Γοητευτικός και ασυγκράτητος αφηγητής, με χειμαρρώδη λόγο βροντώδη φωνή και εντυπωσιακές χειρονομίες που περιγράφουν τις εικόνες των όσων λέει, ο σκηνοθέτης Βασίλης Βαφέας σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται με υψηλές δόσεις χιούμορ μιλώντας για τη νέα του ταινία «Ρισάλτο», που προβάλλεται από τις 13 Οκτωβρίου στην Αλκυονίδα".
Ένα φιλμ κλειστοφοβικό σε ορισμένα του σημεία, και ψυχολογικό σε άλλα, με αυτοβιογραφικές αναφορές του σκηνοθέτη, που «βουτούν» στην πρόσφατη ιστορία του τόπου, εμπνευσμένες από την επτάχρονη δικτατορία, το «Ρισάλτο» μοιάζει με ένα όνειρο. «Εφιάλτη» το χαρακτηρίζει ο ίδιος.
«Ξύπνησα μια μέρα από έναν εφιάλτη καθώς είδα τον γιο μου να 'σαλτάρει' σε ένα πλοίο και να φεύγει. Και είπα αυτός ο εφιάλτης να μην γίνει πραγματικότητα. Λένε όλοι να μη φεύγουν τα παιδιά μας. Τι θα πει αυτό; Να φύγουν, αλλά να ξέρουν γιατί το κάνουν και όχι ερχόμενα να αναζητήσουν θα πάρουν πόστα. Τα παιδιά που φεύγουν δεν θα ξαναγυρίσουν, γιατί θα μπουν σε οργανωμένες κοινωνίες πιο πολύ από εμάς, εκεί όπου υπάρχουν διοικήσεις που δουλεύουν εδώ δεν δουλεύει τίποτα και το ερώτημα είναι πώς μαζεύεται αυτό το κουβάρι. Δεν υπάρχει ελπίδα αν δεν μαζευτεί αυτό το κουβάρι - ή θα μαζευτεί ή θα μας θυμούνται ως αυτό που λένε αριστερή παρένθεση και θα γελάνε. Για όλα θα γελάνε, από τις ταινίες που κάνουμε έως την πολιτική που ασκούμε. Πρέπει να τα δούμε όλα, με χιούμορ. Τέχνη είναι να σηκωθείς λίγο από τη γη, από την πραγματικότητα. Και για να επιστρέψω στην ταινία, μετά τον εφιάλτη που είδα κάθισα και έγραψα το σενάριο. Υπήρχαν και οι εμπειρίες, τα βιώματα, και το σενάριο που είναι εικόνες και σκηνές η μία δίπλα στην άλλη, δημιουργεί την πορεία του αφηγήματος».
Η κεντρική ιδέα του «Ρισάλτο», είναι το πώς οι νέοι, που είναι γεμάτοι όνειρα και ενέργεια, συνθλίβονται κάτω από το βάρος αφενός της οικογένειάς τους (γεμάτης από τραύματα, παθογένεια κ.λπ.) και αφετέρου της κοινωνίας, που τη χαρακτηρίζουν η αναλγησία, οι απάνθρωποι στόχοι για επιτυχία και η θέληση για απόλυτη κυριαρχία πάνω στα ανεξάρτητα άτομα.
Ο Άρης (Νίκος Πουρσανίδης) είναι ένας νέος που ζει ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μια, ο επαγγελματικός του χώρος στον κόσμο του θεάματος που διψάει για λάμψη, χρήμα και εξουσία. Από την άλλη, η ασφυκτική οικογένεια και η κρίση που έχει χτυπήσει τη χώρα και επιδεινώνει τις ανθρώπινες σχέσεις, που ούτως ή άλλως είναι περίπλοκες και τραυματικές. Ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να βρει την ισορροπία του μέσα από τον έρωτα, που και αυτός όμως τον προδίδει.
«Δεν συμφωνώ ότι, όπως κάνει ο ήρωας, τα παιδιά πρέπει να σαλτάρουν στα πλοία και να φεύγουν. Πιστεύω ότι η αλλαγή θα γίνει από αυτά τα παιδιά που θα μείνουν και όχι από αυτά που θα φύγουν. Αυτά μπορεί να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη, θα παύσουν να είναι ένα καλλιτεχνικό προλεταριάτο, αλλά η ελληνική τέχνη και η Αριστερά θα διατηρηθούν από αυτούς που θα μείνουν. Στις ταινίες μου πάντα το φινάλε είναι αυτό που απεύχομαι. Η ταινία έχει ρεαλιστικά στοιχεία, παρ' όλο που δεν είναι ρεαλιστική, έχει και βιογραφικά. Είναι ο εφιάλτης που δεν πρέπει να γίνει πραγματικότητα. Και έχει σχέση με εμάς τους αριστερούς. Γιατί από εμάς εξαρτάται, και από τη στιγμή που κληθήκαμε να παίξουμε πρώτη φορά ρόλο κυβερνήτη. Η ευθύνη είναι τεράστια. Η ταινία δεν είναι μπροσούρα γιατί εγώ δεν είμαι πολιτικός αναλυτής. Μιλάω για πράγματα που ξέρω. Και ξέρω ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται και όχι μόνο σαν φάρσα, αλλά σαν φαρσοκωμωδία. Και εγώ δεν κάνω κωμωδίες, κάνω σάτιρες».
«Το Ρισάλτο», εξηγεί ο Βασίλης Βαφέας, «έχει μέσα του την λέξη σάλτο, το φευγιό, που σε γλιτώνει από μια προσωρινά δύσκολη κατάσταση αλλά έχει και την επανάληψη. Στη ζωή μας χρειάζονται κάμποσα σάλτα, ρίσκα και επαναλήψεις διαφυγών. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν τόσο που απειλείσαι, χρειάζεται ένα σάλτο. Δεν το έχουμε κάνει ακόμα σαν κοινωνία» υπογραμμίζει.
Η ιστορία διαχειρίζεται το δικαίωμα να είσαι νέος. «Όταν ήμουν νέος αντιμετώπιζα αφάνταστα εμπόδια, τα οποία δεν θέλω να συναντήσει ο γιος μου» επισημαίνει. Είναι η στιγμή που η κουβέντα στρέφεται στους νέους Έλληνες κινηματογραφιστές και τη δημιουργική εκτίναξη που έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια.
«Τα νέα παιδιά έχουν τη δυνατότητα που τους παρέχει η εποχή και η τεχνολογία, καθώς πλέον υπάρχει τρόπος να κάνεις σινεμά και με το κινητό σου τηλέφωνο. Ωστόσο σε αυτόν τον τόπο ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Πρόκειται για μια κολυμπήθρα του Σιλωάμ όπου κολυμπάμε χωρίς νερό, δηλαδή χρήματα και σινεμά χωρίς χρήμα δεν γίνεται. Οι Έλληνες κινηματογραφιστές βρισκόμαστε σε άχαρο σημείο καθώς υπάρχει άμεση σύγκριση με το εξωτερικό. Συγκρινόμαστε αυτόματα με ένα πολυδιαφημισμένο προϊόν, στο οποίο έχουν επενδυθεί εκατομμύρια. Αυτό σημαίνει ότι την ίδια ώρα πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε σινεμά. Και όπως πολλοί υποστηρίζουν, ακόμα και υπουργοί Πολιτισμού το έχουν πει πως ο Έλληνας δεν είναι για να κάνει, αλλά για να βλέπει ταινίες. Αλλά αυτό δεν μπορεί να σταματήσει. Η τέχνη σου κάνει καλύτερη τη ζωή, είτε είσαι θεατής είτε καλλιτέχνης».
Η ταινία χρησιμοποιεί συχνά σουρεαλιστική γλώσσα αλλά και κώδικες από μια σύγχρονη ιστορική και πολιτική παθογένεια, όπως τα χρόνια της χούντας. Στην ερώτηση αν η τέχνη οφείλει να κρατά ανοιχτές τις πληγές ενός συλλογικού τραύματος, ο Βασίλης Βαφέας είναι κατηγορηματικός: «Δεν ξέρεις πόσο εύκολα θα αιμορραγήσουμε εάν κλείσουμε τις πληγές μας και αν δεν τις προσέξουμε. Όποιος πιστεύει ότι έχουν επουλωθεί κάνει λάθος τραγικό. Ακριβώς σε στιγμές τέτοιας κρίσης είναι που βλέπεις τη ζωή σου από την αρχή, απέξω και με χιούμορ. Άλλωστε ο Μπρεχτ πίστευε ότι ένα έργο πρέπει να έχει και τα δυο, και το πολιτικό κομμάτι αλλά και το ψυχαγωγικό, για να μπορέσει έτσι το πολιτικό να πιάσει τόπο. Με αυτήν την έννοια το Ρισάλτο νομίζω ότι είναι η πιο μπρεχτική μου ταινία».
Η Ταυτότητα της ταινίας
Σκηνοθεσία: Βασίλης Βαφέας
Σενάριο: Bασίλης Βαφέας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Διεύθ. φωτογραφίας: Κωστής Γκίκας
Ήχος: Νίκος Παπαδημητρίου
Μοντάζ: Σαϊφεντίν Σαλήμ
Κοστούμια: Μάγδα Καλορίτη
Σκηνικά: Νίκος Πολίτης, Στέλιος Σιδηρουργός
Επιμέλεια κίνησης: Κατερίνα Ροδίου
Άρης: Nίκος Πουρσανίδης
Καίτη: Αμαλία Αρσένη
Δέδες: Τάκης Παπαματθαίου
Μάρω: Μαργαρίτα Πανουσοπούλου
Στέφανος: Θανάσης Κουρλαμπάς
Ειρήνη: Ρίτα Αντωνοπούλου
Μάνα - Γιαγιά: Mαρία Κατσανδρή
Θείος Γιάννης: Σταύρος Μερμήγκης