Live τώρα    
Arte Povera / Arte Povera: Τσιμεντόλιθοι, πλέγματα και κιμωλία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Arte Povera / Arte Povera: Τσιμεντόλιθοι, πλέγματα και κιμωλία

Του Σόλωνα Ξενόπουλου*

Ανάμεσα στο τέλος του '60 και τις αρχές '70 εμφανίστηκε στην Ιταλία ένα από τα πλέον συμπαγή κινήματα της τέχνης του 20ού αιώνα, η Arte Povera ή Φτωχή Τέχνη. Εννοείται ότι καλλιτέχνες όπως ο Γιάννης Κουνέλης (1936-2017) συνέχισαν να παράγουν έργο μέχρι πρόσφατα, ενώ η καλλιτεχνική παρακαταθήκη του κινήματος εξακολουθεί να επηρεάζει μέχρι σήμερα.

Το διακριτικό χαρακτηριστικό από το οποίο πήρε την ονομασία του, το εν λόγω κίνημα ήταν η χρήση ως πρώτη ύλη, σε αυτούσια μορφή, των λεγόμενων «φτωχών υλικών» για την κατασκευή των έργων, όπως ανεπεξέργαστα ή σκουριασμένα μέταλλα, χώμα, πέτρες, κάρβουνο, σχοινιά, τσουβάλια από λινάτσες, βαμβάκι, φλόγα, ρούχα ή ακόμα και ζωντανά είδη, όπως άλογα, περιστέρια και παπαγάλοι, αλλά και σφαχτάρια. Ακόμα και ανθρώπινα σώματα.

Η θεωρία πίσω από όλα αυτά έλεγε ότι σε τέτοια υλικά, λόγω της στοιχειώδους και μη εξευγενισμένης υπόστασής τους, ενυπάρχουν πρωτογενείς αισθητικές αξίες οι οποίες αποκαλύπτονται μέσω των συνδυασμών τους και ότι ταυτόχρονα εμπεριέχονται κοινωνικές αξίες. Οι τελευταίες συνδέονται άμεσα με τις κοινωνικές συνθήκες της ωμής πραγματικότητας, η οποία κάποια χρόνια νωρίτερα έδωσε στην Ιταλία τα αριστουργήματα του νεορεαλισμού στον κινηματογράφο και βρήκε την αποκάλυψή της στο «Φτωχό Θέατρο» του J. Grotowsky (1933-1999).

Με τους ευρηματικούς συνδυασμούς των αδρών υλικών, η κοινωνική σκληράδα έβρισκε την υλική της πραγμάτωση. Η δε ενδογενής αισθητική αξία των υλικών εξωτερικεύεται με την απόσπασή τους από την υποτιθέμενη φυσική τους κατάσταση, την πλήρη αναίρεση της χρηστικότητας και της λειτουργικότητάς τους, την τοποθέτηση και έκθεσή τους με απρόσμενους τρόπους σε εντελώς διαφορετικούς χώρους, όπως είναι μια αίθουσα τέχνης ή οποιοσδήποτε χώρος άλλος, από την αρχική τους κατάσταση.

Σε πλήρη αντίθεση σε οτιδήποτε συμβατικά παραπέμπει ο όρος «Φτωχή», τα έργα του κινήματος υπήρξαν εξαιρετικά πλούσια σε σχέση με το βάθος της σκέψης και του φυσικού κόπου που ενσωματώθηκαν σε αυτά, αλλά κυρίως όσον αφορά το ίδιο το αισθητικό αποτέλεσμα και τα αισθητικά χαρακτηριστικά τους. Τα τελευταία μάλιστα αποτέλεσαν τη βάση για μια καινούργια αντίληψη για την τέχνη, η οποία συνδέεται οργανικά με τη σωματική δράση ως συνθετικό εργαλείο.

Καίρια όμως παρακαταθήκη του κινήματος είναι η εξοικείωση του κοινού και η καλλιέργεια της αισθητικής αγωγής του, έτσι που οι σύγχρονες κοινωνίες να μπορούν να αναγνωρίζουν τις αξίες αυτών των υποτιθέμενων «φτωχών» και γενικά απαξιωμένων πραγμάτων, να ανακαλύπτουν μάλιστα αυτές τις αξίες στην απλή, πεζή καθημερινότητα.

Τα δείγματα και τα παραδείγματα βρίσκονται διασκορπισμένα οπουδήποτε υφίσταται ή υπήρξε ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα. Είναι δε ιδιαίτερα εμφανή σε μέρη και περιοχές της υπαίθρου, λόγω κυρίως του ανοιχτού ανεμπόδιστου ορίζοντα, της πλατιάς παρουσίας των συστατικών του τοπίου και των ιδιαιτεροτήτων των καιρικών συνθηκών.

Εικόνα πρώτη

Ένα τοπίο το οποίο περιλαμβάνει τσιμεντόλιθους τοποθετημένους στον ανοιχτό χώρο ενός χωραφιού. Η τοποθέτηση έχει γίνει με το απλό στοίβαγμα, και όχι το προσεκτικό χτίσιμό τους, σε πέντε επάλληλες αλλά ανολοκλήρωτες σειρές, με τρόπο που να προκύπτει μια συμπαγής, αλλά ατελής ορθογωνική μάζα και να προβάλλει μια γενικά άτακτη θραυσματική κατάσταση. Στις γκρίζες επιφάνειες των τσιμεντόλιθων υπάρχουν υπόλοιπα από κονίαμα ή λάσπη, που σημαίνει ότι προέρχονται από κατεδάφιση. Έχουν δε αποθηκευτεί εκεί είτε για πιθανή επαναχρησιμοποίησή τους σε κάποια μελλοντική κατασκευή είτε απλά για να μην πεταχτούν. Η συνολική επιφάνεια του τοιχώματος είναι διάστικτη με μαύρες, διαμπερείς οπές, οι οποίες, ενώ είναι συστατικό της κατασκευής του σώματος ενός τσιμεντόλιθου, σε συνάρτηση με το κονίαμα και τις μικροφθορές τής δίνουν μια αδρή υφή, με αποτέλεσμα η κατασκευή στο σύνολό της να παραπέμπει σε σύγχρονο ερείπιο. Πάνω σ’ αυτήν, πρόχειρα ακουμπισμένη είναι μια άλλη κατασκευή, άγνωστης και απροσδιόριστης χρήσης, γραμμική, σκουριασμένη, φτιαγμένη από μεταλλικούς σωλήνες και δύο βαριές βάσεις. Δίπλα, τυχαία γερμένο σε ένα πεζούλι υπάρχει εγκαταλειμμένο το φύλλο μιας πόρτας. Τα ετερόκλητα αυτά αντικείμενα περικλείονται και καδράρονται από την περίφραξη του χωραφιού, που και αυτή είναι από παλιό και πρόχειρο μεταλλικό πλέγμα, το οποίο με τον χρόνο έχει απωλέσει τη σταθερότητά του. Τη βάση της εικόνας συμπληρώνει σε πρώτο πλάνο η λοξή επιφάνεια ενός χαμηλού λευκού πεζουλιού, σε ιδιαίτερα καλή κατάσταση, σε αντίθεση με όλα τα άλλα υλικά. H σύνθεση ολοκληρώνεται με μια γραμμή από αλμυρίκια στο βάθος, την ανοιχτόχρωμη ώχρα του στεγνού χώματος και τη λεπτή οριζόντια λαμπερή λωρίδα χρώματος ultramarine της θάλασσας.

Εικόνα δεύτερη

Ένα διαφορετικό τοπίο σε περιοχή χαρακτηρισμένη ως αρχαιολογικός χώρος. Τα αρχαία λείψανα, ερείπια και ευρήματα βρίσκονται στον βυθό της θάλασσας και είναι τεκμήρια αρχαίας πόλης που βυθίστηκε έπειτα από σεισμό. Στη μεγάλη, ολόλευκη, εκτυφλωτική, καλυμμένη από κιμωλία επιφάνεια που βρίσκεται έξω από το νερό διασώζονται ίχνη με τη μορφή ελαφρών σκαμμάτων, χαρακιών και ανεπαίσθητων εναλλαγών στα επίπεδα. Η κιμωλία είναι το πέτρωμα που επικρατεί στην περιοχή και ήταν διαχρονικά εμπορεύσιμη.

Η θάλασσα και το βαθύ μπλε περιβάλλουν το τοπίο, το οποίο μοιάζει με απλωμένο ολόλευκο απαστράπτον σεντόνι. Η ανθρώπινη παρουσία από το παρελθόν υποδηλώνεται από ίχνη στην επιφάνεια και κάποιες πέτρες χτισμένες περιμετρικά, καθώς επίσης και από την ύπαρξη ενός μικρού ανοίγματος προς τη θάλασσα σε μια συγκεκριμένη θέση, πιθανόν για την προσέγγιση βαγονιών μεταφοράς εξωρυγμένης κιμωλίας για φόρτωση σε πλοία ή βάρκες. Το άνοιγμα τονίζεται επιπλέον, από δύο, ανόμοιου ύψους, κατακόρυφες μεταλλικές ράβδους, σκουριασμένες και φθαρμένες οι οποίες το πλαισιώνουν και εν μέρει συγκρατούν τα πλευρικά τοιχώματα, ενώ ενδέχεται να χρησιμεύουν και για το δέσιμο σχοινιών για τη συγκράτηση των πλωτών μέσων. Ενώ όμως αυτές οι ράβδοι καταλαμβάνουν το πρώτο πλάνο της εικόνας, ταυτόχρονα καδράρουν με καταπληκτικό τρόπο το τι υπάρχει πέρα από τη δική τους παρουσία και τα δικά τους όρια. Αυτό λοιπόν που υπάρχει σε δεύτερο πλάνο είναι μια υπέροχη συστοιχία από λευκά βράχια τα οποία ξεπροβάλλουν από την επιφάνεια του νερού. Τα βράχια έχουν διαφορετικά σχήματα, μεγέθη και μορφές και γωνιώδη υφή στις επιφάνειές τους. Εμφανίζονται με μια μουσική ρυθμικότητα, η οποία σταδιακά απομειώνεται προς την ανοιχτή θάλασσα και αντίστροφα καταλήγει σε συμπαγή μορφή προς την επίσης λευκή ξηρά. Η εικόνα συμπληρώνεται με τις απαλές καμπύλες του υπόλοιπου, γυμνού, γαιώδους τοπίου στο βάθος.

Και τα δύο τοπία είναι από την Κίμωλο... Καλοκαίρι 2019.

* Ο Σόλων Ξενόπουλος είναι αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ, κοσμήτορας της Σχολής Αρχιτεκτονικής, Μηχανικής και Γεωπεριβαλλοντικών Επιστημών Πανεπιστήμιο Νεάπολις, Πάφος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0