Live τώρα    
18°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
18 °C
15.7°C19.5°C
1 BF 62%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
16 °C
12.5°C19.3°C
1 BF 61%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
16 °C
12.0°C19.4°C
1 BF 64%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αίθριος καιρός
17 °C
15.8°C20.3°C
2 BF 69%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
14 °C
13.5°C13.5°C
1 BF 40%
Νικαίτη Κοντούρη στην «Α» / Οι «Βάκχες» είναι η αναμέτρηση με το αδύνατο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Νικαίτη Κοντούρη στην «Α» / Οι «Βάκχες» είναι η αναμέτρηση με το αδύνατο

Νικαίτη Κοντούρη

Με αφορμή «ένα κείμενο της πτώσης των αξιών», όπως χαρακτηρίζει τις «Βάκχες», που ξεκίνησαν ήδη την περιοδεία τους και παρουσιάζονται 13, 14 και 15 Αυγούστου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, η σκηνοθέτις Νικαίτη Κοντούρη μιλάει στην ΑΥΓΗ για τη γοητεία που της ασκούν οι αντιφάσεις του έργου, αλλά και οι προκλήσεις στη δυσκολία της ερμηνείας του. «Οι 'Βάκχες' ελλοχεύουν στο ασυνείδητό μας, είναι η αναμέτρηση με το αδύνατο», ομολογεί. Την ίδια ώρα, δεν παραλείπει να μιλήσει για τη μεγάλη δοκιμασία την οποία βιώνουν τον τελευταίο ενάμισι χρόνο οι εργαζόμενοι της τέχνης και του πολιτισμού, καλλιτέχνες και δημιουργοί του θεάματος πολλαπλών ειδικοτήτων.

Γυναίκα σκηνοθέτις που αρθρώνει ευθύβολα εδώ και χρόνια τον προσωπικό της λόγο πάνω στη σκηνή, με συνέπεια στα κείμενα, ευαισθησία, διακριτικότητα, αλλά και δύναμη, απέναντι σε μια σκληρή, ανδροκρατούμενη αγορά.

«Είμαι πια 64 ετών. Γνωριστήκαμε πριν από τριάντα χρόνια στο Αμόρε», θυμίζει και προσθέτει: «Είχα κλείσει ήδη έναν κύκλο σπουδών, με παραμονή έξι ετών στις ΗΠΑ και τρία με τέσσερα διπλώματα στα χέρια από κάθε χώρο της τέχνης, καθότι για τη γενιά μου θεωρούντο συλλογή αποσκευών. Επέστρεψα το καλοκαίρι του 1988 και το 1991 με κάλεσε ο Γιάννης Χουβαρδάς να αναλάβω κάποια πράγματα στην πρώτη φάση του Θεάτρου του Νότου, αυτής της καταπληκτικής νεωτεριστικής πρότασης, μπαίνοντας έτσι μέσα σε έναν κόσμο όπου δούλευες με το μυαλό, την ψυχή, όλο σου το είναι και κυρίως με αυταπάρνηση, χωρίς να λογαριάζεις ωράρια. Σε έναν χώρο που μας έδωσε ευκαιρίες κι έβγαλε μια γενιά δημιουργών που αυτή τη στιγμή κυριαρχεί στο ελληνικό θέατρο», αναφέρει η γνωστή σκηνοθέτις.

Πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα στο θέατρο μέσα σε αυτά τα τριάντα χρόνια;

Έχουν αλλάξει πάρα πολύ. Πληθύναμε, καθώς φάνηκε μέσα στο πέρασμα του χρόνου ότι είναι μεγάλη παρηγοριά η τέχνη του θεάτρου κι όλοι θέλησαν να εκφράσουν και να διοχετεύσουν σε αυτό την ανάγκη τους για ψυχική ανάταση. Άνθισαν οι σχολές, οι ομάδες, οι εναλλακτικοί χώροι και ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν μεγάλοι επιδοτούμενοι χώροι με άλλο καθεστώς, στον αντίποδα όλου αυτού του πειραματικού, θεατρικού οργασμού. Τη δεκαετία του '90 και αρχές του 200 ευεργετηθήκαμε από την πολιτική που είχε ονοματεπώνυμο και λεγόταν Μελίνα Μερκούρη και Θάνος Μικρούτσικος, που βοήθησε αφάνταστα, όχι μόνο να επιβιώσουμε, αλλά και να δημιουργήσουμε, γιατί είχε αντίληψη του πόσο ακριβή τέχνη είναι η παραστατική και ήξερε από μέσα το κόστος. Εμείς που ζήσαμε αυτήν την περίοδο της άνθησης, βρισκόμαστε από τη μια κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη της οικονομίας και από την άλλη μέσα σε μια πληθώρα συναδέλφων όπου δεν μπορούμε να συνενώσουμε τις δυνάμεις μας.

Πώς καλλιτέχνες, δημιουργοί και εργαζόμενοι στο θέαμα μπορούν να αντεπεξέλθουν σε ένα ήδη βεβαρημένο από την πανδημία παρόν;

Μετά από ενάμισι χρόνο απόλυτης απραξίας, όσοι είχαμε την τύχη να ενταχθούμε στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, το φετινό καλοκαίρι, μπορέσαμε να κάνουμε πράξη τα σχέδιά μας. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι ο κλάδος ευημερεί και έχει δουλειά. Φοβάμαι πολύ ότι, παρ’ όλη την καταγραφή των καλλιτεχνών, τις κωδικοποιήσεις, τα βοηθήματα που άλλα δίνονταν και άλλα όχι, η επιβίωση έγινε πάρα πολύ δύσκολη έως δυσβάσταχτη για έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων του θεάτρου, όλους αυτούς που στηρίζουν τον μηχανισμό. Τόσοι άνθρωποι και τόσες ειδικότητες βρίσκονται εκτός δουλειάς. Είναι παράπλευρες απώλειες και πληγές που δεν ξέρω πότε θα καταφέρουμε να τις κλείσουμε και αν ποτέ θα το καταφέρουμε.

Περνώντας μέσα από μια πανδημία και ό,τι έσπειρε αυτή στο διάβα της, πόσο ενσυνείδητη ήταν η επιλογή των “Βακχών”;

Απολύτως. Πρόκειται για ένα βαθιά πολιτικό έργο, που γράφτηκε σε μια εποχή αντίστοιχη με τη δική μας, με την Αθήνα να αποτυχαίνει συνεχώς στις μάχες του Πελοποννησιακού Πολέμου, μετά το τέλος του οποίου δεν ξανασήκωσε κεφάλι.

Όταν, λίγο πριν το τέλος της ζωής του, ο Ευριπίδης αποφασίζει να γράψει τις “Βάκχες”, στην Αθήνα είχαν απομείνει ελάχιστοι άνδρες, κυρίως μεγάλης ηλικίας,και γυναίκες μόνες, που έπρεπε να τα φέρνουν βόλτα και αναζητούσαν παρηγοριά σε όποιον αυτόκλητο προφήτη ή θεό ερχόταν στην πόλη και προσπαθούσε να δώσει στήριγμα. Στο έργο φτάνει σαν λαίλαπα ο Διόνυσος ζητώντας εκδίκηση και απόλυτη καταστροφή. Σε ένα ήδη έρημο τοπίο, σε μια κρύπτη από όπου οι άνθρωποι βγαίνουν φοβισμένοι, γιατί δεν ξέρουν πώς θα τους δεχθούν. Γιατί οι γυναίκες του χορού είναι πρόσφυγες, ξένες, από την Ανατολή, κι ενώ ακολουθούν έναν θεό που είναι από αλλού, αντιλαμβάνονται ότι είναι υποχείριά του. Και μόνο προς το τέλος καταφέρνουν να αποδεσμευτούν από τα σχοινιά με τα οποία τις κρατά δεσμευμένες ο Διόνυσος.

ΒΑΚΧΕΣ

Ποιος είναι εδώ ο ρόλος του χορού και ποιες διαφορές φέρει από αντίστοιχους σε έργα του Αισχύλου και του Σοφοκλή;

Ο χορός είναι από γραφής, χωρίς τη δυνατή προσωπικότητα που έχουν τα χορικά στον Αισχύλο και στον Σοφοκλή. Ο Ευριπίδης έχει βάλει τον χορό στη θέση του παρατηρητή και του σχολιαστή. Αυτόν τον γυναικείο χορό τον «διαβάζω» ως έναν χορό από σύγχρονες γυναίκες που από ανάγκη ακολούθησαν ψυχή τε και σώματι τον Διόνυσο, για να ξεφύγουν από τους καταπιεστικούς τόπους τους, φτάνοντας ωστόσο σε έναν άλλο τόπο, επίσης καταπιεστικό.

Τι είδους τραγωδία θα χαρακτηρίζατε τις “Βάκχες” και τι αυτό το έργο καταδεικνύει;

Οι "Βάκχες" είναι άλλη μια οικογενειακή τραγωδία και η ακρότατη συμπεριφορά της Αγαύης που δεν αναγνωρίζει το παιδί της και το διαμελίζει είναι αυτό που ανάγει το έργο από δράμα σε τραγωδία, γιατί ξεπερνάει κάθε φαντασία. Ο Διόνυσος αλλάζει τη φύση. Αλλά και τη συμπεριφορά μας. Μας κάνει φοβικούς, θρασείς, πράγματα που δεν έχουν ηθική αναστολή. Μας κάνει να ξεπερνάμε το σώμα μας, τις ανάγκες μας.

Οι “Βάκχες” κάνουν τους ανθρώπους -τα αρχέτυπα με τα οποία καταπιάνεται ο Ευριπίδης- να γίνονται όχλος. Καταλύεται ο ορθολογισμός. Και τι καταδεικνύει το έργο; Τον φανατισμό, γιατί όποιος έχει φανατισμό χάνει την κρίση του, δηλαδή το μέτρο, και οδηγείται σε ακραίες συμπεριφορές . Η υπέρβασή του δεν έχει να κάνει με ιδέες και οράματα. Οι “Βάκχες” είναι ένα κείμενο της πτώσης. Της πτώσης της πόλης των Αθηνών αλλά και των αξιών στη σύγχρονη εποχή.

Τι σας συγκινεί σε αυτόν τον μύθο;

Με γοητεύουν πάρα πολύ οι αντιφάσεις του. Ταυτόχρονα με προκαλεί η δυσκολία ερμηνείας του. Ελλοχεύει στο ασυνείδητό μας, έχει να κάνει με τη σκοτεινή πλευρά, που σε εκπλήσσει όταν οι συνθήκες σε αφήνουν απροστάτευτο. Είναι η αναμέτρηση με το αδύνατο. Αυτό που φαντάζει αδύνατο και όμως συμβαίνει. Είναι η επιτομή της εφαρμογής της έννοιας της μη λογικής και της υπέρβασης.

Οι «Βάκχες» είναι ταυτόχρονα και η αποθέωση της θεατρικής τέχνης;

Ο Ευριπίδης με τις “Βάκχες” προχωρά σε μια εμφανώς τελετουργική μιμητική διαδικασία, όπου χρησιμοποιούνται όλα τα μέσα της θεατρικής πράξης, μεταμόρφωση, παρενδυσία, δραματική ειρωνεία, ελευθεριότητα, ακραίες συμπεριφορές, αφήγηση, αθέατες εγκληματικές πράξεις κ.ά. Χρησιμοποιούνται όλοι αυτοί οι μηχανισμοί που σου δίνουν την ελευθερία να ταυτιστείς αλλά και να αποσχιστείς. Να καθίσεις απέναντι και να το δεις, γιατί είναι θέατρο.

Πώς μέσα σε αυτήν την ιστορική, παγκόσμια στιγμή, η τέχνη αφουγκράζεται τη ζωή και πώς ο καλλιτέχνης στέκεται απέναντι σε αυτό που συμβαίνει; Ποια η ουσία που πρέπει να εμπεριέχει και να διασφαλίσει η τέχνη και οι δημιουργοί της;

Ο κόσμος θέλει να ανακουφιστεί από την τέχνη. Μέσα σε αυτήν δεν κυκλοφορεί η θεραπεία, αλλά ερεθίσματα για θεραπεία. Και τον καιρό της πανδημίας έγινε για μένα πιο επιτακτική η ανάγκη να συνεχίσω να επιμένω με τις “Βάκχες”. Οι άνθρωποι της τέχνης θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε το ζητούμενό μας.

 

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν ο Άκης Σακελλαρίου στον ρόλο του Διόνυσου, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στον ρόλο του Πενθέα, η Ιωάννα Παππά στον ρόλο του Τειρεσία, η Κωνσταντίνα Τακάλου στον ρόλο της Αγαύης, ο Δημήτρης Πετρόπουλος στον ρόλο του Κάδμου και ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης στον ρόλο του Αγγελιοφόρου.

Οι «Βάκχες» θα παρουσιαστούν υπό το φως της ημέρας στα Γίτανα Θεσπρωτίας 23 Αυγούστου και στο αρχαίο θέατρο Δωδώνης 24 του μήνα.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL