεται δηλαδή κάποια κοινωνία ή ομάδα την εξουσία σήμερα. Επίσης, με ενδιέφερε η γυναίκα, καθώς δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να είναι η ιστορία ενός άνδρα. Γι’ αυτό στο έργο υπάρχουν δύο κεντρικά πρόσωπα που είναι γυναίκες και άλλα δύο που είναι άντρες».