Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Μια από τις αισθητές απουσίες του παρελθόντος Σεπτεμβρίου ήταν εκείνη του τακτικού αφιερώματος στη Μαρία Κάλλας που κάθε χρόνο διοργάνωναν στο Ηρώδειο οι Εστιάδες της, Άννα Κουκουράκη και Λούλη Ψυχούλη, με λειτουργικό πλαίσιο το δικό τους ήδη 38χρονο Διεθνές Καλλιτεχνικό Κέντρο «Ατενέουμ». Ήταν μια περίσταση που στοιχημάτιζες με μαθηματική ακρίβεια πως δεν θα διακινδύνευε στο ελάχιστο την προσωπικότητα και την υστεροφημία της πριμαντόνας, με τον τρόπο μάλιστα που αυτό έγινε αυτόν τον Σεπτέμβριο και από τον οποίο λάβαμε αποστάσεις από τη στήλη αυτή. Η επιβίωση του «Ατενέουμ» είχε αποβεί το έσχατο στοίχημα για τη Λούλη Ψυχούλη, σε βαθμό ώστε πολλοί να την ταυτίζουν πλέον με αυτή την τρόπον τινά διοικητική της δράση, που χάρισε ωστόσο επί σειράν ετών γενναιόδωρη στήριξη σε πάμπολλους νέους καλλιτέχνες και διεθνούς εμβέλειας «γκραν πρι» πιάνου και τραγουδιού στην Αθήνα από επιτροπές που προκαλούσαν ίλιγγο με τη συχνά μυθική ποιότητα των καλλιτεχνών που τις συγκροτούσαν. Ο αγώνας φυσικά, όπως και για πολλούς σημαντικούς μουσικούς θεσμούς της χώρας μας, ήταν και παραμένει άνισος. Η δε κόπωση ήταν ορατή στο εκφραστικό πρόσωπο της Λούλης την τελευταία φορά που σφίξαμε τα χέρια ανταλλάσσοντας, όπως συνήθως, περισσότερα με το βλέμμα παρά με τις λέξεις. Δεν γνωρίζουμε πόσο συνέτεινε η απογοήτευση αυτή στην τόσο αιφνίδια για πολλούς μας εκδημία αυτής της Κυρίας με την ανδρική αμφίεση, τους χαμηλούς τόνους, την οικονομία των λόγων και την μέχρι αυτοαναίρεσης σεμνότητα. Δική μας ελάχιστη υποχρέωση, ωστόσο, αποτελεί η υπενθύμιση της παρακαταθήκης που αφήνει η Ψυχούλη ως βαθιά συνειδησιακό πρόσωπο στη μίζερη ελληνική μουσική ζωή των πάσης φύσεως άμουσων πολιτικών και εν γένει διοικητικών διαχειριστών της.
Σε μιαν εποχή, λοιπόν, που η Simone Young διαφεντεύει καλλιτεχνικά την ιστορική Όπερα του Αμβούργου και ηχογραφεί κύκλο συμφωνιών του Μπρούκνερ και η Marin Alsop συνεγείρει τα BBC Proms του Λονδίνου και διατρέχει την υφήλιο με συναυλίες και δίσκους, είναι απαραίτητο να υπογραμμίσουμε τη σημασία της Ψυχούλη ως πρώτης γυναίκας που έγινε γνωστή ως αρχιμουσικός στην Ελλάδα, όχι επειδή απλώς το «δήλωσε», αλλά γιατί διέθετε σοβαρές εκπαιδευτικές περγαμηνές και, το σημαντικότερο, ανέλαβε το προσωπικό κόστος να αντιταχθεί σε κοινωνικές προκαταλήψεις που ήθελαν το συγκεκριμένο métier αποκλειστικά ανδρικό προνόμιο. Η δική της δημόσια παρουσία, λοιπόν, άνοιξε και στη χώρα μας τον δρόμο σε μια σειρά νεότερών της γυναικών που επιδίδονται με επιτυχία σε αυτή τη δραστηριότητα, όπως πλέον και στην αλλοδαπή.
Όπως βεβαίως συνέβη και με εξίσου πρωτοπόρες ομολόγους της ανά την υφήλιο (ενδεικτικά αναφέρονται η Dalia Atlas, η Eve Queler και η Sarah Caldwell), η Ψυχούλη δεν πραγματοποίησε το πλήρες ανάπτυγμα των προσδοκιών της ως αρχιμουσικού. Και αυτό παρά τις αξιόλογες σπουδές της (μαθήτευσε πλάι σε μια θηριώδους θεσμικού κύρους φυσιογνωμία, όπως η επίφοβη για την αυστηρότητά της πιανίστα Marguerite Long και ο μαθητής της Jacques Février, εκείνος στον οποίο ο ίδιος ο Ραβέλ εμπιστεύθηκε τη γαλλική πρεμιέρα του κονσέρτου του pour la main gauche!) και παρά το γεγονός ότι ερμήνευσε μεγάλα έργα σε ιστορικούς χώρους. Η μνήμη ανακαλεί ενδεικτικά τη «Μεγάλη» ημιτελή λειτουργία του Μότσαρτ υπό τη δική της αυστηρή, έως και σκυθρωπή, μουσική διεύθυνση, οι σημειώσεις μας υπομιμνήσκουν τη σφοδρότητα της διεύθυνσής της στο γ' μέρος του 3ου κοντσέρτου του Μπετόβεν σε συναυλία του έτους 1998, ενώ η δισκογραφική κυκλοφορία ενός έργου όπως το Ρέκβιεμ του Βέρντι επιβεβαιώνει τις ικανότητές της σε παρόμοιας απαιτητικής κλίμακας έργα. Ας είναι! Από την επικράτεια της αδιατάρακτης αρμονίας, που την έχει πλέον υποδεχθεί, είμαστε βέβαιοι ότι η Λούλη Ψυχούλη θα γεύεται την ικανοποίηση από την πλήθυνση των γυναικών που ακολούθησαν το παράδειγμά της και αυτών που θα το εμπλουτίσουν στο μέλλον, παρακολουθώντας, όπως και εν ζωή, χωρίς αξιώσεις δικής της προβολής, την ακάθεκτη πλέον πρόοδό τους. Έτσι όπως ταιριάζει στους πραγματικούς και σημαντικούς σκαπανείς της πρωτοπορίας, που μόνον τους ανίδεους εκπλήσσουν με την ταπεινότητά τους.