Live τώρα    
24°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
24 °C
20.8°C25.8°C
1 BF 44%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
21 °C
17.6°C24.6°C
1 BF 67%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
21 °C
18.0°C23.3°C
1 BF 46%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
25 °C
22.7°C26.9°C
3 BF 55%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
15 °C
14.9°C18.5°C
0 BF 72%
23ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης / Η πανδημία και η Ιστορία σε πρώτο πλάνο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

23ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης / Η πανδημία και η Ιστορία σε πρώτο πλάνο

Σκηνή από το ντοκιμαντέρ «Μόνοι μαζί». Η ταινία θέλησε να καταγράψει τις αφηγήσεις, τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τους φόβους και τις ανησυχίες ανθρώπων από την πολύμηνη καραντίνα

Με ανανεωτικό και σύγχρονο βλέμμα, που αφουγκράζεται τους καιρούς, συνομιλεί με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και απευθύνεται στο κοινό με ψύχραιμη ματιά, οξυμμένη σκέψη, ευθύβολο και εφευρετικό λόγο, τολμηροί κινηματογραφιστές, επινοητικοί σκηνοθέτες και ευφάνταστοι δημιουργοί, που κινούνται με ευελιξία και επιδεικνύουν μεγάλα αποθέματα προσαρμοστικότητας στην πανδημία, αποτυπώνουν στον φακό τον εγκλεισμό, τη δυστοπία, το σοκ αλλά και το πάθος για ζωή που αυτή γεννά.

Την ίδια ώρα, η Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, κυρίως εκείνη που αφορά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο, μέσα από προσωπικές ιστορίες αγωνιστών και ηρώων της Αντίστασης, που άφησαν το προσωπικό τους ίχνος στο πέρασμα των καιρών, συνεχίζει να ενδιαφέρει τους Έλληνες δημιουργούς, που τινάζοντας τη σκόνη του χρόνου μετέχουν στο 23ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης από 24 Ιουνίου έως και 4 Ιουλίου.

Τέσσερα από τα συνολικά 72 μικρού και μεγάλου μήκους ελληνικά ντοκιμαντέρ, που διακρίνονται για την ορμή, το πάθος και τον ενθουσιασμό των δημιουργών τους, παρουσιάζονται σήμερα στην ΑΥΓΗ.

Χρήστος Μπάρμπας
Χρήστος Μπάρμπας

«Μέσα από το τζάμι, τρεις πράξεις»

«Μια ταινία που είναι η ιστορία της ζωής όλων μας» χαρακτηρίζει ο σκηνοθέτης Χρήστος Μπάρμπας το «Μέσα από το τζάμι, τρεις πράξεις», το κινηματογραφικό αποτύπωμα ενός εθελούσιου, δίμηνου εγκλεισμού που συναποφάσισαν ηλικιωμένοι τρόφιμοι και εργαζόμενοι ενός γηροκομείου της Αττικής ως μια πειραματική κίνηση διάσωσης από την επέλαση της πανδημίας.

Ήταν άνοιξη του 2020, κατά τη διάρκεια του πρώτου lockdown, όταν ο σκηνοθέτης Χρήστος Μπάρμπας και ο διευθυντής φωτογραφίας Μιχάλης Γερανιός, εσώκλειστοι στη μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, κατέγραψαν για τρεις εβδομάδες αυτόν τον ιδιόρρυθμο εγκλεισμό. «Τον Μάρτιο του 2020, καθώς η πανδημία απλώνεται, ο γεροντολόγος και διευθυντής της μονάδας Δημήτρης Καμπανάρος αποφασίζει από κοινού με τους εργαζόμενους να τη 'σφραγίσει' για δυο μήνες. Μια πρωτοφανής και σχεδόν μοναδική σε παγκόσμιο επίπεδο κίνηση, με στόχο τη μείωση στο ελάχιστο της πιθανότητας μόλυνσης από τον ιό» εξηγεί ο σκηνοθέτης, που μαθαίνοντας για το εγχείρημα ζητάει να μετέχει σε αυτό. «Είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, ζούσαμε και κινηματογραφούσαμε με δύο κάμερες τη ζωή της μονάδας. Η ταινία που προέκυψε είναι στην πραγματικότητα η ιστορία της ζωής όλων μας, ειπωμένη από αυτούς που την έζησαν. Εκεί ίσως βρίσκεται και το κλειδί της δικής μου επιθυμίας να καταγράψω αυτήν την ιστορία, καθώς εκείνο που δεν κάνουμε ως άνθρωποι είναι να προετοιμαζόμαστε για τη φθορά και το τέλος. Στην εποχή μας, με τον θρίαμβο της εικόνας και της λατρείας του σώματος, το γήρας φαντάζει απεχθές» επισημαίνει.

Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, η πανδημία, αναγκάζοντας ολόκληρο τον πλανήτη να εγκλωβιστεί, αποτέλεσε «το meeting point όλων μας. Η καταγραφή αυτού του πειράματος», όπως σχολιάζει, «θα αναδείξει πως υπάρχει τρόπος συνάντησης. Στην πραγματικότητα, είναι η συνάντηση με τον ίδιο μας τον εαυτό».

Ολοκληρώνοντας τα γυρίσματα και αποχωρώντας από το γηροκομείο, ο Χ. Μπάρμπας ομολογεί πως βγήκε άλλος άνθρωπος. «Αφουγκραζόμενος τις ζωές αυτών των ανθρώπων, κατάλαβα ότι κάθε μέρα δεν είναι απλώς πολύτιμη αλλά μπορεί να συνοψίσει τη ζωή μας ολόκληρη. Και η ηλικία είναι κάτι πολύ σχετικό. Σημασία έχει το πόσο ευθυτενείς μπορούμε να είμαστε σε αυτό που απομένει. Υπάρχει μια σκηνή κατά την οποία η κ. Λίζα, που υπήρξε η πρώτη γυναίκα ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας, επιμένει πως ποθούμε τη ζωή ακόμα κι όταν έχουμε φτάσει στο αμήν. Αυτό νομίζω ότι συνοψίζει όλο το αίσθημα και το συναίσθημα που έχω αποκομίσει. Βγήκα πλουσιότερος και δυνατότερος. Ελπίζω και η ταινία να μπορεί να αφήσει την ίδια αίσθηση σε όσους τη δουν. Υπάρχει ομορφιά ακόμα και στην άνοια, που μοιάζει με ποίημα στο πεζογράφημα της ζωής μας. Αυτοί οι άνθρωποι με συγκλόνισαν. Κι όχι μόνο το υπόλειμμα του νου και της σκέψης, αλλά της ψυχής, που λαχταρά να συνεχίσει να υπάρχει».

Ο σκηνοθέτης δεν παραλείπει να αναφερθεί, εκτός από τους ηλικιωμένους πρωταγωνιστές της ιστορίας, και στους εργαζόμενους της μονάδας, «ανθρώπους του μόχθου, που με απλότητα και αλτρουισμό φροντίζουν τους γέροντες σαν να είναι δικοί τους άνθρωποι».

Αυτήν την εμπειρία ζωής, όπως χαρακτηρίζει το βίωμα των τριών εβδομάδων εγκλεισμού ο Χ. Μπάρμπας, σκίασε η αυτοκτονία του Δημήτρη Καμπανάρου. «Τον Οκτώβριο του 2020, κι ενώ η ταινία ήταν στο στάδιο του μοντάζ, εντοπίστηκαν κάποια κρούσματα ασυμπτωματικά, ο Δημήτρης Καμπανάρος δεν άντεξε την ήττα και έδωσε τέλος στη ζωή του στα 41 του χρόνια».

Μάνος Παπαδάκης
Μάνος Παπαδάκης

Με την κάμερα κρυμμένη στη σακούλα

Το πρωτόγνωρο γεγονός της πανδημίας, του φόβου που ενέσπειρε και του εγκλεισμού που επέβαλε θέλησε να καταγράψει ο σκηνοθέτης Μάνος Παπαδάκης από τη Θεσσαλονίκη, που με ένα μήνυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσκάλεσε όλους όσοι ήθελαν να συμμετέχουν στην ταινία που σχεδίαζε. Εκείνοι που ανταποκρίθηκαν έγιναν και οι πρωταγωνιστές αυτού του ιδιότυπου ντοκιμαντέρ με τον τίτλο «Μόνοι μαζί» που γυρίστηκε κάτω από ιδιαίτερες δυσκολίες και με ανοίκειους τρόπους, καθώς η κινηματογράφηση δεν επιτρεπόταν.

Με την κάμερα κρυμμένη μέσα σε σακούλα super market, το ντοκιμαντέρ υλοποιήθηκε με τους συμμετέχοντες να στέλνουν SMS με τον αριθμό εξόδου για τα ψώνια.

Ωστόσο, παρ' όλη την κατηγορηματική άρνηση του υπουργείου και της αστυνομίας να δώσουν άδεια για γυρίσματα, ο ενθουσιασμός υπήρξε μεγάλος από την αρχή για τους έξι πρωταγωνιστές, όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης, που μιλά για «έξι ιστορίες επιβίωσης κατά τη διάρκεια της καραντίνας, με πρόσωπα που επιλέχθηκαν ανάμεσα σε δεκάδες που δήλωσαν ενδιαφέρον και βάση την προσωπικότητα και τη διαφορετικότητα στις καθημερινές συνήθειες. Πρωταγωνιστές είναι η μαθήτρια Λυκείου Αλίκη Καλογήρου, ο βιοτέχνης Αλέξανδρος Μόραλης, ο διανομέας Σάκης Αποστολάκης, η ηθοποιός Χριστίνα Γυφτάκη, η συγγραφέας Βασιλική Στεργίου και η οικογένεια Καζαντζίδη, αποτελούμενη από τον Νίκο, την Αθηνά, τον Βασίλη και τη Δέσποινα, άτομο με αναπηρία».

Ο Μάνος Παπαδάκης καταγράφει τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τους φόβους και τις ανησυχίες τους, από την αναγκαστική ανεργία έως την αγωνία της απώλειας. Το ντοκιμαντέρ εμπλουτίζεται ταυτόχρονα από επίγεια και εναέρια πλάνα της πόλης, τόσο κατά τη διάρκεια του lockdown όσο και μετά από αυτό.

Βίκη Αρβελάκη
Βίκη Αρβελάκη

Στα χνάρια του Καπετάν Σατανά

Ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ, σε μορφή χρονολογίου, «πορτρέτο» του Αντώνη Γρηγοράκη, γνωστού ως «Καπετάν Σατανά», σκηνοθετεί η Βίκη Αρβελάκη, καταγράφοντας την προσωπικότητα και τη δράση του αρχηγού και της αντάρτικης ομάδας του. Η ίδια εξηγεί πως η μικρή, άγνωστη, προσωπική ιστορία των πρωταγωνιστών είναι αυτή που τροφοδοτεί τη μεγάλη εικόνα. «Τα βουνά του Κρουσώνα, στις ανατολικές παρειές του Ψηλορείτη, υπήρξαν η μάνα τροφός των ανταρτών της Ομάδας Σατανά, που δεν δίστασαν να αγωνιστούν γι' αυτό που υπαγόρευε η συνείδησή τους». Η ιστορία παρακολουθεί τα γεγονότα της Μάχης της Κρήτης, της Κατοχής και της Αντίστασης στο νησί, με επίκεντρο το χωριό Κρουσώνα Ηρακλείου, που στιγματίστηκε κι αυτό από τον διχασμό, που κρατά ήδη από το 1920 μεταξύ Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών. «Παρ' όλο που στη Μάχη της Κρήτη οι Κρουσανιώτες αγωνίζονται ενάντια στον κατακτητή, την περίοδο της Κατοχής ξαναζωντανεύουν οι διαφορές και το χωριό διχάζεται».

Όπως επισημαίνει η σεναριογράφος Κατερίνα Μπικάκη, «οικογένειες ξεκληρίζονται, άνθρωποι σκοτώνονται αδιακρίτως ηλικίας και φύλου, περιουσίες καταστρέφονται, σπίτια καίγονται. Η ομάδα του Καπετάν Σατανά αποφασίζει να εκδικηθεί τους προδότες. Ο Κρουσώνας, μετά την Κατοχή, χωρίς να ξεχνά τον πόνο του διχασμού, ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του».

Ειρήνη Στείρου
Ειρήνη Στείρου

Μία ιστορία με 14 λέξεις

Μία προσωπική μαρτυρία από έναν νησιώτη που έζησε στα μέτωπα της Βόρειας Αφρικής κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δοσμένη μέσα από τα μάτια της εγγονής του, της κινηματογραφίστριας Ειρήνης Στείρου, είναι το «Μία ιστορία με 14 λέξεις».

Πρόκειται για τον Νικόλαο Πλάκα, που εγκαταλείπει, λόγω ανέχειας, το νησί της Ικαρίας το 1942, με προορισμό τη Βόρεια Αφρική, για να πολεμήσει ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα. Επιβιώνει από ένα ναυάγιο, τα χαρακώματα των μαχών και τις πολιτικές φυλακίσεις στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα «σύρματα» της ερήμου, πριν επιστρέψει στον γενέθλιο τόπο.

Η ταινία, όπως εξηγεί η σκηνοθέτις, είναι η πειραματική επεξεργασία ενός οικιακού βίντεο, όπου η προσωπική μαρτυρία διακόπτεται απότομα από τα υπόλοιπα επίπεδα εγγραφής της ίδιας κασέτας και από παρεμβολές εικόνων και ήχων αρχείου.

«Όταν σπούδαζα κινηματογράφο, είχα μια φθηνή handycam και σε κάποιες καλοκαιρινές διακοπές στην Ικαρία, τόπο καταγωγής της μητέρας μου, ανάμεσα σε λήψεις με ηλιοβασιλέματα και χωματόδρομους, πήρα μια συνέντευξη από τον παππού μου, τον Νικόλαο Πλάκα. Ήταν Δεκαπενταύγουστος, η οικογένεια είχε μόλις σηκωθεί από το τραπέζι και ο παππούς δεν βιαζόταν να γυρίσει στα χωράφια του. Ήταν 88 χρόνων. Για τους ανθρώπους που έζησαν τη ζωή τους τον προηγούμενο αιώνα, η εμπειρία του πολέμου είναι κυρίαρχο βίωμα. Ένα ταξίδι στην κόλαση και πίσω, που σπάνια το μοιράζονταν ή το 'ανέλυαν' όπως εμείς κάνουμε σήμερα. Αυτήν την κουβέντα με τον παππού την κάναμε το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του και ήταν σημαντικό για μένα να τη φυλάξω. Προσπαθώ να εκμαιεύσω απαντήσεις και εικόνες με λεπτομέρεια. Πιο συγκινητική στιγμή παραμένει αυτή της αναγνώρισης του παππού από τη μητέρα του, όταν, μετά από χρόνια απουσίας, επιστρέφει στο νησί».

Σκηνοθετική πρόθεση της Ειρήνης ήταν, όπως λέει, να μεγαλώσει τις ρωγμές αφήγησης με εικόνες αρχείου και πλάνα από το τοπίο του νησιού, όπως η φουρτουνιασμενη θάλασσα του Νάνουρα, «από όπου ο παππούς ξεκίνησε το ταξίδι του. Είναι η ίδια παραλία στην οποία εγώ παραθερίζω σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Ήθελα να φτιάξω μια ταινία που να είναι αυτό που λέει ο Κούντερα, 'μια λεπτή κλωστή όσων θυμόμαστε, τεντωμένη πάνω σε έναν ωκεανό όσων ξεχνάμε, μέχρι να σπάσει και να χαθεί'”.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL