Ο Κώστας Λειβαδάς γιόρτασε τα δεκαοκτώ χρόνια δημιουργικής παρουσίας του στη σημερινή ελληνική μουσική σκηνή κυκλοφορώντας πρόσφατα ένα διπλό CD με τίτλο 18 Χρόνια Δρόμος. Στα τριάντα οκτώ τραγούδια του περιλαμβάνονται βέβαια τα περισσότερα από τα γνωστά του αλλά και αρκετά που αγαπά ιδιαίτερα συν τρία καινούργια που ερμηνεύει ο ίδιος (τα δύο ντουέτο αντίστοιχα με τη Μελίνα Ασλανίδου και τη Μαριάννα Πολυχρονίδη), ενώ βέβαια συμμετέχει μια πλειάδα ονομάτων που έχουν τραγουδήσει κομμάτια του, συγκεκριμένα οι Γιώργος Δημητριάδης, Ελένη Τσαλιγοπούλου, Μανώλης Λιδάκης, Σταύρος Λογαρίδης, Ανδριάνα Μπάμπαλη, Γιάννης Κότσιρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Βασίλης Σκουλάς, Νίκος Πορτοκάλογλου, Μίλτος Πασχαλίδης, Γιώτα Νέγκα, Σταμάτης Κραουνάκης, Μπάμπης Στόκας, Γιώργος Ρωμανός, Ελεωνόρα Ζουγανέλη και Διονύσης Σαββόπουλος. Αυτή η κυκλοφορία ήταν η αφορμή για μια εγκάρδια συνομιλία με τον σαρανταδυάχρονο δημιουργό και, για άλλη μια φορά, αποκομίσαμε την αίσθηση ότι πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους που επενδύουν τόσα στο έργο τους ώστε αυτό να μην είναι απλώς λίαν προσωπικό, ακόμα και βιωματικό. Η σχέση του Κώστα Λειβαδά με τα τραγούδια του είναι σχεδόν... σωματική ήδη από τη στιγμή που τα γράφει και εξακολουθεί να είναι τέτοια και αυτό ακριβώς είναι τελικά που τον διαφοροποιεί από τους περισσότερους άλλους...
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
* Ο τίτλος τού CD είναι βέβαια προφανής αλλά εύλογη, νομίζω, είναι και η ερώτηση γιατί δεν το κάνατε, για παράδειγμα, σε δύο χρόνια, όταν θα συμπληρώνατε εικοσαετία, αλλά στα δεκαοκτώ χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου σας.
Αυτή την απορία, είτε την εκφράζουν είτε όχι, την έχουν πολλοί, ορισμένοι πιο φιλύποπτοι μάλιστα ίσως και να φαντάζονται ότι είμαι και εγώ ένας από τους πολλούς των επετείων, των εορτασμών κ.λπ., με μόνο σκοπό βέβαια το οικονομικό κέρδος. Φαίνεται όμως ότι δεν γνωρίζουν ή υποκρίνονται ότι ξεχνούν κάποιες πολύ βασικές λεπτομέρειες, όπως το πως, πέρα από το ότι δεν είμαι καθόλου των δημοσίων σχέσεων, σε πλήρη αντίθεση με τους περισσότερους συναδέλφους μου που κυκλοφορούν ανάλογη συλλογή, έχω έναν πολύ μικρό αριθμό των τραγουδιών μου στους δικούς μου δίσκους σε σχέση με τα τόσα που οι καλοί φίλοι και φίλες μου με τίμησαν ερμηνεύοντάς τα και βρίσκονται σε δικούς τους δίσκους. Η σκέψη γι' αυτή τη συλλογή υπήρχε ήδη εδώ και πέντε χρόνια και ξεκίνησε από πολλούς που μου ζητούσαν να υπάρξει, ανάμεσα τους και ραδιοφωνικοί παραγωγοί που ήθελαν να έχουν όλα αυτά τα τραγούδια συγκεντρωμένα κάπου και χωρίς στην αρχή να με έχει ενθουσιάσει και τόσο η ιδέα. Σιγά - σιγά όμως άρχισα να νιώθω την ανάγκη να συγκεντρώσω όλο αυτό το υλικό και όταν πλέον έγινε επιτακτική, δεν μπορούσα παρά να το κάνω, αδιαφορώντας για το αν θα συνέβαινε σε «στρογγυλό» αριθμό ετών. Φυσικά, έμειναν από έξω πολλά τραγούδια που θα ήθελα να υπάρχουν, μόνο με την Ελένη Τσαλιγοπούλου έχουμε κάνει τόσα που αυτά που συμπεριλήφθηκαν με δυσκολία τα αντιπροσωπεύουν, αν ήταν στο χέρι μου θα ήταν τριπλό CD, αλλά αυτό φυσικά είναι ανέφικτο, ειδικά σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς. Πέρα από αυτό όμως, δεν σου κρύβω ότι είμαι πολύ ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα, για το ότι τελικά υπάρχει αυτό το CD, μπορώ να το προτείνω ανεπιφύλακτα ή ακόμα και να το κάνω δώρο σε κάποιον, κάτι που δεν ισχύει για τους δικούς μου δίσκους καθώς είναι υπερβολικά... απαισιόδοξοι (γέλια). Οσο για τον τίτλο, τα δεκαοκτώ είναι για μένα μια σημαδιακή, καθοριστική ηλικία, είναι η στιγμή στη ζωή του ανθρώπου που περνάει στην ωριμότητα, με όλες τις δυνατότητες ανοιχτές μπροστά του αλλά και τη μεγάλη ευθύνη τού ποιες από αυτές να επιλέξει. Και καθώς, εκτός από το ότι δεκαοκτώ ήταν τα χρόνια που συμπλήρωνα, συνέβησαν πολλά σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο την τελευταία πενταετία, που όχι μόνο με επηρέασαν πάρα πολύ αλλά και σε ένα βαθμό με άλλαξαν, ο τίτλος είναι ιδιαίτερα συμβολικός. Με αυτόν θέλω να πω ότι κλείνει ένα κεφάλαιο αλλά σίγουρα αρχίζει ένα άλλο...
* Ακούγοντας όλα αυτά τα τραγούδια ξανά, το ένα μετά το άλλο και μάλιστα με χρονολογική σειρά, ήταν αδύνατο να μην παρατηρήσω -και περισσότερο, αναμφίβολα, από κάθε άλλη φορά- ότι το έργο σας έχει δύο απολύτως διακριτές πλευρές. Από τη μια είναι τα πιο κοντά στη ροκ φόρμα τραγούδια που κρατάτε για τον εαυτό σας ή δίνετε σε λίγους άλλους και από την άλλη τα, περισσότερο ή λιγότερο αμιγώς, λαϊκά που γράφετε για τους περισσότερους...
Ναι, όντως, μουσικά τουλάχιστον, η καρδιά μου είναι... αλλήθωρη, όπως λέει και ο τίτλος του τελευταίου δίσκου του αγαπημένου μου Keith Richards! Και αυτό οφείλεται στο ότι μεγάλωσα σε ένα σπίτι στο οποίο υπήρχαν δύο αντίθετοι μουσικοί «πόλοι», από τη μία η μητέρα μου, που αγαπούσε πολύ τη διεθνή μουσική στο σύνολό της και πολύ επιλεκτικά τις κλασικές περιπτώσεις της ελληνικής, Θεοδωράκη και Χατζιδάκι δηλαδή, και από την άλλη ο πατέρας μου, που ήταν αυστηρά του λαϊκού τραγουδιού και του μπουζουκιού. Μεγάλωσα λοιπόν όχι διχασμένος αλλά αγαπώντας εξίσου και τα μεν και τα δε, αν και η ροκ πλευρά ενισχύθηκε κατά πολύ όταν ο κατά εννέα χρόνια μεγαλύτερος αδελφός μου ανακάλυψε το punk και το new wave, τις τότε κυρίαρχες μορφές του rock δηλαδή, και με μύησε και εμένα σχεδόν αμέσως σε αυτές. Δεν είναι συμπτωματικό άλλωστε ότι, παρ' όλες τις κλασικές σπουδές μου στο πιάνο και τα θεωρητικά, η ενεργός ενασχόλησή μου με τη μουσική ξεκίνησε με rock συγκροτήματα της Κυψέλης όπου κατοικούσε τότε η οικογένειά μου. Στη συνέχεια, ήρθαν ακόμα περισσότερα πράγματα, πριν από όλα η κρητική μουσική, καθώς από εκεί κατάγεται η οικογένειά μου -η αγαπημένη μου μάλιστα πόλη είναι τα Χανιά- και συνέχεια προστίθενται καινούργια και από παντού καθώς είμαι φανατικός ακροατής μουσικής, είμαι από τους ελάχιστους που εξακολουθώ να αγοράζω συστηματικά δίσκους! Το βασικό δίπολο όμως, βέβαια, ήταν πάντα και παραμένει rock και καλή ελληνική μουσική και αναπόφευκτα αυτό εκφράζεται στα τραγούδια μου, απολύτως διαχωρισμένα τις περισσότερες φορές, αν και συχνά στοιχεία από το ένα εισχωρούν στο άλλο.
* Ακούγοντας πάλι, μετά από αρκετά ομολογουμένως χρόνια, το ομότιτλο τραγούδι του πρώτου σας δίσκου, το "Κάθε μπαλκόνι έχει άλλη θέα", με εντυπωσίασε το πώς περιγράφατε μια κοινωνική πραγματικότητα και έναν τρόπο ζωής που τότε είχε μόλις αρχίσει να εμφανίζεται και σήμερα, δεκαοκτώ χρόνια μετά, δυστυχώς κυριαρχεί πλέον σχεδόν απόλυτα. Πέρα φυσικά από τη συναισθηματική αξία που έχει για εσάς ιδιαίτερα αυτό το τραγούδι και βέβαια τη μουσική του, εξακολουθούν να σας αντιπροσωπεύουν και οι στίχοι του;
Φυσικά και ναι, το τραγούδι αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για μένα και όχι μόνο συναισθηματικά, δεν έπαψα ποτέ να το λέω στις συναυλίες μου και ούτε θα πάψω, κάνοντας βέβαια ενορχηστρωτικούς και ερμηνευτικούς πειραματισμούς μαζί του. Εκτός από τα πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία που περιλαμβάνει, το σπίτι με τα πολλά μπαλκόνια, ας πούμε, το οποίο αναφέρεται είναι της θείας μου στα Χανιά όπου κατοικούσαν τρεις διαφορετικές οικογένειες, όντως περιγράφει μια κατάσταση που είχα αρχίσει να βιώνω στη δουλειά που έκανα τότε και σήμερα είναι πλέον καθεστώς. Γι' αυτό και έχω αλλάξει πια τον στίχο «ένα ταξί που σε πηγαίνει στη δουλειά» σε «μια γραμμή που σε πηγαίνει στη δουλειά». Και με τη γραμμή δεν εννοώ τόσο τη γραμμή τού μετρό όσο τη γραμμή, την κατεύθυνση ενός σχεδόν ρομποτικού τρόπου σκέψης και ζωής που μας έχει επιβληθεί...
* Δεν έχετε μεν γράψει πολλά «καθαρά» κοινωνικού περιεχομένου τραγούδια, αλλά νομίζω ότι ο τρόπος που χρησιμοποιείτε το ερωτικό τραγούδι συνιστά ένα είδος πολιτικής θεώρησης, κάνω λάθος;
Καθόλου! Πρέπει να πω βέβαια εδώ ότι από το 2006 και μετά η πλειονότητα των τραγουδιών που γράφω είναι κοινωνικού περιεχομένου. Δεν έχεις όμως καθόλου άδικο, πραγματικά πιστεύω ότι ο έρωτας μπορεί να είναι και πράξη αντίστασης, το έχω πει άλλωστε και ξεκάθαρα με το «Δώσε την ψήφο σου στον διπλανό σου» από το soundtrack του Πρώτη φορά νονός. Πιστεύω ότι ο έρωτας είναι πράξη αντίστασης γιατί με το να στραφούμε στις έσωθεν αξίες μας, με το να ξαναβρεί καθένας μας τον εαυτό του, θα μπορέσουμε και ως κοινωνία να αφήσουμε πίσω μας το συλλογικό παρελθόν μας, καλό, κακό, άσχημο, δεν έχει σημασία αλλά πρέπει επιτέλους, επείγει να το αφήσουμε. Γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να προχωρήσουμε προς τα εμπρός και δεν μπορούμε να το αναβάλλουμε άλλο, έχει φτάσει η στιγμή να το κάνουμε...
Μια απλή, ρεαλιστική διαπίστωση, που τουλάχιστον προσωπικά δεν θα μπορούσαμε να προσυπογράψουμε περισσότερο...