Ο στοχαστικός λυρισμός, ο τρόπος με τον οποίο μετουσίωσε σε στίχο την "επίδραση των φυσικών στοιχείων των εναλλαγών της κάθε εποχής, του πνεύματος των τόπων και της αρχέγονης ουσίας των πραγμάτων στη διαμόρφωση του ανθρώπινου ψυχισμού και του συναισθήματος" άφησε ένα στίγμα ιδιαίτερο. Ποιήτρια του πάθους, ανέδειξε την αισθησιακή σχέση της με τον κόσμο και εξέφρασε τη μεταφυσική του ονείρου.
Η δύναμη της ποίησής της και οι υπαρξιακές αλήθειες που αποτύπωσε κατέταξαν την ίδια ανάμεσα στους σπουδαίους της ελληνικής ποίησης και έδωσαν στο έργο της τη δυναμική της διαρκούς διάδρασης. Η ευγενής δύναμη του στίχου της χάρισε στη Ρουκ μια ιδιαίτερη δημοφιλία σε ένα διαρκώς ανανεούμενο κοινό, την κατέστησαν στιβαρή παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Είχε την τύχη να αναγνωριστεί όσο ζούσε και είχαν την τύχη όσοι τη γνώρισαν να διαπιστώσουν την ευγένεια και τη σοφία της. Δεινή μεταφράστρια επίσης, έσκυψε με γνώση και αξιοσύνη στα κείμενα σπουδαίων της γραφής αποδίδοντας την πνοή τους στη γλώσσα μας.
Γεννημένη στην Αθήνα το 1939 και μεγαλωμένη σε μια οικογένεια που την τροφοδοτούσε πνευματικά, ήταν βαφτιστήρα του Νίκου Καζαντζάκη, εξαιτίας του οποίου πρωτοδημοσίευσε στο περιοδικό "Καινούργια Εποχή", στις αρχές της δεκαετίας του '50, όταν ήταν ακόμα έφηβη 17 χρονών. «Παρακαλώ, δημοσιεύστε αυτό το ποίημα, το έχει γράψει μια κοπέλα που δεν έχει βγάλει ακόμα το γυμνάσιο. Είναι το ωραιότερο ποίημα που διάβασα ποτέ!» έγραφε ο Καζαντζάκης στον διευθυντή του περιοδικού. Από τη "Μοναξιά", το πρώτο εκείνο ποίημα με το οποίο εμφανίστηκε στα γράμματα, μέχρι το τέλος της υπηρέτησε την ποίηση με συνέπεια και επιμονή. Οι σπουδές στη μετάφραση και τη διερμηνεία, στην Αθήνα, τη νότια Γαλλία και τη Γενεύη, της έδωσαν τη δυνατότητα να διαβάζει και να μεταφράζει, αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά. Το έργο της μεταφράστηκε σε περισσότερες από δέκα γλώσσες, ενώ η πρώτη αναγνώριση ήρθε από το εξωτερικό, όταν το 1962 απέσπασε το Α' Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Henche).
Γοητευτική συνομιλήτρια, με ιδιαίτερες γνώσεις και ευφυΐα, συνομίλησε με την αφρόκρεμα της πνευματικής Ελλάδας, συχνάζοντας στα φιλολογικά στέκια της δεκαετίας του '60 "Λουμίδης" και "Μπραζίλιαν". Καλή φίλη του Καρούζου και άλλων σημαντικών της ποίησης, περπάτησε τη ζωή της σταθερά προσηλωμένη στην ουσία της λιτότητας και της αυτάρκειας. Η πνευματική της συγκρότηση στέρεα δομημένη, της έδωσε την ευχέρεια να ξεχωρίζει το ουσιώδες και ουσιαστικό. Έτσι και στην ποίησή της, τίποτα περιττό, κανένα επίπλαστο στολίδι.
Για το έργο της απέσπασε πολλές διακρίσεις. Το 1985 της απονεμήθηκε το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο της "Οι μνηστήρες". Το 2000 απέσπασε το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού της έργου, ενώ το 2012 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική συλλογή "Η ανορεξία της ύπαρξης". Το 2014 βραβεύτηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της.
Ανάμεσα στις ποιητικές συλλογές της συγκαταλέγονται οι "Λύκοι και σύννεφα", "Μαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό", "Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης, "Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας", "Ενάντιος έρωτας", "Οι μνηστήρες", "Όταν το σώμα", "Επίλογος αέρας", "Άδεια φύση", "Λυπιού", "Ωραία έρημος χώρα", "Η Ύλη Μόνη", "Στον ουρανό του τίποτα", "Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι", "Των αντιθέτων διάλογοι και με τον ανήλεο χρόνο" κ.ά. Η τελευταία ποιητική της συλλογή με τίτλο "Με άλλο βλέμμα" κυκλοφόρησε το 2018.
Στο μεταφραστικό έργο της συγκαταλέγονται έργα και κείμενα των Σάμουελ Μπέκετ, Σολ Μπέλοου, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Σέιμους Χίνι, Ζαν-Μαρί Ντρο, Ζακ Λακαριέρ, Μιχαήλ Λέρμοντοφ, Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Πίτερ Μάκριτζ, Ντέρεκ Ούολκοτ, Σίλβια Πλαθ, Αλεξάντρ Πούσκιν, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ντίλαν Τόμας, Έλσα Τριολέ, Πίτερ Μπιν, Νίκου Καζαντζάκη κ.ά.
Η κηδεία της θα γίνει στην Αίγινα, όπου έζησε από μικρή, καθώς η οικογένειά της διατηρούσε εξοχικό σπίτι.
Συλλυπητήρια για τον θάνατό της εξέφρασαν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, η Εταιρεία Συγγραφέων, το ΚΘΒΕ.