Με τη νέα υγειονομική σφράγιση των παραστατικών χώρων η μουσική πραγματικότητα των Αθηνών μετατράπηκε σε αμιγώς ψηφιακή. Πλήθος διαδικτυακά προσφερόμενων, διεθνών, αλλά και εγχώριων εκδηλώσεων του πρόσφατου, αλλά ενίοτε και απώτερου παρελθόντος, ήρθαν να ισοσκελίσουν, χωρίς διακύβευμα συγχρωτισμού, τη διεθνή σιγή στην επικράτεια της μουσικής. Παραλλήλως αναγγέλλονται άνευ κοινού εκδηλώσεις, οι οποίες όμως, στερούμενες τηλεοπτικής εκπομπής τους, κινδυνεύουν να μην σηματοδοτούν επαρκή αίσθηση συλλογικά βαρύνοντος γεγονότος.
Σε παρόμοιο πλαίσιο, λοιπόν, και με σταδιακή απομείωση του αρχικώς εξαγγελθέντος προγράμματος, το Κέντρο Ίδρυμα Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος παρουσίασε, στις 30 Νοεμβρίου και σε δικτυακή ροή από τη φερώνυμη αίθουσα, το «μελόδραμα», άλλως «μονόδραμα» «Μήδεια» του Τσέχου συνθέτη Jiri Antonin Benda (1722-1795), συντηρώντας ευπρόσδεκτα και την παραμονή της στήλης μας στον κόσμο των Μπαχ. Κι αυτό επειδή μας διαφεύγει η περίπτωση δυναστείας μουσικών που να παραβάλλεται ευτυχέστερα, σε διάρκεια και σημασία, με εκείνη των Μπαχ από την οικογένεια των Μπέντα, που διαιωνίζει τη συνέχεια και την προσφορά της αυτή ήδη από την πρώτη γενιά των εγκατεστημένων κατά τα τέλη του 16ου αιώνα στη Βοημία προγόνων της μέχρι και τη σημερινή εποχή. Σημαντικός εκπρόσωπός της, ο δεξιοτέχνης του βιολιού και της βιόλας, γεννημένος στη Βραζιλία, αρχιμουσικός Christian Benda, που στα 1996 πραγματοποίησε την πρώτη -και μέχρι στιγμής μόνη- ευρείας κυκλοφορίας ηχογράφηση (Naxos) για τη «Μήδεια» (εγγραφή της Accord, με την Ορχήστρα Δωματίου της Λωζάννης, δεν έχει τύχει στον δρόμο μας, ενώ ο οίκος Coviello αναγγέλλει, για τις 8 Ιανουαρίου 2021, την κυκλοφορία λήψης του 2019 με την ηθοποιό Katharina Thalbach, την Cappella Aquileia και αρχιμουσικό τον γνωστό στους Αθηναίους Marcus Bosch).
Σε κάθε περίπτωση, η ερασιτεχνική αγάπη του χωρικού και οθονιοπλόκου (υφαντή λινού) το επάγγελμα γενάρχη των Μπέντα για τη μουσική ενισχύθηκε δραματικά από τον γάμο του με την Dorota Brixi, μέλος επιφανούς μουσικής οικογένειας της Βοημίας. Πέντε από τα έξι παιδιά τους έγιναν μουσικοί, με τον πρεσβύτερο επιβιώσαντα Frantisek (Franz) να πλαισιώνει ως 23χρονος βιολονίστας, μετά την οδυνηρή απώλεια μιας ωραίας φωνής παιδικού κοντράλτο και με τη μεσολάβηση του αυλητή και συνθέτη Johann Joachim Quantz, την αυλή του επίσης φλαουτίστα και μουσουργού «Μεγάλου» Φρειδερίκου της Πρωσίας. Η αποδέσμευση ολόκληρης της οικογένειας Μπέντα από την υπηρεσία στον τοπικό ευγενή και η μετεγκατάστασή της στην Πρωσία, με προσωπική επιμέλεια του στρατάρχη πρίγκιπα Λεοπόλδου του Anhalt-Dessau, αναφερόμενου προσωπικά στον βασιλέα για την επιχείρηση (!), πέρα από την παραμυθένια της διάσταση, βρίσκει τη δικαίωσή της στη μετέπειτα ίδρυση της Βασιλικής Ακαδημίας της Μουσικής, στην οποία συνετέλεσε ο Βοημός. Μάλιστα, έναν αιώνα μετά, ο θρυλικός βιολονίστας και οικείος του Μπραμς Joseph Joachim, ως διευθυντής της, θεωρούσε εαυτόν τον τελευταίο κρίκο διδακτικής διαδοχής του Μπέντα, επιπλέον, συνιδρυτή, μαζί με τον CPE Bach, της λεγόμενης «Σχολής του Βερολίνου» και εισηγητή, ομού με εκείνον, του νέου ύφους της «Ευαισθησίας» (Empfindsamkeit) που σηματοδότησε τη μετάβαση στον κλασικισμό.