Live τώρα    
Ένας υπαρξιακός μονόλογος και μια παράσταση - έκπληξη
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ένας υπαρξιακός μονόλογος και μια παράσταση - έκπληξη

Σκηνή από τον «Επικήδειο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη σε σκηνοθεσία Βασίλη Κατσικονούρη

Δεν είναι αλήθεια αυτό που λέγεται συχνά, ότι το νεοελληνικό θέατρο γεννήθηκε ξαφνικά εκ του μηδενός από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο που έγραφε «αστικά δράματα» σε μια φόρμα ψευδοϊψενική σύμφωνα με τη δική του ομολογία. Ό,τι ισχύει για τη Ζάκυνθο, που είχε ήδη κάνει την αστική επανάστασή της, δεν είναι απαραιτήτως έγκυρο για την υπόλοιπη Ελλάδα με τη διχασμένη ταυτότητα, όπου οι συνθήκες επέτρεπαν την άνθιση της λαϊκής κωμωδίας, όχι όμως την καλλιέργεια ενός αστικού θεάτρου. Οι συνθήκες θα ωριμάσουν στα μισά του 20ο αιώνα, όταν στη θεματική του νεοελληνικού θεάτρου μπαίνει το ίδιο το πρόβλημα του διχασμού ταυτότητας. Δραματοποιείται η ρήξη ανάμεσα στις δύο Ελλάδες, τη λαϊκή και την αστική, που είχε φτάσει ιστορικά σε σημείο βρασμού.

Αυτή η τιμή σίγουρα ανήκει στον Ιάκωβο Καμπανέλλη, που ήδη από τα πρώτα του έργα, πριν από την «Αυλή των θαυμάτων» που τον καθιέρωσε, «ρίχνει» τον «τέταρτο τοίχο» του αστικού σπιτιού και φωτίζει το χάσμα ανάμεσα στους «επάνω» και στους «κάτω» ενοίκους του μέσα στις συνθήκες ενός Εμφύλιου αφάνταστα σκληρού, που οι πληγές του μοιάζει να μην έχουν κλείσει ακόμη. Γίνεται έτσι ο εισηγητής ενός «ρεαλιστικού» νεοελληνικού θεάτρου, με την έννοια ότι δεν κρύβει ούτε ωραιοποιεί, αλλά λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Το «φάρμακο» που προτείνει δεν είναι άλλο από το θέατρο. «Ο τρώσας και ιάσεται». Γίνεται, έτσι, γενάρχης μιας σχολής θεατρικών συγγραφέων πολύ διαφορετικών μεταξύ τους, αλλά προσηλωμένων πάντα σε ένα θέατρο αλήθειας. Με την άριστη τεχνική του, με τη νησιώτικη θυμόσοφη διάθεση, με την αίσθηση τόσο του χωρατού όσο και του αστείου και με την πείρα ενός ανθρώπου «πολύπλαγκτου» στους δρόμους της Ιστορίας.

Ένας συγγραφέας που λάμπει τόσο στα πολύπρακτα έργα του όσο και στα μονόπρακτα. Στον «τσεχωφικό» μονόλογο «Επικήδειος» που παρακολουθήσαμε στον όμορφο, δροσερό κήπο του Πολυχώρου Τέχνης «Αλεξάνδρεια» σχολιάζει με καυστικό χιούμορ και σαρκασμό τη ματαιοδοξία των ανθρώπων της τέχνης και των γραμμάτων. Παρουσιάζει το παράπονο ενός ηλικιωμένου συγγραφέα που πιστεύει ότι εν ζωή δεν είχε την αναγνώριση που του άξιζε και προσπαθεί να την κλέψει από τον θάνατο! Το ιδιοφυές εύρημα είναι ότι δεν ακούμε το παράπονο του ίδιου του συγγραφέα, αλλά το «αλιεύουμε» σαν ωτακουστές μέσα από τις απαντήσεις που δίνει ο συνάδελφός του στην τηλεφωνική συνδιάλεξή τους.

Η σκηνοθεσία (και μουσική επιμέλεια) του Βασίλη Κατσικονούρη βλέπει το πράγμα στη σωστή του διάσταση, σαν έναν σπαρακτικό υπαρξιακό μονόλογο, και το δίνει ανάλογα στοχεύοντας στο ξεσκέπασμα της κοινωνικής υποκρισίας που είναι ο βαθύτερος στόχος του συγγραφέα. Συλλαμβάνει, επίσης, το κρυμμένο πολιτικό στοιχείο και διακριτικά το δίνει: ότι παρακολουθούμε στο βάθος της σκηνής... τον επικήδειο της πολύπαθης Μεταπολίτευσης!

Ο Βασίλης Βλάχος ερμηνεύει έξοχα, διαυγέστατα, τον μοναδικό ρόλο, με επιφανειακό σαρκασμό και εσωτερικό πόνο για τη θνητή ματαιότητα των ανθρώπινων πραγμάτων και για την ήττα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Τα σκηνικά - κοστούμια της Ανθής Σοφοκλέους και οι φωτισμοί του Δημήτρη Τσιούμα ολοκληρώνουν την ωραία παράσταση.

«Αν είναι νάρθει θε ναρθεί»

Στον ίδιο πολυχώρο παρακολουθήσαμε μια παράσταση «άπαξ» με τον τίτλο «Αν είναι νάρθει θε ναρθεί», με πολύ τραγούδι, ποίηση, μουσική και φως -κυρίως αυτό-, με ψυχή τη θαυμάσια, πολυτάλαντη ηθοποιό και ερμηνεύτρια Ντομένικα Ρέγκου, που πρέπει να γίνει γνωστή στο ευρύτερο κοινό, και τις επίσης εξαιρετικά ταλαντούχες, νεότερες συνεργάτιδές της Αρετή Κοκκίνου (κιθάρα, μουσική επιμέλεια) και Ευρυδίκη Γράψα (φλάουτο). Το χαρισματικό κείμενο σε στίχους της Ντομένικας Ρέγκου αποπνέει μαζί με το τραγούδι της, εκτός από ποιότητα, μια πολύ σπάνια αίσθηση ελευθερίας και αυτογνωσίας. Μόνιμο «μότο» της, το «να είσαι αυτός που είσαι πραγματικά. Όχι αυτό που θέλουν οι άλλοι».

Έχω παρακολουθήσει τη δουλειά της, αλλά σήμερα μοιάζει σαν να αναδύεται ο αυθεντικός της εαυτός. Κλείνω το σημείωμα με ένα ευφρόσυνο, αισιόδοξο μικρό δείγμα στίχων της: «Όχι, δεν γύρεψα κοσμήματα, ούτε καν μια χάντρα / Θέλω έναν αρρενωπό καλοβαλμένο άντρα. / Πού κρύβεται; Μήπως έπεσε πίσω από κάποια μάντρα; / Ή ακόμα δεν τον ύφανε μια έμπειρη υφάντρα;».

Στηρίξτε την έγκυρη και μαχητική ενημέρωση. Στηρίξτε την Αυγή. Μπείτε στο syndromes.avgi.gr και αποκτήστε ηλεκτρονική συνδρομή στο 50% της τιμής.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0