Για περισσότερο από μια δεκαετία ο ρουμανικός κινηματογράφος βρίσκεται σταθερά στην πρωτοπορία των ευρωπαϊκών αναζητήσεων στον χώρο του σινεμά, συγκεντρώνοντας αμέτρητα βραβεία. Είναι ένας κινηματογράφος με σεβασμό στον ρεαλισμό, αλλά σίγουρα δεν πρόκειται για «ρεαλιστικό» σινεμά: Με μια εξαιρετικά δουλεμένη στις λεπτομέρειές της εκφραστική λιτότητα, παίζει τον ρόλο κοινωνικού ανατόμου, διεισδύοντας στα προβληματικά «απόκρυφα» μιας κοινωνίας που υπέστη βίαιη μεταλλαγή. Χωρίς αμφιβολία, στην παγκόσμια αναγνώριση του ρουμανικού «κύματος» έπαιξαν ρόλο και οι παραδοσιακοί πολιτιστικοί δεσμοί ανάμεσα στη Ρουμανία και τη Γαλλία. Τα πρώτα σημαντικά διεθνή βραβεία ήρθαν στο Φεστιβάλ των Καννών, ενώ γρήγορα δημιουργήθηκαν σχήματα συμπαραγωγής με οικονομική αιμοδότηση του ρουμανικού κινηματογράφου από τη Γαλλία. «Την περίοδο Τσαουσέσκου», λέει ένας από τους σκηνοθέτες αυτής της γενιάς, «μπορεί να μην ήταν εύκολο να βρούμε τις ταινίες που θέλαμε να δούμε αλλά για μας το σινεμά είχε ανεκτίμητη αξία, ήταν τέχνη. Πηγαίναμε στην Ταινιοθήκη ή καταφέρναμε να βρούμε βιντεοκασέτες και μαζευόμασταν όλοι σε ένα σπίτι όπου τις βλέπαμε και έπειτα τις αναλύαμε με τις ώρες. Έχουμε μελετήσει με αυτό τον τρόπο όλη την ιστορία του κινηματογράφου, Αντονιόνι, Μπέργκμαν, Κασσαβέτη...».
Η «έκρηξη» του ρουμανικού νέου κύματος προσδιορίζεται από πολλούς με την προβολή στο Φεστιβάλ των Καννών το 2005 της μαύρης κωμωδίας «Ο θάνατος του κυρίου Λαζαρέσκου», σε σκηνοθεσία του Κρίστι Πούγιου, ενός ζωγράφου που στράφηκε στο σινεμά. Ήταν η πρώτη ταινία του άτυπου αυτού «κινήματος» που είχε ευρεία αποδοχή. Κέρδισε το μεγάλο βραβείο στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» των Καννών και συνολικά 27 βραβεία σε όλο τον κόσμο. Ο ήρωας, ο ηλικιωμένος Ντάντε Λαζαρέσκου (ο βιβλικός Λάζαρος σε μια δαντική Κόλαση) σε μια νυχτερινή οδύσσεια από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, χωρίς να παίρνει ποτέ απαντήσεις για την κατάσταση της υγείας του...
Τελευταίο σπουδαίο «δείγμα» του ρουμανικού κινηματογράφου, είναι η «Αποφοίτηση» του Κριστιάν Μουντζίου (προβάλλεται ήδη στις ελληνικές αίθουσες). Βραβείο σκηνοθεσίας στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών: Ένας γιατρός, ο Ρομέο Αλντέα, σε μια επαρχιακή κωμόπολη, προσπαθεί να εξασφαλίσει για την κόρη του μια «καλύτερη τύχη», σε άλλη χώρα, μια και θεωρεί ότι η δική του γενιά απέτυχε πλήρως στους στόχους που είχε βάλει για μια «σωστή κοινωνία» μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Τσαουσέσκου. Εχει, λοιπόν, φτιάξει για την κόρη του, που τελειώνει το σχολείο, ένα πλήρες πρόγραμμα για λογαριασμό της, να σπουδάσει με υποτροφία στην Αγγλία. Όμως, λίγο πριν από τις τελικές εξετάσεις, η «τακτοποιημένη» ζωή τους ανατρέπεται, καθώς εκείνη πέφτει θύμα απόπειρας βιασμού, και κάποιοι σπάζουν με πέτρες τα τζάμια του σπιτιού και του αυτοκινήτου του γιατρού... Ο Μουντζίου δείχνει με αριστοτεχνικό «βηματισμό» στην εξέλιξη της ταινίας μια ολόκληρη κοινωνία να βολεύεται στη διπλή ηθική, ενώ σε κάποιο σημείο ο πατέρας-γιατρός μνημονεύει την αντίστροφη διαδρομή από αυτήν που προσδιορίζει τώρα για την κόρη του, καθώς επέστρεψε μαζί με τη γυναίκα του από το εξωτερικό στη Ρουμανία, με πολλές ελπίδες και όνειρα, που διαψεύστηκαν...
Ο Μουντζίου, ο κορυφαίος του σύγχρονου ρουμανικού κινηματογράφου, είχε κερδίσει το 2007 τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες με το «4 μήνες, 3 εβδομάδες και μέρες» (η ταινία παρακολουθεί δύο φίλες και την προσπάθειά τους για έκτρωση, απαγορευμένη από το καθεστώς Τσαουσέσκου), ενώ το 2012 εντυπωσίασε ξανά με τη διεισδυτική κριτική του στη θρησκευτική μισαλλοδοξία, στην ταινία «Πέρα από τους λόφους».
Βέβαια, δεν συμφωνούν όλοι για την ομοιογένεια του ρουμανικού «νέου κύματος»: Ο Φλορίν Σερμπάν, που με την ταινία «Όταν θέλω να σφυρίξω, σφυρίζω», κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο Βερολίνο το 2010, έχει δηλώσει σε συνέντευξη του: «Πιστεύω απλώς ότι υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που κάνουν καλές ταινίες σε αυτή τη χρονική περίοδο. Ναι, υπάρχουν κάποιες θεματικές ομοιότητες αλλά περισσότερα πράγματα μας διαφοροποιούν από αυτά που μας συνδέουν».
Το «California dreamin» (2007) του Κριστιάν Νεμέσκου, ο οποίος σκοτώθηκε σε τροχαίο στο Βουκουρέστι λίγο πριν ολοκληρώσει την ταινία, είναι μία έξοχη σάτιρα για τη «μετεξέλιξη» της ρουμανικής κοινωνίας: Ένα τρένο που μεταφέρει Αμερικανούς πεζοναύτες σταματά σε έναν επαρχιακό σταθμό επειδή ο σταθμάρχης δεν του επιτρέπει να αναχωρήσει, ακολουθώντας τις γραφειοκρατικές διαδικασίες που έχει αφομοιώσει πλήρως..
Την κρίσιμη ιστορική στιγμή της ανατροπής του Τσαουσέσκου επιχείρησε να αποτυπώσει, με κινηματογραφικούς όρους, ο Ράντου Μουντεάν στην ταινία «Το χαρτί θα γίνει μπλε» (2006). Πρόκειται ουσιαστικά για μια ιλαροτραγική ανασύσταση της νύχτας της ανατροπής, όπου η σύγχυση συνυπάρχει με το τραγικό και το γελοίο, και οι χαρακτήρες είναι ανυποψίαστοι (όπως συμβαίνει συνήθως) για το ιστορικό βάρος των γεγονότων που βιώνουν...