Συνέντευξη στον Σπύρο Κακουριώτη
Θεωρείται ένας από τους πλέον ταλαντούχους σκηνοθέτες της γενιάς του. Ήδη, στα 27 του χρόνια, έχει σκηνοθετήσει στην Επίδαυρο, στο Εθνικό Θέατρο, στη Στέγη, έχει παρουσιάσει παραστάσεις του στο Φεστιβάλ της Αβινιόν κ.α. Ο Δημήτρης Καραντζάς μοιάζει να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα στον χώρο της σκηνής: μόνο φέτος σκηνοθετεί τρεις παραστάσεις, κάτι που, από τη μια, τον ικανοποιεί, από την άλλη, όμως, τον προβληματίζει. Ο χρόνος για αναστοχασμό, για περισσότερη και εις βάθος μελέτη των εργαλείων του δεν επαρκεί, μας λέει, στη συζήτηση που είχαμε μαζί του, με την ευκαιρία της αυριανής του πρεμιέρας.
Στην πρώτη του φετινή δουλειά καταπιάνεται με ένα έργο που αγαπά πολύ, το μονόπρακτο του Πίντερ Τέφρα και σκιά. «Μου το είχε δώσει μια φίλη, ως υπόδειγμα μετάφρασης, και έκτοτε το διάβαζα συνέχεια. Είναι ιδιαίτερα μικρό, αλλά ο ρυθμός του είναι ιδιοφυής. Αν και θεωρείται δύσκολο, δυσνόητο, πάνω μου είχε άμεση επίδραση».
Πρόκειται για ένα έργο που πάνω του πέφτει βαριά η σκιά του Λευτέρη Βογιατζή και της παράστασής του, το 2000, μαζί με τη Ρένη Πιττακή, στο Θέατρο Κυκλάδων. Ρωτάω τον Δ. Καραντζά αν είχε προλάβει να δει εκείνο το ανέβασμα. «Όχι. Είχα βέβαια μιλήσει με ανθρώπους που το είχαν δει, διάβασα σχετικές συνεντεύξεις, είδα τις φωτογραφίες του σκηνικού, όταν είχα έρθει σε πρώτη επαφή με το κείμενο. Τώρα όμως, συνειδητά αποφάσισα να μην ψάξω προς αυτήν την κατεύθυνση». Το προσεγγίζω με την αδυναμία που του έχω συμπληρώνει...
Ένα σπίτι στην εξοχή...
«Το μονόπρακτο ξεκινά πολύ τυπικά, για να δημιουργήσει μια παράδοξη συνθήκη: Βράδυ καλοκαιριού, σε ένα τυπικό μεσοαστικό σπίτι, στον κήπο, ξεκινά μια συζήτηση για το παρελθόν μιας γυναίκας και τον υποτιθέμενο εραστή της, κάτι που δεν γνωρίζουμε αν ισχύει. Υπόγεια, ο άνδρας και η γυναίκα αρχίζουν να παίζουν διάφορους ρόλους, εναλλάσσοντας τη θέση του θύτη και του θύματος, του εξουσιαστή και του εξουσιαζόμενου. Σταδιακά έρχονται αντιμέτωποι με συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα: τα στρατόπεδα συγκέντρωσης».
Όλα αυτά, γράφει ο Πίντερ, συμβαίνουν «τώρα». «Πιστεύω πως αυτός ο δραματικός χρόνος αφορά το κάθε ‘τώρα'», λέει ο Δ. Καραντζάς. «Διότι το ερώτημα που θέτει ισχύει διαχρονικά, τουλάχιστον μετά τον πόλεμο: Πώς μπορείς να είσαι γνώστης αυτών των ανείπωτων φρικαλεοτήτων και να συνεχίσεις να ζεις;»
Για ποιες φρικαλεότητες όμως γίνεται λόγος; Η γυναίκα μιλά για τον υποτιθέμενο εραστή της. Εκεί που την πήγε «...ήταν κάτι σαν εργοστάσιο, φαντάζομαι...» «Πρόκειται για έμμεση αναφορά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης», λέει ο σκηνοθέτης. «Αποκαλύπτεται σταδιακά πως ο εραστής ήταν κάποιος που στις αποβάθρες των τρένων άρπαζε τα μωρά και τα εξαφάνιζε. Η Ρεβέκα, η ηρωίδα του Πίντερ, αφηγείται την ιστορία μιας άλλης γυναίκας, που λέει ότι είδε, με την οποία ξαφνικά ταυτίζεται, αρχίζοντας να μιλά σε πρώτο πρόσωπο».
«Ψυχική ελεφαντίαση»
Ουσιαστικά ο Πίντερ περιγράφει έναν άνθρωπο που, γνωρίζοντας όσα συνέβησαν, δεν μπορεί πλέον να ενταχθεί σε αυτήν την κοινωνία. «Το δικό μου ερώτημα», συνεχίζει ο Δ. Καραντζάς, «είναι πώς στεκόμαστε εμείς απέναντι σε όσα συμβαίνουν σήμερα; Η Ρεβέκα μιλά σε ένα σημείο για μια κατάσταση που αποκαλεί ψυχική ελεφαντίαση. Πράγματι, αν αρχίσεις να σκέφτεσαι αυτά τα ‘ανοίκεια κακά' και μπεις στη θέση αυτών των ανθρώπων, υπάρχει περίπτωση να μη βγεις ποτέ... Δεν θα μπορέσεις ποτέ πια να συνομιλήσεις με την καθημερινότητα».
Ουσιαστικά, οι δύο πιντερικοί ήρωες βρίσκονται μπροστά στο δίλημμα αν θα συνεχίσουν να ζουν με ή παρά τη γνώση όσων συνέβησαν. «Αυτό δεν είναι τόσο θεωρητικό όσο νομίζουμε», παρατηρεί ο σκηνοθέτης. «Γεννιέσαι μετά από μια εποχή όπου έχουν συμβεί όλες αυτές οι φρικαλεότητες και γίνεσαι κοινωνός παρόμοιων φρικαλεοτήτων. Πώς το διαχειρίζεσαι αυτό; Πραγματικά, δεν ξέρω».
Ο Δ. Καραντζάς μένει λίγο σκεπτικός και συνεχίζει: «Μάλλον οφείλεις να διατηρείς ισχυρά καταγεγραμμένη τη μνήμη, ώστε να ξέρεις τι συμβαίνει στο τώρα και να προσπαθείς να μην το προσπεράσεις. Να δώσω ένα παράδειγμα. Κάπου διηγείται η Ρεβέκα: ...είδα ένα ολόκληρο πλήθος, ανθρώπους που περνούσαν μεσ' απ' τα δάση, τραβώντας προς τη θάλασσα ... Και είδα όλους εκείνους τους ανθρώπους να προχωρούν και να μπαίνουν στη θάλασσα. Το νερό τούς σκέπασε αργά. Οι σάκοι τους χόρευαν στα κύματα. Στις πρόβες συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό είναι κάτι που έχει άμεση αναφορά και στο δικό μας παρόν. Το έργο δεν αναφέρεται μονάχα στο Ολοκαύτωμα. Μέσα από μια τεράστια συμπύκνωση διαχειρίζεται τον φασισμό, τη βία, τη μετανάστευση... Κι όλη αυτή η συζήτηση γίνεται μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον, με σοκαριστική ελαφρότητα στην αρχή, έως ότου πνιγούν από τη γνώση του παρελθόντος...».
Όπως και σε όλα τα έργα του Πίντερ, ο λόγος παίζει εδώ τον κυρίαρχο ρόλο; «Και η σιωπή, που λειτουργεί ως απόηχος πραγμάτων», τονίζει ο σκηνοθέτης. «Ο συγγραφέας αφήνει τον χώρο να διεισδύσεις στο έργο και μέσω της σιωπής: Ένας πολύ πυκνός λόγος, που καταλήγει σε μια φρικαλεότητα, και μετά η σιωπή, στην οποία βουλιάζουν οι δύο ήρωες. Αντιλαμβανόμενοι το βάρος της, προσπαθούν να ξαναβγούν στην επιφάνεια, κι αυτό δημιουργεί μια κίνηση συστολής και διαστολής, μέσα από την οποία συνομιλεί το έργο. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι σιωπές, θα ήταν ένα συνεχές καταγγελτικό κείμενο. Οι σιωπές τού δίνουν πολύ πιο ανθρώπινη υπόσταση».
Η κινησιολογία παίζει σημαντικό ρόλο στη δουλειά του Δ. Καραντζά. Πώς αντιμετωπίζει αυτόν τον σχεδόν «ακίνητο» διάλογο; «Δίνει μια ευκαιρία για έρευνα πάνω στην κίνηση σε ένα πολύ στατικό περιβάλλον. Ο άντρας περιφέρεται με μια κυκλωτική κίνηση γύρω από την γυναίκα που είναι διαρκώς καθισμένη σε μια καρέκλα και αντιδρά με αδιόρατες κινήσεις, από την τοποθέτηση του χεριού μέχρι την αλλοίωση του σώματός της εξαιτίας μιας συγκεκριμένης χειρονομία του άνδρα...»
Εξίσου καθοριστικό ρόλο παίζει το ηχητικό περιβάλλον. «Η προσπάθεια είναι να ξεφύγουμε από τον διπολικό διάλογο και μέσα σε αυτόν να ενταχθούν οι φωνές ενός περισσότερο οικουμενικού στοιχείου, δημιουργώντας μια ισχυρή επιπλέον διάσταση. Έτσι, για παράδειγμα, οι ήρωες προσπαθούν να διατηρήσουν την πολύ χαλαρή αστική συνθήκη, έρχεται απ' έξω ένας πολύ έντονος ήχος που τους επαναφέρει στο περιστατικό που προσπαθούν να διαχειριστούν. Γενικά, διαβάζοντας το κείμενο είχα συνέχεια την αίσθηση ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι μόνοι τους, ανάμεσά τους υπάρχουν πολλές ηχητικές περιοχές, με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι».
Κλείνοντας τη συζήτησή μας, ο Δ. Καραντζάς επιστρέφει στον πυρήνα της πιντερικής καταγγελίας, θυμίζοντας μια φράση της Ρεβέκας: «Εγώ ποτέ δεν έπαθα τίποτα. Ποτέ δεν έπαθε τίποτα κανένας φίλος μου. Ποτέ μου δεν υπέφερα εγώ. Ούτε οι φίλοι μου». Μέσα σε αυτήν τη φράση, λέει, «κρύβεται όλο το σύγχρονο μοντέλο του ανθρώπου, που συνεχίζει να ζει ανενόχλητος και να πηγαίνει με ευκολία παρακάτω. Αυτό καταγγέλλει ο Πίντερ, θυμίζοντάς μας με τα λόγια της ηρωίδας του: Δεν νομίζω πως μπορούμε να ξαναρχίσουμε από την αρχή... Δεν μπορούμε να ξαναρχίσουμε πάλι. Μπορούμε να ξανατελειώσουμε πάλι, δηλαδή να βρεθούμε και πάλι αντιμέτωποι και να αποδεχτούμε το βάρος μιας απαράγραπτης εμπειρίας. Κι όλα αυτά μέσα σε δεκαέξι μόλις σελίδες!»
info
ΤΕΦΡΑ ΚΑΙ ΣΚΙΑ του Χάρολντ Πίντερ. Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη. Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς. Σκηνογραφία - κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη. Ηχητική δραματουργία: Ανρί Κεργκομάρ. Ερμηνεία: Χρήστος Λούλης, Εύη Σαουλίδου. ΘΕΑΤΡΟ ΡΟΕΣ.