Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Ο έφηβος που ευτυχής συναποκόμιζε, το σαββατιάτικο βράδυ της 14ης Μαΐου 1977 από το Ωδείον Ηρώδου του Αττικού, το μεγαλοπρεπές αυτόγραφο του νέου, ωραίου και ήδη διάσημου μαέστρου Ζούμπιν Μέτα δεν είχε ασφαλώς διανοηθεί το πλαίσιο πλησμονής της αθηναϊκής παρουσίας του, σχεδόν 40 χρόνια αργότερα και μάλιστα σε πλαίσιο φιλανθρωπίας εξέχοντος Έλληνα του εξωτερικού προς τον χειμαζόμενο κόσμο των Αθηνών. Η εντυπωσιακή υπογραφή του Ινδού πλάι στον κινεζικό δράκοντα του λιμπρέτου της «Τουραντώ» αποδεικνύει μέχρι σήμερα πόσο απτό ήταν ακόμη τότε το στοιχείο του μύθου στη μουσική - φωνογραφική επικαιρότητα της εποχής, αφού η συγκεκριμένη ηχογράφηση αποτελούσε ήδη αναφορά, αν και μόλις τέσσερια χρόνια από την κυκλοφορία της, όπως εξάλλου και η κατά πέντε έτη προγενέστερή της, ο «Τροβατόρε» του Βέρντι, ένα all time classic που είχε μεμιάς καθιερώσει τον γιο του ιδρυτή της Συμφωνικής της Βομβάης ως μαέστρο όπερας υψηλής περιωπής. Στα 1978 εξάλλου ο βιεννέζικης παιδείας μαιτρ θα ολοκλήρωνε μια 16ετή θητεία επικεφαλής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λος Άντζελες, κατά την οποία θα υπέγραφε και μερικές από τις πλέον ενδιαφέρουσες συμφωνικές εγγραφές του.
Η αναφορά σε ένα παρελθόν απώτερο δεν μηδενίζει τη μετέπειτα αλματώδη καθιέρωση του Μέτα σε θέσεις τόσο εμβληματικές όσο, μεταξύ άλλων, η διεύθυνση της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης, της Κρατικής Όπερας της Βαυαρίας και του Μουσικού Μαΐου της Φλωρεντίας ή η μακρά συνεργασία του με τη Φιλαρμονική της Βιέννης, για μην αναφερθούμε στην εφ’ όρου ζωής πρωτοκαθεδρία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Ισραήλ. Καθολικός και οικουμενικός μουσικός, ωστόσο, ο και πολιτικά δραστήριος όσο και ευαίσθητος Μέτα υπέκυψε, στην αντίληψή μας, σε έναν μιθριδατισμό κονφορμισμού, που διαπέρασε εν τέλει και τη μουσική του δήλωση. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Τα Νέα» της 16ης.02.1997, επ’ ευκαιρία εμφανίσεών του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ο Μέτα είχε αναφερθεί στην επιρροή του πόνου επί της Μουσικής, καταφεύγοντας σε ανεπιεική σύγκριση του Μέντελσον με τον Μπετόβεν και χρεώνοντας την -κατά την άποψή του- συγκριτικά «επιφανειακή μουσική» του πρώτου έναντι του δευτέρου στο ότι «ποτέ δεν συναντήθηκε με τον πόνο». Ίσως παρόμοια μομφή απευθύνεται σε εκείνον σήμερα, έναντι, φερειπείν, του συμμαθητή του στην τάξη διεύθυνσης του Χανς Σβαρόφσκυ, του Κλάουντιο Αμπάντο, που εξέπεμψε ερμηνευτικό λυκόφως μεγάλης εμβάθυνσης, προφανώς λόγω και της καθαρτήριας δοκιμασίας της μοιραίας ασθένειάς του.
Ενδιαφέροντα πάντως, πέραν πάσης αμφιβολίας, υπήρξαν τα 2 προγράμματα που Μέτα και Ισραηλινοί ερμήνευσαν στις 17 και 18 του Σεπτέμβρη στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής». Αν και αειθαλές, το αντάντε καντάμπιλε, μεταγραφή για έγχορδα του αργού μέρους του 1ου κουαρτέτου εγχόρδων του Τσαϊκόφσκυ, σπανίως εκτελείται, και δη με παρόμοια συμμετοχική εσωτερικότητα. Ενδιαφέρουσα και η κοινής σχολής σύμπραξη 4 βιρτουόζων του κόρνου (Dalit Segal, Yoel Abadi, Michael Slatkin, Itamar Leshem) για το Κομμάτι κοντσέρτου του Ρόμπερτ Σούμαν που ακολούθησε. Η πρώτη συναυλία ολοκληρώθηκε με τη Συμφωνία αρ. 8, κατά την Neue Schubert - Ausgabe (και όχι πλέον 9, όπως εξακολουθεί να διατείνεται το πρόγραμμα), την επονομαζόμενη «Μεγάλη σε ντο μείζονα» (για να διακρίνεται από τη συγκριτικά μόνον «Μικρή σε ντο μείζονα» 6η) του Φραντς Σούμπερτ, σε μιαν ανάγνωση μαστοδοντικού όγκου, με απατηλά πεζή έναρξη των κινήσεων, αλλά ενδιαφέρουσες επισημάνσεις στην ανάπτυξή τους (ιδίως στις 2 πρώτες). Το ανκόρ «Τριτς Τρατς πόλκα» του Γιόχαν Στράους του Νεωτέρου, κάπως βαρύ αλλά και πανηγυρικό, θύμισε τις 5 -παρακαλώ- πρωτοχρονιάτικες συναυλίες της Φιλαρμονικής της Βιέννης που έχει οδηγήσει ο Μέτα.
Αποκαλυπτικού αντίκτυπου, ωστόσο, υπήρξε, για εμάς τουλάχιστον, η δεύτερη συναυλία, αποκλειστικά αφιερωμένη στον Ρίχαρντ Στράους, με εκστατικού αποτελέσματος επίδοση της Ορχήστρας που ο 80χρονος κατηύθυνε με μινιμαλιστική σωματική κίνηση αλλά εντελή μουσική και αφηγηματική κυριαρχία, τόσο στα «Φαιδρά καμώματα του Τιλλ Ώυλενσπήγκελ» και στα «4 τελευταία τραγούδια» (ευκίνητο πλην βαθυβίωτο τέμπο με φωνητικά επαρκή αν και ανώνυμη την υψίφωνο Kristin Lewis, της οποίας διέφυγαν και 2 κρίσιμες λέξεις στον τελευταίο στίχο), όσο και, κατ’ εξοχήν, στην αυτοβιογραφική «Ζωή ενός Ήρωα», μια μουσική tour de force όλων, με μεγάλης σχολής και ψυχής παρεμβάσεις από το α’ βιολί David Radzynski. Η συγκλονιστική αυτή ανάγνωση, όπως και το διακριτικό ανκόρ από τις «Παραλλαγές Αίνιγμα» (Nimrod) του Έλγκαρ, έδωσε εύγλωττες απαντήσεις για την έως σήμερα αποτυχία των Αθηνών να αποκτήσουν ένα παρόμοιας εμβέλειας συγκρότημα. Θα αντιστοιχηθούν άραγε ποτέ με τα ορθά ερωτήματα;