Live τώρα    
Φίλιππος Κουτσαφτής για το "Αρκαδία χαίρε": / "Ρίχνω μια μποτίλια στο πέλαγος"
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Φίλιππος Κουτσαφτής για το "Αρκαδία χαίρε": / "Ρίχνω μια μποτίλια στο πέλαγος"

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ

Η φωνή τού σκηνοθέτη ακούγεται σαν σχόλιο, πάνω στις εικόνες της οθόνης: «Η Αρκαδία αρχίζει άγνωστο πότε. Η δική μας προσπάθεια δεν είναι παρά στιγμές πάνω στην ατέλειωτη γραμμή του χρόνου. Σαν ένα βλέμμα, σαν ένα καρέ, σαν ένα κεραμικό όστρακο, ένα θραύσμα». Σχεδόν 15 χρόνια μετά την «Αγέλαστο πέτρα», ο Φίλιππος Κουτσαφτής επιστρέφει με το «Αρκαδία χαίρε», αποτέλεσμα δουλειάς έξι χρόνων - έστω κι αν ο ίδιος σπεύδει να διευκρινίσει πως «δεν ήταν καθημερινή η ενασχόληση με τη συγκεκριμένη ταινία. Έχω την τάση να δουλεύω διαφορετικά θέματα ταυτόχρονα».

* Γιατί η Αρκαδία;

Πρόκειται για έναν τόπο με τεράστια Ιστορία, με μύθους, με αδιάλειπτη παρουσία, «απλωμένη» μέσα στον χρόνο. Ο μύθος της "ευδαίμονος Αρκαδίας" ήρθε από τη Δύση...

* Δουλεύετε στις ταινίες σας με μια αντιπαράθεση του παρελθόντος ως προς το παρόν ή, σε άλλα σημεία, με σύζευξη, «πάντρεμα» του ιστορικού παρελθόντος με το σήμερα... Τα απομεινάρια κάποιου αρχαίου ναού στο προαύλιο μιας εκκλησίας, οι τελετουργίες των αρχαίων Αρκάδων κόντρα στα νεοφανή «δημοτικά» πανηγύρια με τις ηλεκτρικές ορχήστρες και τους ενισχυτές έντασης...

Με ενδιαφέρει η ταυτότητα ενός τόπου, αυτός είναι ο στόχος μου. Υποχρεωτικά, διευρύνω το πεδίο με το οποίο καταπιάνομαι. Αυτό προϋποθέτει έρευνα, έρευνα, έρευνα...

* ... Αλλά και ευαισθησία. Στην προβολή της ταινίας, σε κάποια στιγμή, μια κυρία κοντά σε μένα αναφώνησε αυθόρμητα. «Αχ, έχει μεγάλη ευαισθησία αυτός ο άνθρωπος» - και εννοούσε βέβαια εσάς...

Προσπαθώ να δω έναν τόπο όχι περιγραφικά, αλλά να συνθέσω την εικόνα του με μικρές ψηφίδες, από το παρελθόν αλλά και από το σήμερα...

* Θα έλεγα ότι σε σχέση με την «Αγέλαστο πέτρα», την οποία βαραίνει μια έντονη θλίψη και απογοήτευση για τη σημερινή κατάσταση της Ελευσίνας, στο «Αρκαδία χαίρε» υπάρχει μια περισσότερο ποιητική, ίσως και ευφρόσυνη ματιά...

Η καταστροφή στο περιβάλλον, στους χώρους της Ελευσίνας είναι εκτεταμένη κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να σε αφήσει αδιάφορο. Ωστόσο, και στην Αρκαδία είναι φανερή η εγκατάλειψη, ιδιαίτερα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Η εγκατάλειψη μιας περιοχής από τους ανθρώπους της σημαίνει ότι δεν υπάρχει παραγωγή, παραγωγικός ιστός κι αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην υπάρχει ούτε πολιτισμός... Όλα συνδέονται...

* Πώς βλέπετε το «κινηματογραφικό τοπίο» στη σύγχρονη Ελλάδα της κρίσης;

Από τη μια μεριά η τεχνολογία έχει μειώσει το κόστος παραγωγής, από την άλλη υπάρχουν προβλήματα στη χρηματοδότηση των ταινιών αλλά και στη διανομή. Το ελληνικό ντοκιμαντέρ είναι ένα προϊόν ουσιαστικά αποκλεισμένο από τη διανομή... Στην πραγματικότητα, το θεσμικό πλαίσιο που υπάρχει δεν λειτουργεί.

* Σας αποθαρρύνουν όλα αυτά; Ρωτώ γιατί, παρά τις δυσκολίες, η προηγούμενη ταινία σας, η «Αγέλαστος πέτρα», προβλήθηκε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, γνωρίζοντας θερμή ανταπόκριση...

Όχι, δεν το βάζω κάτω. Αισθάνομαι βέβαια ότι η ταινία μου είναι μια «μποτίλια στο πέλαγος», αλλά σίγουρα θα συνεχίσω. Αυτή τη στιγμή δουλεύω ταυτόχρονα δύο ταινίες, μία για τη Ζάκρο, για το μινωικό ανάκτορο της περιοχής (γι' αυτό το θέμα μαζεύω υλικό εδώ και δύο δεκαετίες) και για την Αίγινα. Έχω τους δικούς μου χρόνους στη δουλειά, αλλά σίγουρα θα συνεχίσω.

"Ψηφίδες" για την Αρκαδία

Ο Φίλιππος Κουτσαφτής ξεκίνησε να γυρίζει την ταινία του για την Αρκαδία προτού μπει στο λεξιλόγιό μας η λέξη «κρίση». Ωστόσο, τα στοιχεία (ή έστω πολλά από αυτά) που συγκροτούν το υπόβαθρο της κρίσης υπήρχαν ήδη εκεί, στα εύφορα, αλλά εγκαταλελειμμένα εδάφη, στην ανυπαρξία πολιτικής βούλησης και σχεδιασμού για την ανασυγκρότηση της περιοχής, αλλά και στο μερίδιο προσωπικής ευθύνης των πολιτών της περιοχής, με το κόστος των επιλογών τού παρελθόντος να έρχεται τώρα στο προσκήνιο...

Μια μετανάστρια από την Ανατολική Ευρώπη σε χωριό της Αρκαδίας περνάει μπροστά στον φακό του Κουτσαφτή από το χαμόγελο στο δάκρυ, εξομολογούμενη ότι αυτός ο τόπος μοιάζει με το χωριό των παιδικών της χρόνων... Αλλά η Αρκαδία υπήρξε πάντοτε τόπος μεταναστών, με πορεία αντίστροφη, καθώς το τραχύ τοπίο οδηγούσε τους Αρκάδες μακριά από τον τόπο τους, ήδη από τα αρχαία χρόνια. Οι «μύριοι» του Ξενοφώντα ήταν κατά κύριο λόγο Αρκάδες...

Για τους Αρκάδες ο Δίας γεννήθηκε στην Κρητέα του Λύκαιου όρους (που οι Αρκάδες ονόμαζαν και Όλυμπο) και τον ανέθρεψαν τρεις νύμφες δρυάδες, η Θεισόα, η Νέδα και η Αγνώ. Η καθιέρωση του Δία ως κυρίαρχου θεού και στην Αρκαδία φαίνεται να έγινε από τον γιο τού Πελασγού Λυκάονα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Δίας αποπλάνησε την Καλλιστώ και στη συνέχεια τη μεταμόρφωσε σε αρκούδα και μετέπειτα σε αστερισμό, προκειμένου να την προστατεύσει από την οργή της Ήρας. Ο Αρκάς είναι ο γιος της Άρκτου, λέει η μυθική παράδοση, που υποδηλώνει τον τραχύ χαρακτήρα των κατοίκων αυτής της περιοχής.

«Αρκαδία (...) πλείστην δε χώραν ορεινήν αποτέμνεται» γράφει ο Στράβων. Ο Αριστοτέλης, γράφοντας για την πολιτική συγκρότηση των αρχαίων Ελλήνων, θεωρεί την «κατά κώμας» εγκατάσταση των Αρκάδων ως έμβρυο της πολιτικής ζωής.

Η κάμερα του Κουτσαφτή «αιχμαλωτίζει» εικόνες από το εξαιρετικά επίπονο για τους δρομείς «Σπάρταθλον», φτάνει μέχρι τη Λυσσαρέα της Γορτυνίας, τόπο καταγωγής του σκηνοθέτη της αμερικανικής αβανγκάρντ Γκρέγκορι Μαρκόπουλος, ο οποίος, λίγα χρόνια προτού πεθάνει, έστησε εκεί το ιδιότυπο φεστιβάλ «Τέμενος».

Η Τεγέα, που συγκεντρώνει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του σκηνοθέτη, ιδρύθηκε από τον ομώνυμο ήρωα, γιο του Λυκάονα και εγγονό του Πελασγού, και ήταν η τελευταία έδρα των μυθικών βασιλέων της Αρκαδίας. Γνώρισε μεγάλη ακμή κατά την αρχαιότητα, είχε αρκετές χιλιάδες κατοίκους, λειτουργώντας μάλλον σαν «τράπεζα» (με τον ναό της Αλέας Αθηνάς) για την ευρύτερη περιοχή, επιτρέποντας έτσι στους γείτονες Σπαρτιάτες να παρακάμπτουν τη νομοθεσία της πατρίδας τους για τη μη κατοχή χρηματικών ποσών και πολύτιμων αντικειμένων. Ο ναός της Αλέας Αθηνάς ήταν έργο του Πάριου γλύπτη Σκόπα, του πιο διάσημου καλλιτέχνη της εποχής εκείνης. Εκατό χρόνια μετά τις πρώτες ανασκαφές στην περιοχή από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, ο φακός του Κουτσαφτή συλλαμβάνει μια ομάδα Νορβηγών αρχαιολόγων να αναζητεί πολύ προσεκτικά το χαμένο ιστορικό παρελθόν της Τεγέας.

Η σημερινή Τεγέα είναι γνωστή στην ευρύτερη περιοχή από τη μεγάλη εμποροπανήγυρη που διοργανώνεται τον Δεκαπενταύγουστο. Είναι η μεγαλύτερη στην Πελοπόννησο και κρατά μία εβδομάδα. Έχει προηγηθεί, τον Ιούλιο, στα Λιθοβούνια, η μεγάλη γιορτή του σκόρδου (την πρώτη Κυριακή του Ιουλίου), «μόνο που σκόρδα δεν βλέπουμε εκεί», σχολιάζει ο Κουτσαφτής, ο οποίος ψάχνει και εντοπίζει τους αντίστοιχους καλλιεργητές πάνω στο χωράφι και στο ξεδιάλεγμα.

Η μοναδική «εμφανής» κινηματογραφική αναφορά στο «Αρκαδία χαίρε» είναι κάποια πλάνα λίγων δευτερολέπτων από τον «Καθρέφτη» του Αντρέι Ταρκόφσκι, ενός δημιουργού που φαίνεται να είναι «οδηγός» του Κουτσαφτή στις κινηματογραφικές αναζητήσεις του.

Ο σκηνοθέτης έχει την ικανότητα να αναδεικνύει μια «φτωχή» αλλά ενίοτε σπαραχτική ποίηση μέσα από την πεζή καθημερινότητα. Ο λόγος του είναι προσωπικός, με τη συγκίνηση και το συναίσθημα να συνυπάρχουν με μια σχεδόν φιλοσοφική εγκαρτέρηση... Δανείζεται σπαράγματα από τον Φερνάντο Πεσόα, τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, τον Νικηφόρο Βρεττάκο...

Η ταινία είναι ανάθεση από το Ίδρυμα «Μιχαήλ Στασινόπουλος - Βιοχάλκο», της γνωστής οικογένειας επιχειρηματιών που κατάγεται απ' αυτά τα μέρη.

"Αρκαδία χαίρε"

Κείμενα - φωτογραφία - σκηνοθεσία: Φίλιππος Κουτσαφτής

Μοντάζ - ηχητική μπάντα: Ιωάννα Σπηλιοπούλου

Μουσική: Κωνσταντίνος Βήτα

Κάμερα: Νικόλας Καρανικόλας - Σταμάτης Κούρος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0