Η Σόνια Λίζα Κέντερμαν, η νεαρή σκηνοθέτις της ταινίας «Ράφτης», που από χθες προβάλλεται στους θερινούς κινηματογράφους, ακολούθησε τη σοφή οδηγία των δασκάλων της στη Σχολή Κινηματογράφου του Λονδίνου οι οποίοι προέτρεπαν τους σπουδαστές να επιστρέψουν στη χώρα τους, γιατί μόνο γνωρίζοντας καλά τις ιστορίες και τους χαρακτήρες του τόπου τους μπορούν να κάνουν μια αληθινή ταινία.
«Γύρισα για τις ιστορίες» λέει η Σόνια, «κι ενώ στο Λονδίνο ήμουν πάρα πολύ ευτυχισμένη και δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι δεν θα συνέχιζα να ζω εκεί. Αλλά γύρισα γιατί ήθελα να πω την ιστορία του τόπου μου. Ήταν 2014 και ήδη είχε γεννηθεί η ιδέα του ‘Ράφτη’. Η κρίση και η εμφανής αλλαγή στην πόλη και στα πρόσωπα των ανθρώπων ήταν σοκαριστική. Το έχουμε ξεχάσει αν και έχουν περάσει πολύ λίγα χρόνια. Ξεχάσαμε όλους εκείνους που έψαχναν στα σκουπίδια ή έκλεβαν τα ντελίβερι. Και σήμερα συμπεριφερόμαστε ζώντας την πλαστή ανάπτυξη που κάποιοι επιμένουν, λανθασμένα, πως υπάρχει. Είναι αδιανόητο το ότι ο άνθρωπος μπορεί και ξεχνά τόσο εύκολα και γρήγορα τα δεινά του, όπως η πείνα. Η σταδιακή χρεοκοπία παλιών, παραδοσιακών καταστημάτων στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, όπου περπατούσα συχνά, ήταν η αρχή για τον ‘Ράφτη’» ομολογεί.
Η ταινία είναι μια υπόκλιση στον θρίαμβο της μαστοριάς, τη σημασία τής χειρονομίας και της λεπτομέρειας μιας άλλης εποχής και τρόπου ζωής. Σε μια τέχνη υψηλή, που εμπεριέχει αισθητική, μεράκι, ακρίβεια, παρατήρηση, υπομονή. Η Σόνια και ο πρωταγωνιστής τής ταινίας Δημήτρης Ήμελλος πέρασαν άπειρες ώρες γνωρίζοντας και συζητώντας με εμποροράφτες, «ανθρώπους ιδιαίτερου ήθους, που ζουν σε άλλον χρόνο και ρυθμό από τον δικό μας, στοιχεία καθοριστικά για το σενάριο», όπως αποκαλύπτει.
Η ιστορία αναφέρεται στη μεταμόρφωση ενός ονειροπόλου ράφτη που, εγκαταλείποντας το μικροσκοπικό πατάρι τού οικογενειακού ραφτάδικου, συνεχίζει την τέχνη του στον δρόμο ως πλανόδιος δημιουργός, κρατώντας ζωντανό τον πυρήνα της ανθρωπιάς και της τέχνης του.

Ο «Ράφτης», που κυκλοφορεί από την Tanweer, έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο 24ο Tallinn Black Nights Film Festival στην Εσθονία, ενώ η πανελλήνια πρώτη του πραγματοποιήθηκε στο 61ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, όπου απέσπασε το Βραβείο FIPRESCI, το Ειδικό Βραβείο Επιτροπής Νεότητας και το Πρώτο βραβείο ΕΡΤ.
«Έχω την τύχη να ανήκω σε μια μεγάλη οικογένεια, με επτά αδέλφια από την πλευρά της μητέρας μου, πάρα πολλά πρώτα και δεύτερα ξαδέλφια. Ζούμε όλοι μαζί σε τρεις τεράστιες πολυκατοικίες που θυμίζουν χωριό. Μεγαλώσαμε όλες οι γενιές μαζί, κάτι που συνεχίζεται» αναφέρει η Σόνια, γεννημένη από πατέρα Γερμανό και μητέρα Ελληνίδα. «Μεγάλωσα με πολλές ιστορίες, και μάλιστα από το γερμανικό σόι κάποιες από αυτές διαθέτουν και λίγο μυθικό χαρακτήρα» εξηγεί και θυμάται ότι η ίδια έγραφε ιστορίες από πολύ μικρή. Γενιά της τηλεόρασης, αλλά με οικογενειακή εμμονή και όνειρο την τέχνη, η Σόνια άρχισε από τα 13 της να εθίζεται στον κινηματογράφο, αφού η μητέρα της αγόραζε κάθε μήνα το περιοδικό Σινεμά με τη συνοδεία ταινιών. «Τότε γεννήθηκε μέσα μου το όνειρο ότι κι εγώ κάτι τέτοιο ήθελα να κάνω. Αγαπούσα πολύ τη ζωγραφική. Αλλά και το σινεμά είναι μια άλλη ζωγραφική. Υπήρξε ένας τρόπος να φαντάζομαι άλλους κόσμους και να φεύγω μέσα τους. Νομίζω ότι ο τρόπος που μερικές φορές μπόρεσα να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα ήταν να τη βλέπω σαν να ήταν μια υποθετική σκηνή σε μια ταινία».
Ακολούθησε σπουδές Κοινωνιολογίας και Κινηματογράφου στην Ελλάδα και την Αγγλία και επιστρέφει στην πατρίδα για να κάνει την πτυχιακή της, την πρώτη ταινία της μικρού μήκους «Νικολέτα». Όσον αφορά τον ανδροκρατούμενο χώρο όπου η γυναίκα σκηνοθέτις δυσκολεύεται να εισχωρήσει, ήταν κάτι που η Σόνια δεν σκέφτηκε ποτέ ως εμπόδιο. «Δεν επιτρέπω σ’ αυτή την πατριαρχική κοινωνία να βάζει εμπόδια. Αλλά είχα και την τύχη να μεγαλώσω και σε μια οικογένεια με πολύ ισχυρές γυναίκες» σχολιάζει.