Τη γνωριμία με έναν ακόμη λησμονημένο καλλιτέχνη του ελληνικού Μεσοπολέμου, τον ζωγράφο και σχεδιαστή Δημήτρη Δάβη (1905-1973), επιτρέπει στο φιλότεχνο κοινό το Μουσείο Μπενάκη, όπου απόκειται το αρχείο του, με τη μεγάλη αναδρομική έκθεση που εγκαινιάστηκε χθες, στο κτήριο της οδού Πειραιώς, και θα διαρκέσει έως τις 29 Νοεμβρίου.
Για έναν ζωγράφο που είχε μια "άμεση, ακαριαία, αυτομάτως αισθητή σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, αλλά και τον μεσοπολεμικό γερμανικό εξπρεσιονισμό", έκανε λόγο ο Άγγελος Δεληβορριάς, επισημαίνοντας ταυτόχρονα το χιούμορ που διακρίνει την άλλη του δραστηριότητα, του σκιτσογράφου εφημερίδων, όπου κατορθώνει να "τσιμπά" τη στιγμή με κριτική διάθεση.
Ο Δημήτρης Δάβης σπούδασε αρχικά στην Αθήνα και στη συνέχεια στην Ακαδημία του Μονάχου, ενώ ταξίδεψε στα καλλιτεχνικά κέντρα της Ευρώπης και ήρθε σε επαφή με τα κινήματα της πρωτοπορίας. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα το 1929 και έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση (1932), έγινε "απόλυτα δεκτός", σύμφωνα με τον επιμελητή της έκθεσης Σπύρο Μοσχονά.
Από ιδιοσυγκρασία ήταν αρνητικός στην ατομική προβολή, επεσήμανε ο επιμελητής της Πινακοθήκης Γκίκα Κώστας Παπαχρίστου. Γι' αυτό συμμετείχε στην Ένωση Ελεύθεροι Καλλιτέχναι, καθώς πίστευε πως το έργο του έπρεπε να κρίνεται από τους ομοτέχνους του.
Μοναχικός από ιδιοσυγκρασία, μεταπολεμικά αποστασιοποιείται και "από την ευρωπαϊκή τέχνη στράφηκε στο ελληνικό τοπίο", συμπλήρωσε ο Σπ. Μοσχονάς, ενώ, "λόγω και προβλημάτων υγείας, εγκατέλειψε τη ζωγραφική χάριν της εικονογράφησης". Είναι χαρακτηριστικό πως η δεύτερη και τελευταία ατομική του έκθεση έγινε το 1952.
Στην έκθεση συμπεριλαμβάνονται ελαιογραφίες, σχέδια, χαρακτικά, προσχέδια εικονογραφήσεων και πολλές από τις εκδόσεις που διακόσμησε με τα σχέδιά του, που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το μεγαλύτερο μέρος προέρχεται από το αρχείο του, καθώς και από την Εθνική Πινακοθήκη, στην οποία είχε οργανωθεί το 1974 η πρώτη αναδρομική έκθεση έργων του Δάβη.
Σ.Κ.