Ήταν ένα κυριακάτικο βράδυ του Σεπτεμβρίου όταν στο Ρίο ντε Τζανέιρο ξέσπασε “μια τραγωδία για τον πολιτισμό μας”, σύμφωνα με τον τότε Πρόεδρο της Βραζιλίας, Μισέλ Τεμέρ. Τεράστιες φλόγες κατάπιαν το Εθνικό Μουσείο της χώρας, τα περισσότερα από τα 20 εκατομμύρια εκθέματα καταστράφηκαν εν μέρει ή ολοσχερώς. Διακόσια χρόνια ζωής μετρούσε το σημαντικότερο μουσείο της Βραζιλίας, όπου μπορούσε να θαυμάσει κανείς από αιγυπτιακή και ρωμαϊκή τέχνη μέχρι τα σημαντικότερα απολιθώματα που βρέθηκαν στη λατινική Αμερική. Το Μουσείου Νασιονάλ ήταν το καμάρι του Ρίο, εγκατεστημένο στο αυτοκρατορικό παλάτι - απομεινάρι των Πορτογάλων αποικιοκρατών- στα βόρεια της πόλης. “Χάσαμε διακόσια χρόνια δουλειάς, έρευνας και γνώσης”, έλεγε τότε συντετριμμένος ο διευθυντής του Μουσείου, ενώ ο δήμαρχος του Ρίο καλούσε τους πάντες να βάλουν πλάτη για να ξαναστηθεί: “Είναι εθνική μας υποχρέωση να το αναστηλώσουμε από τις στάχτες, να φτιάξουμε αντίγραφα εκεί που τα πρωτότυπα καταστράφηκαν. Έτσι θα θυμόμαστε την ανεξαρτησία, την πορτογαλική αποικιοκρατία, το πρώτο μας σύνταγμα και την αιώνια ανάγκη της εθνικής ενότητας”, είχε δηλώσει τότε.
Αυτά στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2018. Ένα χρόνο μετά τη μεγάλη καταστροφή, είναι πλέον σαφές ότι πολλές από τις μοναδικές συλλογές του Μουσείου έχουν χαθεί για πάντα. Ωστόσο, όπως διαπιστώνει ο απεσταλμένος της Deutsche Welle στο Ρίο Τόμας Μίλτς, υπάρχει πάλι ελπίδα.
Εδώ και ένα χρόνο ο Μουρίλο Μπάστος κοσκινίζει τα συντρίμμια στο απανθρακωμένο παλάτι Σάο Κριστοβάο, το κεντρικό κτήριο του Εθνικού Μουσείου στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Στην πραγματικότητα ο αρχαιολόγος ασχολείται με την επιστήμη της βιοανθρωπολογίας - δηλαδή με απολιθώματα, οστά και σκελετούς, συμπεριλαμβανομένου του παλαιότερου ανθρώπινου απολιθώματος, ηλικίας 12.000 ετών, στην Αμερική, γνωστού και ως Λουτσία. Όμως η επιστημονική του καριέρα έχει μπει προς το παρόν στον πάγο: στόχος του τώρα είναι να περισώσει ό,τι μπορεί να σωθεί από αυτά που άφησε πίσω της η πυρκαγιά.
Μετά από εκτεταμένη αναζήτηση βρήκε το σπασμένο κρανίο της Λουτσία στα ερείπια του πρώην αυτοκρατορικού παλατιού. «Το κρανίο ήταν ήδη εξαιρετικά εύθραυστο, αλλά τώρα λόγω της φωτιάς έχει σπάσει. Έχουμε όμως τη δυνατότητα να κάνουμε μία εικονική αναπαράσταση, δίνοντας στη Λουτσία και πάλι ένα ανθρώπινο πρόσωπο», δήλωσε στην Deutsche Welle.
Το παρελθόν έγινε στάχτες
Παρά τις μεγάλες απώλειες όμως, ο Μπάστος δηλώνει αισιόδοξος. Η τελευταία ενασχόλησή του μέχρι πριν ένα χρόνο ήταν η ψηφιοποίηση της συλλογής. Κατά τη διάρκεια της φωτιάς όμως χάθηκαν πολλά δεδομένα, τα οποία δεν είχε προλάβει να αποθηκεύσει, καθώς οι υπολογιστές τυλίχθηκαν στις φλόγες λόγω βραχυκυκλώματος στο σύστημα κλιματισμού. «Αυτό σημαίνει ότι έχουμε χάσει πολύ σημαντικές πληροφορίες για το παρελθόν μας. Μια απώλεια που πλέον είναι μη αναστρέψιμη. Η ιστορία του παρελθόντος μας έγινε στάχτες», λέει.
Το βράδυ της πυρκαγιάς η αστυνομία εμπόδισε πολλούς εργαζόμενους, οι οποίοι έτρεξαν στο φλεγόμενο παλάτι για να σώσουν ό,τι μπορούσαν. «Έχασα το εργαστήριό μου και το γραφείο μου, όλη μου την έρευνα και την παλαιοβοτανική συλλογή στην οποία ήμουν επιμελήτρια», αναφέρει η Λουτσιάνα Βίτοβισκ, καθηγήτρια Παλαιοβοτανικής.
Έργα συντήρησης και αποκατάστασης
«Κυρίως μάς πονάει το ότι χάθηκε το εθνογραφικό υλικό αυτόχθονων λαών, οι οποίοι δεν υπάρχουν πια», σημειώνει ο Αλεξάντερ Κέλνερ, διευθυντής του μουσείου. Αλλά κι εκείνος παραμένει αισιόδοξος: «Υπάρχει πολύ καλή συνεργασία μεταξύ μας και το πιο σημαντικό πράγμα μετά από μια τέτοια καταστροφή είναι τα έργα συντήρησης, πράγμα στο οποίο είμαστε τώρα όλοι αφοσιωμένοι». Ο Κέλνερ σχεδιάζει να κατασκευάσει ένα τριώροφο κτήριο στο παρακείμενο πάρκο. Εκεί, οι 90 καθηγητές, οι 230 τεχνικοί, και οι 500 μαθητές, μαζί με τις συλλογές που διασώθηκαν, θα βρουν προσωρινά ένα νέο σπίτι.
Ένας μεγάλος μετεωρίτης είναι από τα ελάχιστα εκθέματα του μουσείου που διασώθηκαν
Τα αποκαΐδια του κτηρίου
Το παλαιότερο ανθρώπινο απολίθωμα στην Αμερική, η Λουτσία, βρέθηκε σπασμένο