Έχουμε επανειλημμένα γράψει σ’ αυτή εδώ τη στήλη για την αξία της πληροφοριακής παιδείας, των αντίστοιχων προγραμμάτων των βιβλιοθηκών, και την αξία της ανάγνωσης στη δημιουργία κριτικών αναγνωστών. Όμως, προκαλεί εντύπωση, ειδικά στις συνθήκες της πανδημίας, η διασπορά και η εδραίωση πεποιθήσεων και ψευδών ειδήσεων για την Covid-19 σε τόσο μεγάλο βαθμό και σε τόσο μεγάλη ποικιλία. Ακόμα και σε χώρες με προηγμένα συστήματα βιβλιοθηκών και υψηλές πωλήσεις βιβλίων.
Ας δούμε συνοπτικά κάποια γεγονότα, τα οποία θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε λίγο καλύτερα πώς λειτουργεί το όλο σχήμα:
Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν διείσδυση μεγαλύτερη από το 45% του παγκόσμιου πληθυσμού. Την ίδια στιγμή, μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων έχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο παρά σε υπηρεσίες βιβλιοθήκης. Όλοι οι άνθρωποι έχουν προσωπικές πεποιθήσεις, αντιλήψεις και πιστεύω, αλλά δεν πηγαίνουν όλοι οι άνθρωποι στις βιβλιοθήκες. Σε κοινωνικό επίπεδο, ζούμε μία περίοδο που περιγράφεται ως περίοδος εξασθένησης της μνήμης και της ιστορίας, ειδικά σε ένα μεταμοντέρνο αφήγημα, όπου κυριαρχεί η τάση να καταρρίψουμε κάθε αυθεντία και να αναγάγουμε σε μοναδική αυθεντία τις πίστεις μας και τις στάσεις μας. Την ίδια στιγμή, ο πολιτισμός έχει μετατραπεί σε εμπόρευμα και ως τέτοιος γίνεται αποδεκτός από τους καταναλωτές. Η τάση για εδραίωση της μετα-αλήθειας, της αλήθειας δηλαδή που συμφωνεί μόνο με τις προσωπικές μας προκαταλήψεις, τείνει να εδραιωθεί. Η όλη διαδικασία έχει οδηγήσει σε μια τεράστια κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς (κρατικούς, επιστημονικούς, πολιτιστικούς κ.τ.λ.).
Ποιος ο ρόλος λοιπόν των βιβλιοθηκών σε μια τέτοια πολύπλοκη πολιτισμική και κοινωνικο-οικονομική κατάσταση; Πώς θα μπορούσαν οι βιβλιοθήκες να ενισχύσουν το κριτικό πνεύμα και την αξιολόγηση των πληροφοριών;
Μια πολύ δύσκολη συζήτηση, που λαμβάνει χώρα σε διεθνές επίπεδο αυτό το διάστημα. Κράτη με καλά συστήματα κοινωνικής ασφάλειας, ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης και οργανωμένα συστήματα βιβλιοθηκών βλέπουν τους κατοίκους τους να διολισθαίνουν σε δράσεις και στάσεις παράλογες και τακτικά επικίνδυνες όχι μόνο για τη δημόσια υγεία αλλά και για την ίδια τη δημοκρατία και την πρόοδο. Οι δε αντιδράσεις των κυβερνήσεων με την ποινικοποίηση της γνώμης (στην περίπτωση, για παράδειγμα, της άρνησης ύπαρξης του κορωναϊού), αντί να προσφέρουν προς την επίλυση του προβλήματος, λειτουργούν αντίθετα και το εντείνουν, θυμίζοντας πρακτικές άλλων εποχών και άλλων καθεστώτων.
Οφείλουμε να δούμε πολύ σοβαρά λοιπόν τις δημόσιες πολιτικές που πρέπει να ασκηθούν για να υπάρξει αλλαγή αυτού του κλίματος. Πολιτικές που, εκτός των άλλων, θα εμπεριέχουν την ενίσχυση του ρόλου των βιβλιοθηκών, ούτως ώστε αυτές να μπορούν να παρέχουν προγράμματα Πληροφοριακής Παιδείας στο σύνολο του πληθυσμού και συνεχώς.