AnselmJappe
Μετάφραση: Αλέξανδρος Δασκαλάκης
(Αποσπάσματα από το κείμενο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Illusio, no 4-5, 2007)
[…] Ο Σαντ στη βιβλιοθήκη των Πλειάδων, ανάμεσα στον ντε Γκωλ και στον Μωριάκ. Ο Σαντ στα μεταπτυχιακά προγράμματα των πανεπιστημίων. Ο Σαντ αντικείμενο γιγαντιαίων επιστημονικών συνεδρίων ακόμα και στις ΗΠΑ. Κάθε επίκληση στον ντε Σαντ ξεκινάει με μια τελετουργική επίθεση στους επικριτές του, σ’ αυτούς που δεν βλέπουν παρά έναν «πορνογράφο». Στην πραγματικότητα, δεν βλέπουμε πουθενά τους επικριτές του ή κρύβονται επιμελώς. Σχεδόν όλοι όσοι έγραψαν για τον ντε Σαντ είναι θαυμαστές του, εκτός από κάποιες φεμινίστριες. Τουλάχιστον σε όσους εκφράζονται δημοσίως κυριαρχεί η ομοφωνία για την αξία του «θεϊκού μαρκησίου». […]
Εκ πρώτης όψεως, ένας μη πληροφορημένος αναγνώστης θα έλεγε πιθανότατα ότι είναι αρκετά δύσκολο να βρει ενδιαφέρον στα έργα του ντε Σαντ. Αν το μυστικό για να προκαλέσει κάποιος πλήξη είναι να φανερώσει τα πάντα, τότε ο Σαντ είναι πληκτικός όπως η βροχή. Η απόσταση μεταξύ θεωρίας και πράξης είναι ολοκληρωτική. […] Κανένας από τους δηλωμένους θαυμαστές του Σαντ δεν προσπάθησε να εφαρμόσει στην πράξη τις διδασκαλίες του. Ακόμα και ο Μπατάιγ και η Άννί Λεμπρέν1 δεν μπορούν παρά να παραδεχτούν πως το περιεχόμενο των έργων του Σαντ είναι ανυπόφορο και απαράδεκτο. Επομένως, θαυμάζουν κάτι το οποίο, όπως υποστηρίζουν την ίδια στιγμή, φοβούνται και μπορούμε να φανταστούμε πως θα έκαναν πίσω στην οποιαδήποτε προσπάθεια υλοποίησης αυτών που περιγράφει. Πράγματι, ο Ζωρζ Μπατάιγ παραδέχεται πως δεν πρέπει να πάρουμε κατά γράμμα καμία φράση του ντε Σαντ.2 Περίεργος τρόπος να εκθειάζει κάποιος έναν δημιουργό, λέγοντας την ίδια στιγμή ότι είναι επουσιώδες αυτό που έχει γράψει πραγματικά. Άρα, για τί πράγμα μιλάμε;
Ασφαλώς, είναι δυνατόν να πούμε ότι ο Σαντ συνέταξε, χωρίς υποκρισία και επιείκεια, έναν κατάλογο της σεξουαλικότητας και της σκληρότητας για την οποία είναι ικανοί οι άνθρωποι κι αυτό έχει μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον. Αυτή είναι η γνώμη των πρώτων γιατρών και σεξολόγων που αναφέρθηκαν στο έργο του. Συνεπώς, τα έργα του επιτρέπουν την κατανόηση της γέννησης συγκεκριμένων συμπεριφορών που κρίνονται τερατώδεις. Αυτό είναι ασφαλώς αληθές αλλά θα τα τοποθετούσε απλώς, στο ίδιο επίπεδο με την αυτοβιογραφία του διοικητή του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Άουσβιτς, Ρούντολφ Ές,3 ή με τις μαρτυρίες άλλων εγκληματιών και τρελών. Όμως, οι λάτρεις του Σαντ, από τον Απολλιναίρ μέχρι τον Φιλίπ Σολλέρ, αγανακτούν πραγματικά όταν δεν θέλουμε να δούμε στο έργο του μαρκησίου μια χρήσιμη συνεισφορά ώστε να αποφύγουμε τις φρίκες του παρελθόντος. […]
Δεν θα μπορούσαμε να εξετάσουμε εδώ την απέραντη βιβλιογραφία για τον Σαντ ούτε τα παρδαλά επιχειρήματα των υποστηρικτών του. Θα χρησιμοποιήσουμε ως αφετηρία τις ολιγάριθμες αναλύσεις που έριξαν φως στη σχέση μεταξύ του σαδικού έργου και της «φιλελεύθερης» ιδεολογίας του καπιταλισμού που σχηματιζόταν εκείνη την εποχή. Σ’ αυτή την ανάγνωση του Σαντ, το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι η «πορνογραφία», ούτε η έφεση προς τη βία, αλλά η συνεισφορά του στην εγκαθίδρυση του ολοκληρωτισμού του εμπορεύματος υπό το όνομα του «Διαφωτισμού». Μια τέτοια εκτίμηση βρίσκεται στο κεφάλαιο που αφιέρωσαν οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού (1947) για τον Σαντ, καθώς και στην ανάλυση που έκανε ο Ρόμπερτ Κουρτς στη Μαύρη Βίβλο του Καπιταλισμού (1999), την οποία αναπαράγουμε εδώ. Σ’ αυτή την ανάλυση, ο Σαντ εμφανίζεται ως απολογητής του καπιταλισμού, ο οποίος αναιρεί όλα τα παραδοσιακά όρια, σε πλήρη αρμονία με τις φιλελεύθερες θεωρίες της εποχής του. Εξέφρασε το κρυμμένο πρόσωπο του αιώνα των Φώτων, όντας ο άσπονδος συνέταιρος (frère ennemi) του Καντ.4 Όπως ο Καντ, έτσι και ο Σαντ απαιτούσε την υποταγή κάθε αυθορμητισμού σε αυστηρούς νόμους, οι οποίοι παίρνουν τη μορφή μιας μηχανής, ενός συστήματος που ρυθμίζει κάθε σκοπιά της ζωής του ατόμου. Στον Καντ, όπως και στον Σαντ, η απόλαυση δεν υφίσταται παρά ως υποταγή σε έναν αυστηρό ορθολογισμό.5 […]
Τα πιο σοβαρά επιχειρήματα υπέρ του Σαντ ανήκουν στον Μπατάιγ,6 σύμφωνα με τον οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη δεν μπορεί να αναχθεί στον ορθό λόγο. Υφίσταται πάντοτε ως υπόλοιπο, ένα «αρχαϊκό» κομμάτι που τείνει προς την ανάλωση, την υπερβολή, το όργιο και τη σκληρότητα. Ο ορθολογικός και οπτιμιστικός προοδευτισμός δεν βλέπει στο ανορθολογικό παρά μια διαστροφική παρέκκλιση και ενοχή σε σχέση με την πραγματική ορθολογική φύση του ανθρώπου, μια αρρώστια που μπορεί και πρέπει να γιατρευτεί. Σύμφωνα με τον Μπατάιγ, αυτό σηματοδοτεί την απόκρυψη ενός κομματιού της ανθρώπινης φύσης, πράγμα που καθιστά τις εκδηλώσεις του ακόμα πιο επικίνδυνες. Αυτή η εξήγηση, δεν απέχει από αυτήν του Φρόυντ στη Δυσφορία απέναντι στον πολιτισμό, με τη διαφορά ότι ο Μπατάιγ και οι πνευματικοί του απόγονοι δεν λυπούνται γι’ αυτό το γεγονός, αλλά το αντιμετωπίζουν, λίγο ως πολύ, με θαυμασμό. […] Το έργο του ντε Σαντ δεν εκφράζει την εξέγερση μιας άχρονης ουσίας του ανθρώπου, βασισμένης στην υπερβολή, από τους περιορισμούς του πολιτισμού. Αντίθετα, συνδέεται με μια συγκεκριμένη ιστορική εποχή· την ανάδυση του καπιταλισμού σε μεγάλη κλίμακα, τη βιομηχανική επανάσταση, την απομάγευση του κόσμου, τη διάδοση της φιλελεύθερης ιδεολογίας, η οποία με την πρόφαση της απελευθέρωσης του ανθρώπου από τις προλήψεις διακήρυξε την κατάργηση των πολυάριθμων παραδοσιακών περιορισμών, που εμπόδιζαν μέχρι τότε την κυριαρχία του εμπορεύματος, του κέρδους και του χρήματος.
[…] Αν ο Σαντ ήταν «επαναστάτης», τότε ήταν με την έννοια που ήταν και ο καπιταλισμός· μια επανάσταση στο σύνολο των όρων διαβίωσης. Είδε πολύ καλά μέχρι πού μπορούσε να φτάσει αυτή η επανάσταση χωρίς να τερματιστούν οι ιεραρχικές σχέσεις πλούτου και εξουσίας. […] Στον ντε Σαντ, είναι αδιανόητη μια εξέγερση των καταπιεσμένων. Στα μυθιστορήματά του, τα θύματα δεν αντιστέκονται ποτέ στον δήμιό τους, ακόμα κι όταν δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Για τον μαρκήσιο, η απόλυτη κυριαρχία κάποιων ανθρώπων πάνω σε κάποιους άλλους δεν είναι συνέπεια αλλά προϋπόθεση της κοινωνικής ζωής και εξαρτάται αυστηρά από την κοινωνική τάξη, ακόμα κι αν προσποιείται καμιά φορά ότι την στιγματίζει.
[…] Σήμερα, σχεδόν τα πάντα είναι νόμιμα σε ό,τι αφορά τη «λαγνεία». Αρκεί να κοιτάξει κανείς τα φόρουμ συζήτησης ενός οποιουδήποτε γυναικείου περιοδικού για να δει κατά πόσο αυτό που θεωρούνταν «διαστροφικό» έχει εξομαλυνθεί. Πράγματι, σχεδόν κανένας δεν ενοχλεί πλέον την κυβέρνηση. Ήταν απατηλό να πιστεύουμε ότι η ελεύθερη σεξουαλικότητα θα ήταν ασύμβατη με την αλλοτρίωση, την καταπίεση, την εργασία. Ασφαλώς, χειραγωγείται από τις εικόνες, όμως σε νομικό επίπεδο είναι πιο ελεύθερη από ποτέ, χωρίς αυτό να έχει οποιαδήποτε ανατρεπτική συνέπεια.
Τα έργα του ντε Σαντ φαίνεται πως είναι μια μεταφορά της νεωτερικότητας και της απουσίας ορίων που την χαρακτηρίζει, της κενής και μανιασμένης επιθυμίας απέναντι σε έναν κόσμο άδειο από σημασία, ο οποίος δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί παρά μόνο στην καταστροφή, επειδή δεν υπάρχει τίποτε συγκεκριμένο που να μπορεί να καλύψει τις απεριόριστες επιθυμίες του – ακριβώς όπως συμβαίνει και με τη μορφή του εμπορεύματος. Όπως η μορφή του εμπορεύματος πρέπει να καταναλώσει όλο τον κόσμο, μέχρι το τελευταίο απομεινάρι του, για να επιβεβαιωθεί, έτσι και οι «ελευθεριάζοντες» πρέπει να καταναλώσουν τη σάρκα των θυμάτων τους, μέχρι την τελευταία στάλα. Βρίσκονται μπροστά στην αδυναμία να απολαύσουν έναν κόσμο τον οποίο μετέτρεψαν οι ίδιοι σε έρημο και μπροστά στην ανάγκη να αυξήσουν τις δόσεις των υποκατάστατων για αντικαταστήσουν μιαν απόλαυση που μένει πάντοτε ανικανοποίητη. Αν διαβάσουμε τα έργα του Σαντ σαν μεταφορές του μοντέρνου κόσμου, με ό,τι αποτελεί γι’ αυτόν υποκείμενο, αντικείμενο και ηδονή, τότε αποκτούν προφητική αξία πολύ ανώτερη από αυτήν που του αποδίδουν οι συνήθεις του θαυμαστές, και για μια φορά ο συσχετισμός του με τον Κάφκα δεν φαίνεται τελείως άστοχος. Για τα υπόλοιπα, η σύγχρονη ζέση για τον Σαντ απαντάει σ’ αυτό που ο ίδιος ο μαρκήσιος είχε ήδη πει πολύ καλά: «Είναι πολύ ηδονικό να σκανδαλίζουμε· συνιστά έναν μικρό θρίαμβο της υπερηφάνειας, που δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητος».7
1 Annie Le Brun, Soudain, un bloc d’abîme, Sade, Paris, Gallimard, 1993(Σ.τ.Μ)
2Αυτόθι, σελ. 17.
3 Rudolf Höss, Le Commandant d’Auschwitz parle, Paris, La Découverte, 2005.
4Κάτι που επισημάνθηκε με πλάγιο τρόπο και από τον Ζακ Λακάν, σε άρθρο του 1963, με τίτλο Ο Καντ με τον Σαντ, στο Écrits, Paris, ÉditionsduSeuil, 1966.
5Simone de Beauvoir, Faut-il brûler Sade?, Paris, Gallimard, 1972
6Ζωρζ Μπατάιγ, Ο ερωτισμός, μετάφραση: Κωστή Παπαγιώργη, Ίνδικτος, 2001. (Σ.τ.Μ)
7Μαρκήσιος ντε Σάντ, Η Φιλοσοφία στο μπουντουάρ, μετάφραση: Δ. Χορόσκελης, 1997, σελ. 112.