Όταν ο Μανώλης Μαυροματάκης διάβασε για πρώτη φορά τον «Λουκή Λάρα» του Δημητρίου Βικέλα μετά από πρόταση του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε να γίνει θέατρο. Το ιστορικό μυθιστόρημα του 1870, που κάνει πρεμιέρα μεθαύριο Δευτέρα 28 Ιουνίου στο Δημοτικό Θέατρο Ηλιούπολης "Δημήτρης Κιντής" σε σκηνοθεσία Λευτέρη Γιοβανίδη, «περιγράφει τον διωγμό ενός νέου και της οικογένειάς του από τους Τούρκους κατά τη διάρκεια της καταστροφής της Χίου και τη μετέπειτα προσφυγιά τους στις Κυκλάδες» εξηγεί ο ηθοποιός στην ΑΥΓΗ, σημειώνοντας ότι «ο Λουκής Λάρας αφηγείται σε μεγάλη ηλικία πλέον μέρος της ιστορίας του, τριών - τεσσάρων χρόνων της ζωής του, από το 1821 έως και το 1824, χρόνια σημαντικά, καθώς κατάφερε να επιβιώσει από τον διωγμό αλλά και την πείνα δουλεύοντας».
Είναι ενδεικτικό ότι πρόκειται για την προσωπική μικρή ιστορία που τρέχει δίπλα στη μεγάλη των οπλαρχηγών, των πολέμων και των ηρώων. Και με πρωταγωνιστή έναν που επιχειρεί να αναδείξει την ιστορικότητα και τη συγκίνηση της καθημερινής ζωής, πρόσωπο που η Ιστορία συνήθως παραμερίζει.
«Μπορούμε να ζήσουμε ως έμποροι, επέμενε ο Λουκής Λάρας, δεν μπορούμε να πάμε να καταταγούμε στον στρατό, ούτε να γίνουμε δημόσιοι υπάλληλοι στο νεοσύστατο νεοελληνικό κράτος. Ο ίδιος μπορεί να μην ήταν στα πεδία των μαχών, αλλά ήταν ένας από αυτούς τους χιλιάδες ήρωες που συνέχιζαν τη ζωή» σημειώνει ο Μ. Μαυροματάκης.
Στην ερώτηση τι τον συγκίνησε στη συνάντηση μ’ αυτόν τον ήρωα, απαντά ευθέως ότι «πρόκειται για έναν άνθρωπο που επέμεινε ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να ζήσει με τον τρόπο που ξέρει. Κι όχι με τις ανέσεις, αλλά πολεμώντας με τα εργαλεία που έχει για να ξεπεράσει τις δυσκολίες. Και εργαλεία είναι η γνώση της δουλειάς του. Όμως το πιο συγκινητικό από όλα είναι ότι, ενώ κάνει μια μεγάλη προσπάθεια να φέρει κάποια τιμαλφή για να τα χρησιμοποιήσει ως κεφάλαιο για να συνεχίσει μια επιχείρηση εμπορική που ανοίγει στην Τήνο, ξαφνικά ερωτεύεται μια κοπέλα που είναι σκλάβα στο χαρέμι του αγά, πληρώνει για να την ελευθερώσει και στη συνέχεια την κάνει γυναίκα του».
Ο ηθοποιός συγκινήθηκε, όπως λέει, από τον αγώνα που κάνει ο Λουκής Λάρας «σαν ένας άλλος εκπρόσωπος της μεσαίας τάξης για να επιβιώσει, θυμίζοντας αυτό που ζούμε και σήμερα».
Γραμμένο στην καθαρεύουσα, το έργο, «με τη χρήση της γλώσσας να δημιουργεί τομή ανάμεσα στην πολύ αυστηρή και αρχαΐζουσα καθαρεύουσα του Ραγκαβή και τη δημοτική του Ψυχάρη, προσπαθεί να προσομοιάσει με μια γλώσσα που μιλιέται. Κάτι που φυσικά δεν συμβαίνει. Καθώς είναι μια γλώσσα για να γράφεται, των λογίων και της ελίτ».
«Με συγκίνησε πολύ αυτή η γλώσσα. Φαίνεται πως είναι κάτι πολύ βαθύ, δικό μου, από παλιά. Γλώσσα ακριβής, καθαρή, που, επειδή δεν μιλιέται, δεν έχει φθαρεί. Αλλά είναι δύσκολη να παρασταθεί. Ωστόσο, με γοητεύει. Πειραματίστηκα αναπτύσσοντας τη μουσικότητά της και έγραψα ξανά το κείμενο ανασυντάσσοντάς το σε επίπεδο παραγράφων, λέξεων, έτσι ώστε να το κάνω όσο πιο έμμετρο γίνεται. Το προσάρμοσα σε έναν έμμετρο ρυθμό» αποκαλύπτει ο πρωταγωνιστής, που παραμένει σε όλη τη διάρκεια μόνος του στη σκηνή «μαζί με 55 καρέκλες, το τελευταίο σκηνικό της αείμνηστης Έλλης Παπαγεωργακοπούλου».