ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ
Τέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια στοίχισε πριν από τρία χρόνια στην εταιρεία Ντίσνεϊ η εξαγορά των δικαιωμάτων για την κινηματογραφική σειρά του «Πολέμου των άστρων» του Τζορτζ Λούκας. Αμέσως οι παραγωγοί εξήγγειλαν μια νέα τριλογία (το πρώτο μέρος, με τίτλο «Star Wars: Η δύναμη ξυπνάει», προβάλλεται ήδη στην Αμερική, ενώ στην Ελλάδα θα το δούμε από την παραμονή των Χριστουγέννων). Η επιλογή του Τζ. Τζ. Άμπραμς («Lost», «Super 8») για να σκηνοθετήσει το πρώτο φιλμ της σειράς συνδυάζεται με μια «επιστροφή» στα πρωταρχικά στοιχεία του μύθου και την επανεμφάνιση των βασικών χαρακτήρων. Ο Άμπραμς ήταν μόλις 11 ετών όταν ο Λούκας παρουσίασε τον πρώτο «Πόλεμο των άστρων», το 1977, ανήκει επομένως στη γενιά που μεγάλωσε με τον μύθο του «Πολέμου των άστρων». Για ακόμη μια φορά η αφήγηση ξεκινά με τη φράση που «χάνεται» στο διαστημικό φόντο, "A long time ago, in a galaxy far, far away..." ("στο μακρινό παρελθόν, σε έναν γαλαξία πάρα πολύ μακριά..."), προσδιορίζοντας ταυτόχρονα την αφετηρία ενός παραμυθιού αλλά κι ενός μελλοντικού σεναρίου. Οι ειδικοί στην ανάλυση κινηματογραφικών σεναρίων και μύθων «αναγνωρίζουν» επιρροές από τον Τζόζεφ Κάμπελ, συγγραφέα της περίφημης μελέτης «Ο ήρωας με τα χίλια πρόσωπα», τον οποίο ο Λούκας είχε γνωρίσει προσωπικά.
Πριν από λίγες μέρες, στην πρεμιέρα της τελευταίας ταινίας της σειράς στο Χόλιγουντ, ο Λούκας δήλωσε πως είχε ξεκινήσει τότε, στη «μακρινή» δεκαετία του '70, με στόχο να γυρίσει «μια ταινία για νέους ανθρώπους που είχαν ανησυχίες για τα πάντα». Πολύ ασαφές για να είναι αληθινό... Κάπως σαν τη «δύναμη» της σειράς, που διαχέεται παντού στο σύμπαν και ενοποιεί τα πάντα, στοιχείο αρκούντως ασαφές, αλλά πάντως χειραγωγίσιμο από τους ήρωες που αντιπαρατίθενται, για το καλό ή για το κακό.
Την εποχή εκείνη η ψηφιακή τεχνολογία ήταν ακόμη στα σπάργανα, και ο Λούκας δημιούργησε μια ειδική εταιρεία την Industrial Light and Magic, προκειμένου να εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες των ειδικών εφέ... Σίγουρα πάντως τα οικονομικά δεδομένα ήταν περιορισμένα, ο προϋπολογισμός της ταινίας ήταν μόλις 8 εκατομμύρια δολάρια, ενώ ο «Κινγκ Κονγκ» του Ντίνο ντε Λαουρέντις, έναν χρόνο νωρίτερα, είχε φτάσει τα 25 εκατομμύρια δολάρια.
Ο Τζορτζ Λούκας αρχικά ήθελε να γυρίσει μια διαστημική περιπέτεια με τον Φλας Γκόρντον, όμως δεν κατάφερε να αποκτήσει τα δικαιώματα για τον χάρτινο ήρωα και προχώρησε τελικά στη σύνθεση μιας ιστορίας επιστημονικής φαντασίας, με "υλικά" από μύθους διαφορετικής προέλευσης, από τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» του Τόλκιν, από το κινηματογραφικό έργο του Ακίρα Κουροσάβα αλλά και από την «εφηβική» κουλτούρα των κόμικς στη μεταπολεμική Αμερική.
Έχει διατυπωθεί ο (βάσιμος) ισχυρισμός πως ο «Πόλεμος των άστρων» του Λούκας δεν είχε καθοριστική επίδραση στην κινηματογραφική «γλώσσα», αποτέλεσε, όμως, αναμφισβήτητα, κοινωνικό φαινόμενο, που επηρέασε όχι μόνο το πώς βλέπουμε σινεμά, αλλά κυρίως το πώς «καταναλώνουμε» το σινεμά, δημιουργώντας μια παράλληλη οικονομία... Και οι έξι πρώτες ταινίες της σειράς περιλαμβάνονται στις πενήντα εμπορικότερες όλων των εποχών, ενώ μέσα από την κινηματογραφική σειρά γεννήθηκαν ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά σίριαλ, βιβλία, κόμικς, βιντεοπαιχνίδια, μπλουζάκια, παιδικά και επιτραπέζια παιγνίδια, ό,τι μπορεί να φανταστεί και να επινοήσει το επιθετικό μάρκετινγκ... Ο συνολικός τζίρος της βιομηχανίας που τιτλοφορείται «Πόλεμος των Άστρων», σύμφωνα με στοιχεία του οικονομικού περιοδικού «Forbes», ξεπερνούσε ήδη από το 2005 τα 20 δισεκατομμύρια δολάρια. Μάλιστα, ο «διορατικός» Τζορτζ Λούκας είχε θέσει εξαρχής ως όρο στο συμβόλαιό του με τη FOX να εισπράττει το 40% των κερδών από την εμπορική εκμετάλλευση της επωνυμίας "Star Wars".
Διόλου παράξενο που η Πρωτοβουλία Στρατηγικής Άμυνας που εξήγγειλε τον Μάρτιο του 1983 ο τότε Αμερικανός πρόεδρος (και πρώην ηθοποιός) Ρόναλντ Ρέιγκαν δανείστηκε τον τίτλο της κινηματογραφικής σειράς. Προέβλεπε τη χρήση επίγειων και διαστημικών πυραυλικών συστημάτων για την αποτροπή πυρηνικής επίθεσης κατά των Ηνωμένων Πολιτειών, πρόγραμμα με τεράστιους προϋπολογισμούς, που υποχρέωσε τη Σοβιετική Ένωση να προσπαθήσει να «απαντήσει» σε αυτή την κούρσα εξοπλισμών, κάτι που η προβληματική οικονομία της δεν άντεχε, όπως γρήγορα αποδείχτηκε... Όταν πια ο Ψυχρός Πόλεμος είχε κριθεί, με την κατάρρευση της «αυτοκρατορίας του κακού» (προσφιλής χαρακτηρισμός του Ρέιγκαν για τη Σοβιετική Ένωση, επίσης δανεισμένος από την κινηματογραφική σειρά), αποκαλύφθηκε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος είχε κατά βάση «επιστρατεύσει» παλιούς φίλους του, σεναριογράφους και παραγωγούς από το Χόλιγουντ, που συζητούσαν ατελείωτα σε μυστικές συναντήσεις και σχεδίαζαν ένα εξοπλιστικό - διαστημικό πρόγραμμα το οποίο βρισκόταν περισσότερο στη σφαίρα της φαντασίας... Όμως, η ενορχηστρωμένη μιντιακή προπαγάνδα συν τα αστείρευτα κονδύλια που διοχετεύτηκαν στις μεγάλες βιομηχανίες όπλων για δοκιμές συστημάτων που ήταν σε πειραματικό στάδιο έκαναν τη δουλειά τους...
Η "χρυσή" δεκαετία του '70
Είναι κοινός τόπος πλέον πως η δεκαετία του '70 ήταν η χρυσή περίοδος για την επιστημονική φαντασία στη μεγάλη οθόνη. Η «αφετηρία», λίγο νωρίτερα, ήταν το αριστουργηματικό «2001: Η Οδύσσεια του διαστήματος» (1968) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Μπορεί να μην είναι ευδιάκριτο, αλλά ο περφεξιονίστας Στάνλεϊ Κιούμπρικ συγκεράζει εκεί στοιχεία από την κουλτούρα της αμφισβήτησης και της ψυχεδέλειας των χρόνων του '60 με έναν πρωτότυπο υπαρξιακό στοχασμό, πέρα από τα σύνορα του ιστορικού χρόνου ή του γήινου περιβάλλοντος... Ακολούθησαν κάποιες παραγνωρισμένες μέχρι και σήμερα ταινίες, όπως το «Westworld» ή το «Logan's Run». Ο συγγραφέας Ρόμπερτ Χενλάιν είχε ορίσει, μάλλον συμβατικά, την επιστημονική φαντασία ως «ρεαλιστικό συλλογισμό σχετικό με πιθανά μελλοντικά συμβάντα, βασισμένα στη γνώση του πραγματικού κόσμου, του παρελθόντος και του παρόντος». Στο πιο "ερεθιστικό" παράδειγμα επιστημονικής φαντασίας, ο κορυφαίος συγγραφέας του είδους Φίλιπ Ντικ γράφει (στα χρόνια της μακαρθικής υστερίας) τον "Άνθρωπο στο ψηλό κάστρο", μια αλληγορία για την "επιστροφή" του ολοκληρωτισμού:
Οι Αμερικανοί έχουν χάσει τον B' Παγκόσμιο Πόλεμο και τώρα βρίσκονται υπό κατοχή. Η ναζιστική Γερμανία κατέχει την Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ, οι Ιάπωνες τη Δυτική. Η δουλειά έχει νομιμοποιηθεί ξανά. Στην Αφρική οι Γερμανοί έχουν δώσει "οριστική λύση" εξολοθρεύοντας τον ντόπιο πληθυσμό, στη Μεσόγειο έχουν κάνει τεράστια έργα αποστράγγισης για να την καλλιεργήσουν (!) και έφτασαν μέχρι τον πλανήτη Άρη με "άρειους" άποικους...
Αυτή η «χρυσή» περίοδος για την επιστημονική φαντασία στη μεγάλη οθόνη κλείνει τυπικά με ένα μεταφουτουριστικό αριστούργημα, το «Blade Runner» (1982) του Ρίντλεϊ Σκοτ, με τη νεονουάρ μυθολογία της ταινίας να πηγάζει από τις βουτηγμένες στη μελαγχολία σελίδες του Φίλιπ Ντικ. Στο παρηκμασμένο Λος Άντζελες, με την όξινη βροχή να διαβρώνει μέχρι τα βάθη της ψυχής, τα ανθρωποειδή δεν ξεχωρίζουν πια από τα ανθρώπινα όντα... Ο Χάρισον Φορντ με την καφέ καμπαρντίνα είναι ο ντέτεκτιβ που τα κυνηγάει ή μήπως ο κυνηγός είναι, τελικά, και ο ίδιος θήραμα για κάποιον άλλον; Ποιος είναι ο θνητός και ποιος διεκδικεί μια παράταση χρόνου, έναν έρωτα κι ένα τελευταίο ταξίδι πέρα από τα σύννεφα της ατμοσφαιρικής μόλυνσης;