Για την πρώτη συνέντευξη της νέας χρονιάς, ο Μάρτιν Σκορσέζε επέλεξε τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης». Μίλησε φυσικά για τον «Ιρλανδό», το παρελθόν του με τις γκανγκστερικές ταινίες, τη συνεργασία του με το Netflix, τα παιδικά του χρόνια στη Νέα Υόρκη, όταν βοηθούσε έναν φίλο του να κουβαλά λουλούδια για τις κηδείες στη «Μικρή Ιταλία». Στα 77 του χρόνια, αντιλαμβάνεται καθαρά πως ο χρόνος μετρά αντίστροφα κι αυτό τον ενδιέφερε περισσότερο στην τελευταία του ταινία. Έχει συνειδητοποιήσει πως το «τέλος» πλησιάζει... «Δεν προσπαθώ πια να κατανοήσω τον θάνατο. Θέλω να τα δώσω όλα», λέει σε κάποια στιγμή. «Να τα δώσω, μένει μονάχα να οργανώσω ποιος θα πάρει τι. Και το τελευταίο στάδιο είναι να παραιτηθείς κι από την ίδια σου την ύπαρξη. Οπως όλοι κάποια στιγμή οφείλουμε να κάνουμε. Θα ήθελα να τα παρατήσω, να διαβάσω βιβλία, να ακούσω μουσικές, να βρω φίλους. Γιατί ο χρόνος μας τελειώνει. Φίλοι φεύγουν, συγγενείς φεύγουν. Κι εγώ θα φύγω... Αλλά μάλλον ξέρω τι θα συμβεί, θα διαβάσω ένα βιβλίο ή θα γνωρίσω κάποιον και θα ενθουσιαστώ. Και θα θέλω να κάνω την ιστορία του ταινία. Το πρόβλημα είναι ότι η ενέργειά μου εξαντλείται. Το μυαλό μου εξαντλείται. Ευτυχώς, η περιέργειά μου παραμένει ανεξάντλητη...».
Παραδέχεται ότι η φιλμογραφία του περιλαμβάνει πολλές γκανγκστερικές ταινίες. «Ναι, αυτό το είδος είναι γκλάμορους, αν είσαι νέος και ηλίθιος. Ημουν κι εγώ ένας από αυτούς, σίγουρα. Όμως αυτή η ταινία είναι το τέλος».
Μιλά για τα προβλήματα που είχε με τα μεγάλα στούντιο παραγωγής, την αίσθησή του πως δεν μπορεί πια να συνεννοηθεί με τους υπεύθυνους. Κι έπειτα ήρθε η πρόταση συνεργασίας με το Netflix. «Σκέφτηκα ότι ακόμα κι αν η ταινία προβληθεί στις αίθουσες μετά από χρόνια, ως μέρος ενός αφιερώματος, είναι προτιμότερο από το τίποτα». Τελικά, η συμφωνία με το Netflix ήταν να προβληθεί «Ο Ιρλανδός» για ένα μήνα στους κινηματογράφους και μετά στη συνδρομητική πλατφόρμα, όπου το είδαν πάνω από 26 εκατομμύρια μόνο την πρώτη εβδομάδα.