"Τα έργα του δίνουν την εντύπωση της πολύτιμης πέτρας που μένει αναλλοίωτη, διατηρώντας τη λάμψη της σε όλους τους καιρούς". Τα λόγια του Δημήτρη Μυταρά, παρά τον αποφατικό τους χαρακτήρα, εξηγούν ίσως τη γοητεία που συνεχίζει να ασκεί το έργο του Σπύρου Παπαλουκά (1892-1957), του ανανεωτή της ελληνικής ζωγραφικής, που με το έργο του διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη στερέωση του ελληνικού μοντερνισμού.
Μια "σύνοψη" του έργου και της πολύπλευρης προσφοράς του αποτελεί η έκθεση που εγκαινιάζεται σήμερα στις 8.00 μ.μ. στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη, στην οποία φιλοξενούνται πάνω από 130 αντιπροσωπευτικά έργα του, πίνακες ζωγραφικής, σχέδια, μακέτες, αλλά και αγιογραφίες, που αντιπροσωπεύουν μια σημαντική και καινοτόμο, για την εποχή της, πτυχή της δουλειάς του.
Στην έκθεση παρουσιάζονται μνημειακά έργα που ανήκουν στη Συλλογή του Ιδρύματος, όπως πορτρέτα, αυτοπροσωπογραφίες, αλλά και τοπία, που αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Ο Παπαλουκάς συνήθιζε μέχρι το τέλος της ζωής του να ζωγραφίζει στο ύπαιθρο και πάντα εκεί επέστρεφε "προσφέροντας ένα έργο πλούσιο σε έμπνευση και παλμό που ανακαλύπτει και αναδεικνύει τον ποιητικό παράδεισο της Ελλάδας", όπως σημειώνει ο επιμελητής της έκθεσης Τάκης Μαυρωτάς.
Παράλληλα, παρουσιάζονται οι μακέτες του για τη Μητρόπολη της Άμφισσας (1927), φορητές εικόνες και ανθίβολα, αναδεικνύοντας το αγιογραφικό του έργο, με το οποίο άνοιξε ένα νέο δρόμο, πέρα από την επίμονη σπουδή και κατανόηση της βυζαντινής τέχνης.
Τέλος, τα σχέδιά του αναδεικνύουν τον πυρήνα της ζωγραφικής του δράσης, "ορίζοντας την αρχή των πάντων", όπως σημειώνει ο επιμελητής. Πράγματι, σε αρκετούς από τους πίνακές του η αίσθηση του σχεδίου είναι κυρίαρχη, χωρίς να καλύπτεται από χρώματα.
«Πάντα θαύμαζα στα έργα του τη σοφή σύνθεση, το ευαίσθητο χρώμα και την αγάπη με την οποία ήταν καμωμένα" έλεγε ο Γιάννης Μόραλης, συνοψίζοντας, με τον τρόπο αυτό τα στοιχεία που κάνουν τη ζωγραφική του Παπαλουκά, ακόμα και σήμερα, γοητευτική.