Οι ψαράδες, οι αγρότες, οι λαθρέμποροι
“Ντάριο, καλός είσαι. Αλλά ο Μπρίστιν ήταν καλύτερος”. Με περηφάνια διηγούνταν ο Ντάριο Φο ποιον θεωρούσε τον μεγαλύτερο έπαινο. Αυτή την κουβέντα που του έλεγαν οι γέροι αγρότες στο χωριό του παππού του - αυτός ήταν ο Μπρίστιν. Κι επαναλάμβανε με κάθε ευκαιρία ότι χρωστάει το κέφι και την ικανότητά του να λέει ιστορίες στις παρέες που έκανε η οικογένειά του όταν ήταν μικρός με ψαράδες, αγρότες και μικρολαθρέμπορους στο χωριό με τους ορυζώνες κοντά στη λίμνη Ματζόρε. Για τον Ντάριο Φο ο παππούς ήταν αυτός που του έδειξε τι είναι γνώση. Για τη γη, για τα ζώα και τα φυτά, για τη ζωή και την επιβίωση των ανθρώπων. Στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου του “Ιστορίες από τα επτά πρώτα χρόνια της ζωής μου” περιγράφει τη σχέση του με τη λαϊκή σοφία, “αυτή που δύσκολα θα διασωθεί, όταν πεθάνουν οι αγρότες”, ως το σημαντικότερο για τη μετέπειτα πορεία του ως καλλιτέχνη. Αυτή, λέει, του έδωσε το κλειδί να ξεκλειδώσει ζωντανούς θησαυρούς από το τεράστιο ρεζερβουάρ του “popolare”, της χιλιετούς λαϊκής κουλτούρας στην ιταλική ύπαιθρο.
Στην παράδοση της Commedia dell’ Arte
Τον θεατρικό δρόμο του ο Ντάριο Φο τον βρήκε αφού εγκατέλειψε τις σπουδές του στη ζωγραφική στην Ακαδημία και στην Αρχιτεκτονική στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου. Στην τότε πιο σύγχρονη μεγαλούπολη της Ιταλίας, ο Φο διαμόρφωσε το δικό του λαϊκό θέατρο, συμμετέχοντας στην επαναστατική αναγέννηση της Commedia dell’ Arte. Πρόσβαση σ’ αυτή την παράδοση βρήκε μέσα από μια γοητευτική νεαρή ηθοποιό, τη Φράνκα Ράμε, που γνώρισε το 1951 κι έγινε η σύντροφός του στη ζωή και την τέχνη. Η Ράμε καταγόταν από μια οικογένεια περιπλανώμενων θεατρίνων - από τα ιταλικά “μπουλούκια”- στην οποία, όπως έλεγαν, ακόμη και τα μωρά έπαιζαν Σαίξπηρ στην αγκαλιά της μάνας τους. Στα μπαούλα και στις διηγήσεις της οικογένειας Ράμε κρύβονταν όλο το... οπλοστάσιο μιας θεατρικής παράδοσης που στα χέρια των Φο και Ράμε αναβίωσε και εφηύρε ξανά τον εαυτό της.
“Φτωχός νάνος” και Canzonissima
Πριν ακόμη η RAI, η ιταλική ραδιοφωνία- τηλεόραση γίνει ο υδροκέφαλος οργανισμός που ελέγχεται από τη Ρώμη, τα στούντιό της στο Μιλάνο έπαιζαν έναν σημαντικό και ανεξάρτητο ρόλο. Εκεί έλαμψε για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του 1950 το άστρο του Ντάριο Φο, με τη ραδιοφωνική σειρά του “Poer nano”, ("Φτωχός νάνος"), που περιείχε ιστορίες από τη Βίβλο και επεισόδια από την παγκόσμια Ιστορία, με αιχμή την απομυθοποίησή τους. Και δη σε ένα κλίμα λογοκρισίας που ακόνιζε την ικανότητα του Φο να περνάει τα μηνύματά του υπαινικτικά - και πετυχημένα. Μόλις δε άλλαξε κάπως προς το πιο φιλελεύθερο το πολιτικό κλίμα, στην αρχή της δεκαετίας του 1960, ο Φο και η Ράμε μπόρεσαν να κάνουν συγκλονιστικές εμφανίσεις στην πιο αγαπημένη τηλεοπτική εκπομπή των Ιταλών, την "Canzonissima" - πριν την αναλάβει η Ραφαέλα Καρά που έβλεπαν τα σαββατόβραδα και οι Έλληνες μερικά χρόνια αργότερα. Αλλά οι... αντοχές της RAI στη γλώσσα που κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει ήταν περιορισμένες. Λίγους μήνες άντεξε να τραγουδάνε οι Ιταλοί το “Su cantiam”, την μπαλάντα που περιέγραφε το ιταλικό οικονομικό θαύμα από την προοπτική “των εργατών, των μεταναστών, των διαδηλωτών, των χηρών και των ορφανών” και άνοιγε την εκπομπή του Ντάριο Φο. Μόλις προστέθηκε κι ένα σκετς για τους εργολάβους και τη σπέκουλα με τα ακίνητα, το όνομα Φο, οι κωμωδίες και τα τραγούδια του εξορίστηκαν από τη RAI. Και δεν ξανακούστηκε τίποτε για 14 ολόκληρα χρόνια.
Το θέατρο είναι παντού
Από τις αρχές του '68, ο Ντάριο Φο και η Φράνκα Ράμε αφιερώθηκαν ψυχή τε και σώματι στο κίνημα. Επιτέθηκαν μετωπικά στην “αστική” κουλτούρα και στους θεσμούς της. “Το ζητούμενο είναι ποιος κρατά στα χέρια του την πολιτιστική παραγωγή. Ένα έργο τέχνης στα χέρια του κεφαλαίου γίνεται με βεβαιότητα τέχνη του κεφαλαίου” έλεγε τότε ο Φο. Για μια δεκαετία ο Φο ανέβαζε τις παραστάσεις του στην υπηρεσία του κινήματος παντού. Σε πλατείες και αμφιθέατρα, σε κινηματογράφους και θέατρα, σε εργοστάσια και δρόμους. Δεν υπήρχε τόπος που να μην μπορούσε να γίνει για λίγες ώρες θεατρική σκηνή. Το μόνο που προστάτευε τον Φο από μια σύλληψη ήταν η τεράστια δημοτικότητά του - την ακόμη πιο μισητή από το σύστημα Ράμε την απήγαγαν και βίασαν νεοφασίστες το 1973. Και το έργο του για τον βίαιο θάνατο του αναρχικού Πινέλι -”ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού”- έγινε το πολιτικό μανιφέστο εκείνης της χρονιάς. Ήταν μια κωμωδία χωρίς αναστολές. Κι ο Φο ήξερε ότι μόνο το βροντερό γέλιο τρομάζει τους ισχυρούς.
Το “τρελό” Νόμπελ και το Βατικανό
“Παράλογη”, “σχεδόν τρελή” είχαν χαρακτηρίσει πολλοί την απόφαση της Επιτροπής Νόμπελ να απονείμει το 1997 το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Ντάριο Φο. Επισήμως, διότι κανείς δεν τον θεωρούσε ακριβώς συγγραφέα, αλλά δραματουργό, την τέχνη του οποίου δεν μπορούσε κανείς να τη βιώσει στο χαρτί, αλλά στη σκηνή. Κι ανεπισήμως, διότι πολλοί τον θεωρούσαν επικίνδυνο και... αντίχριστο. Το Βατικανό, μάλιστα, είχε δηλώσει βαθύτατα δυσαρεστημένο με τη βράβευση του “περιπλανώμενου θεατρίνου”, που θίγει τα ιερά και τα όσια του καθολικισμού. Η απάντηση του Φο τότε ήταν: “Έχουν δίκιο που με λένε περιπλανώμενο θεατρίνο, αλλά κι ο Θεός αυτό ήταν. Θυμήσου, Εκκλησία, πόσους περιπλανώμενους θεατρίνους έχεις κρεμάσει”. Ο Φο είχε αφιερώσει τότε το Νόμπελ του σε όλους τους καλλιτέχνες του δρόμου και στα θύματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κι είχε υποσχεθεί στους Ιταλούς κομμουνιστές ότι “θα συνεχίσει τον αγώνα”. Για τον Φο “η νίκη ανήκει στο χιούμορ, στη σάτιρα, στο γκροτέσκο και στην ελευθερία να γελά κανείς για τον εαυτό του και κυρίως για τους ισχυρούς”.