Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Η μετάβαση από τον κεντροευρωπαϊκό Βορρά του βαυαρικού Μπαϋρώιτ στον μεσογειακό Νότο του νοτιοϊταλικού Πέζαρο αποτελεί πάντοτε εμπειρία ειδικής τάξεως και προσαρμογής. Αφήνοντας πίσω την αχλή των μύθων της Εσπερίας αφικνείσαι στην επικράτεια του φωτός που ενσάρκωσε ιδεοτυπικά στη ζωή και την τέχνη του ο Ροσσίνι. Αν και εν πολλοίς «μεταβατικό», το Φεστιβάλ Ροσσίνι της φετινής περιόδου μάς φάνηκε το ίδιο πλούσιο, αν όχι πλουσιότερο από εκείνο της παρελθούσας σαιζόν. Ίσως επειδή προερχόμασταν από μιαν Ελλάδα αγωνιούσα και τεταπεινωμένη, πραγματική έρημο του πολιτισμού. Ίσως πάλι επειδή η ανάληψη του πηδαλίου του από τον παλαίμαχο μπελκαντίστα τενόρο Ernesto Palacio (Ερνέστο Παλάθιο) στη διαδοχή του αποχωρούντος Gianfranco Mariotti (Τζανφράνκο Μαριόττι) δεν μοιάζει να κρύβει κινδύνους ανατροπής στον τρόπο προσέγγισης της θεματικής ενός καθιερωμένου πλέον θεσμού, όπως είναι η μονοθεματική αυτή διοργάνωση. Η στρατολόγηση του Περουβιανού, εξάλλου, εγγυάται τη συνεχή επάνοδο του ισόβιου μαθητή του, του Juan Diego Flórez (Χουάν Ντιέγκο Φλόρες), στις εκδηλώσεις, με πρώτη εκείνην που μάς υποδέχθηκε στην Αδριατική Αρένα της παραλιακής λουτρόπολης το απομεσήμερο της 17ης Αυγούστου.
Πραγματικό συλλεκτικό απόκτημα αποδείχθηκε αυτή η συναυλία που επανέφερε στην ερμηνευτική πρακτική τη λησμονημένη νεανική λειτουργία, γνωστή ως Messa di Gloria, που ο ήδη καταξιωμένος στη Νάπολη Ροσσίνι συνέθεσε για συναυλία που παρακολούθησε ο Φερδινάνδος Δ' των δύο Σικελιών και σύσσωμη η παρθενώπεια Αυλή, εκδήλωση τη θετική υποδοχή της οποίας διέσωσε παρεμπιπτόντως ο πατέρας του νεαρού, αντιγράφοντας ιδιοχείρως ευμενή σχολιασμό εφημερίδας της εποχής. Η διμερής, ωριαίας διάρκειας σύνθεση προβλέπει εκτεταμένη και δεξιοτεχνικών απαιτήσεων συμμετοχή για τον πρώτο τενόρο (Gratias, Qui tollis), ευκαιρία στην οποία ανταποκρίθηκε εκστατικά ο Φλόρες, συμπεριλαμβανομένου και του συνδυασμού του, στο Christe eleison, με τον επίσης Περουβιανό, μαθητή και ομότεχνό του, Dempsey Rivera (Ντέμσυ Ριβέρα). Έργο μελοδραματικής υφολογίας, η Λειτουργία (1820) δεν υποτιμά σε απαιτήσεις τη λοιπή διανομή. Η υψίφωνος Jessica Pratt (Τζέσσικα Πρατ) έλαμψε σ' ένα ουράνιο Laudamus, καθώς και στο τρίο Domine Deus, σε πλήρη αρμονία με την μεσόφωνο Victoria Yarovaya (Βικτόρια Γιαροβάγια) και τον βαθύφωνο Mirco Palazzi (Μίρκο Παλάτσι), συντελεστή ενός μελωδικού Quoniam. Τους σολίστ, τη χορωδία του Δημοτικού Θεάτρου της Μπολόνιας και την τοπική Φιλαρμονική «Τζοακίνο Ροσσίνι» οδήγησε με αμφιλεγόμενο βάρος αλλά αδιαφιλονίκητο κύρος ο urbi et orbi ήδη επαρκώς διακεκριμένος Donato Renzetti (Ντονάτο Ρεντσέτι) και στο δεύτερο μέρος, που απάρτιζαν -επίσης ανυπέρβλητες για το προβλέψιμο μέλλον- εκτελέσεις νεανικότατων έργων, όπως οι καντάτες «Ο θάνατος της Διδούς» (ατρόμητη και μεγαλοπρεπής Πραττ) και «Ο κλαυθμός της Αρμονίας επί τω θανάτω του Ορφέως», με τον Φλόρες και την ανδρική χορωδία σε μιαν απολαυστική αντιποίηση του ασθενούς φύλου.
Εξαιρετικής ποιότητας ερμηνευτικές επιδόσεις απολαύσαμε και στην ακουστική θαλπωρή του Τεάτρο Ροσσίνι από 2 ραγδαία ανερχόμενους λυρικούς καλλιτέχνες, την υψίφωνο Olga Peretyatko (Όλγκα Περετυάτκο, 19.08.15) και τον ναπολιτάνο βαρύτονο Nicola Alaimo (Νικόλα Αλάιμο, 21.08.15) επίσης σε απογευματινά ρεσιτάλ. Έχοντας μόλις κυκλοφορήσει το πρώτο της ρεσιτάλ Ροσσίνι για τη SONY, η δι' επιγαμίας πολιτογραφημένη στο Πέζαρο Ρωσίδα επέλεξε να φωτίσει συναυλιακά τη δική της εθνική προέλευση μέσα από άριες και μελωδίες των Γκλίνκα, Ρίμσκυ - Κόρσακωφ και Ραχμάνινωφ, προτού ολοκληρώσει το επίσημο μέρος του προγράμματός της με μέρη από το «Ταξίδι στη Ρενς» και τη «Σεμίραμι» του τιμώμενου Ροσσίνι. Ροσσίνι περιελάμβαναν και τα πολυάριθμα ανκόρ της καλλιτέχνιδας ("Κουρέας της Σεβίλλης", "Τούρκος στην Ιταλία"), αλλά και το βαλς από την αγαπημένη όπερα «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» του Γκουνώ, ενώ αναγνωρίσαμε και τη σαγηνευτική Villanelle του Dell' Aqua.
Με αναφορές στη ναπολιτάνικη καταγωγή του εγκαινίασε το ρεσιτάλ του ο Αλάιμο, περνώντας από την έντεχνη (Μασκάνι, Τόστι) και τη λαϊκότροπη μελωδία (Ντέντσα, Γκασταλντόν) στην όπερα, από τον Ρικάρντο των «Πουριτανών» και τον Σεβέρο του «Πολιούτο» μέχρι τους κατά Βέρντι Ιάγο και Φάλσταφ, αλλά και μέρη από τους γαλλόφωνους «Γουλιέλμο Τέλλο» και «Δον Κιχώτη», προτού αποδείξει και το πιανιστικό του ταλέντο στα ανκόρ κλέβοντας τη δόξα του ακομπανιατέρ του Richard Barker (Ρίτσαρντ Μπάρκερ) και συνοδεύοντας εαυτόν σ' ένα συγκινητικό Marecchiare.
Ballabili από τον «Γουλιέλμο Τέλλο» εγκαινίασαν και την ακροτελεύτια συναυλιακή εκδήλωση του Φεστιβάλ, που παραδοσιακά αναμεταδίδεται στην κεντρική Piazza del Popolo του Πέζαρο και συνήθως περιλαμβάνει θρησκευτικό έργο του Ροσσίνι, αυτή τη φορά το οικείο μας Stabat Mater. Με ένα ισορροπημένο φωνητικό κουαρτέτο στη διάθεσή του (Yolanda Auyanet, Anna Goryachova, René Barbera, Nicola Ulivieri) και επικεφαλής των γνώριμών του χορωδιακών και ορχηστρικών συνόλων του Κομουνάλε της Μπολόνια, ο μαέστρος Michele Mariotti (Μικέλε Μαριόττι) προσπόρισε τη μεγαλύτερη δυνατή συνεκτικότητα και δύναμη σε αυτήν την ετερόκλητη αλλά ενδιαφέρουσα καταχώριση της εργογραφίας ενός συνθέτη που δεν παύει να εκπλήσσει με τη συνεχή ανακάλυψη του αισθητικού του ιδιώματος.