Της Πόλυ Κρημνιώτη
"Πότε πια θάρθεις, να τα πούμε όπως άλλοτε, ώρες κι ώρες -όχι πια τούτο το άχαρο, παγερό χαρτί, που μας στράγγιξε όλη μας τη ζωή και κάποτε μας βλέπει και το βλέπουμε εχθρικά- αυτό το χαρτί το καταραμένο κι ευλογημένο, ο καημός μας κι η μεγάλη παρηγόρια μας, η μοναξιά μας κι η συντροφιά μας. Εδώ φτάνουμε τ' άστρα κι εσύ δε θα φτάσεις στην πατρίδα;" αναρωτιέται ο Γιάννης Ρίτσος στην επιστολή του στη Μέλπω Αξιώτη στις 17 Απριλίου 1961. Ανάμεσα στην οδό Α. Παπαναστασίου 56 της Αθήνας, σε μία από τις λίγες ήρεμες περιόδους του ποιητή στο σπίτι του Τάσου και της Μιράντα Φιλιακού, και το Ξενοδοχείο "Johannishof" του Ανατολικού Βερολίνου, στο "καμαράκι" της αναγκαστικής υπερορίας της λογοτέχνιδας, αυτό το "καταραμένο κι ευλογημένο χαρτί" γίνεται μοναδικός κρίκος σύνδεσης ανάμεσά τους και συνάμα το ξόρκι της απουσίας.
"Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά" λοιπόν. Υπ' αυτόν τον τίτλο, κομβικό προκειμένου να αποδώσει όσα η εξ αποστάσεως συνομιλία καταγράφει, και με υπότιτλο "Σπαράγματα αλληλογραφίας" αναμένεται να κυκλοφορήσει από την Άγρα η έκδοση που συγκεντρώνει τα επιστολικά τεκμήρια της περιόδου 1960-1966 ανάμεσα στον Γιάννη Ρίτσο και στη Μέλπω Αξιώτη. Στην έκδοση συγκεντρώνονται για πρώτη φορά όλα τα ευρισκόμενα επιστολικά τεκμήρια από συλλογές και διαφορετικά αρχεία, σχολιασμένα και τεκμηριωμένα από τη Μαίρη Μικέ, καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ, η οποία επιμελείται την έκδοση και υπογράφει την εισαγωγή της, εκτενή και κατατοπιστική προκειμένου ο αναγνώστης να κατανοήσει τα πολιτιστικά και ιδεολογικά συμφραζόμενα των επιστολών σε συνδυασμό με το δημιουργικό έργο των δύο λογοτεχνών.
Εξήντα πέντε επιστολές, καρτ ποστάλ και τηλεγραφήματα θα στείλει ο Ρίτσος από την Αθήνα ή το Καρλόβασι της Σάμου στη φίλη του που βρίσκεται σε αναγκαστική υπερορία από τον Μάρτιο του 1947. Μόλις δεκαοκτώ επιστολές σώζονται από τη μεριά της Μέλπως Αξιώτη, σταλμένες κυρίως από το Ανατολικό Βερολίνο, αλλά και από τη Ρώμη. Γράμματα που εικονογραφούν ανάγλυφα τη γενναιοδωρία, το δόσιμο του Γιάννη Ρίτσου, την έγνοια του για τη φίλη και το έργο της, και από την άλλη το "κούμπωμα" της Μέλπως Αξιώτη, το αποτύπωμα του τραύματος της εξορίας. Επιστολές ανάμεσα σε δύο εμβληματικές μορφές της ελληνικής λογοτεχνίας, που, στην ανάπαυλα της πολιτικής ταραχής της εποχής, συνομιλούν για την ποίηση και τις λέξεις, για την τέχνη και τις εκδοτικές πρακτικές εκείνων των χρόνων, για τη μετάφραση και την απόδοση των κειμένων, για τους ομοτέχνους τους και για τους κριτικούς λογοτεχνίας επίσης. Η αγωνία και η λαχτάρα του Ρίτσου για την επιστροφή της Μέλπως στην πατρίδα και η αφοσίωσή του στην υπόθεση της έκδοσης των βιβλίων της στην Ελλάδα καταγράφονται ανάγλυφα, όπως και η ασφυξία της Μέλπως που αγωνίζεται να ξεφύγει από τη μόνωση. Καταγράφονται τα δίκτυα επαφών που διατηρούν και οι καυγάδες τους επίσης. Για πολιτικά ελάχιστα μιλούν.
"Ενταγμένα στην ιστορική τους εποχή, τα γράμματα αυτά, δεν αποτυπώνουν το χρονικό μιας φιλίας, δεν αποτελούν το απόσταγμα μιας τρυφεράδας, αλλά εμπλουτίζουν τη γνώση μας για το διαμορφούμενο ήθος τής εξορίας". Η Μαίρη Μικέ δίνει ιδιαίτερη έμφαση σ' αυτό ακριβώς: το ήθος τής εξορίας. Και κάνει λόγο για ένα "πάρα πολύ συναρπαστικό ταξίδι γνωριμίας με τους δύο λογοτέχνες" και σε ό,τι αφορά "το έργο τους αλλά και τον τρόπο με τον οποίο περπάτησαν σε δύσκολους καιρούς". Όπως μας λέει, "αυτό που προσπάθησα, πέρα από την καταγραφή, τη μεταγραφή και την έρευνα, ήταν να καταλάβω το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο κινούνταν τα γράμματα αυτά και να τα συνδέσω με το δημιουργικό έργο των δύο, να αποτυπώσω με όσο το δυνατό μεγαλύτερη ενάργεια τους προβληματισμούς που καταθέτουν για την ποίηση, την ποιητική και την τέχνη γενικότερα". Κύριο μέλημα επίσης της επιμελήτριας της έκδοσης είναι να προσκομίσει "καινούργια τεκμήρια για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται ένα ήθος της εξορίας στην περίπτωση της Μέλπως και μ' αυτή την έννοια να αποτυπώσω τις διακυμάνσεις μια διαπροσωπικής σχέσης που περπάτησε ωστόσο πάνω στα δόκανα της Ιστορίας".
Η Αξιώτη ξεκινά την αλληλογραφία τον Απρίλιο του 1960 αναζητώντας έναν συμπαραστάτη - άγγελο, μετρώντας ήδη δεκατρία χρόνια εξόριστη. Γράμματα στα οποία ακόμα και η σιωπή έχει τον δικό της καθοριστικό λόγο: ".... μακάρι η αγάπη να πιανότανε με τα διαστήματα της αλληλογραφίας -μα και οι δυο μας εμείς, ξέρομε πως πιάνεται απ' αλλού- κάποτε φανερώνεται και με τη σιωπή, γιατί δεν μπορεί να μιλήσει" γράφει η Μέλπω στις 22 Οκτωβρίου 1962. Πληθωρικός ο Ρίτσος από την πλευρά του. Ο τρόπος με τον οποίο φροντίζει για και την έκδοση του "Κοντραμπάντο" και της "Καινής Διαθήκης", όπως επίσης και για το βιβλίο "Η κυρία με το σκυλάκι και άλλα διηγήματα" όπου η Αξιώτη μεταφράζει τον Άντον Τσέχωφ και σχολιάζει στην περίφημη εισαγωγή της έκδοσης, ο ενθουσιασμός του για τις "Δύσκολες νύχτες" (απαστράπτον έργο το αποκαλεί), η αγωνία του να ακολουθηθούν οι γλωσσικές, μεταφραστικές, εκδοτικές, εικαστικές οδηγίες της, οι τυπογραφικές του προτιμήσεις, η έγνοια του για τη δημοσίευση κειμένων της στην "Επιθεώρηση Τέχνης", ο τρόπος που τρυφερά προσπαθεί να την πληροφορήσει για κάποια τυπογραφικά λάθη που δεν μπόρεσαν να αποφευχθούν, ο ενθουσιασμός του για την επιτυχία των βιβλίων της, η επιμονή να του στείλει για έκδοση καινούργιο βιβλίο της αναδεικνύουν έναν Ρίτσο "φύλακα άγγελο" της Αξιώτη. Παραπάνω από φανερή, ωστόσο, σ' αυτή την αλληλογραφία γίνεται η βαθιά φιλία και εκτίμηση του ενός προς τον άλλον και οι λεπτές εκείνες γραμμές που συνδέουν τον στοχασμό και τη σκέψη τους.
Μικρό δείγμα αυτής της "συναρπαστικής" αλληλογραφίας, τα αποσπάσματα από τις δύο επιστολές του Ρίτσου και της Αξιώτη που προδημοσιεύει σήμερα η "Αυγή". Εστάλησαν τον Αύγουστο του 1962.
"Αθήνα 30.VII.61
Μέλπω μου, καλή μου, αγαπημένη μου, να σε φιλήσω πρώτα - πρώτα - τι είτανε τούτη η χαρά που με περίμενε, να βρω, γυρίζοντας χτες στην Αθήνα, το 'Φόνο στο Κάστρο', και να πάρω, σήμερα ακριβώς, συνέχεια, το 'Αντίο'! Είναι περίφημα και τα δυο - ιδίως το 'Φόνος στο Κάστρο', - ασύγκριτα ανώτερα απ' τα δυο άλλα μέρη των 'Θαλασσινών' σου που είχα λάβει πριν, την 'Κακωσύνη' και το 'Σκουριασμένο καράβι' - έτσι θαρρώ, αν και έχω αγαπήσει κι αυτά που τα έλαβα στην αρχή. Τι καλό που είναι η ποίηση, τι καλό μάς κάνει, όταν είναι αληθινή ποίηση. Αισθάνομαι πόσο βαθιά ξεκούραστη (σαν κουρασμένη κι ευτυχισμένη από πραγματική πράξη έρωτα) θα νιώθεις τώρα, μ' όλο τον πόνο, τη μοναξιά, το βύθισμα της ζωής και της τέχνης, ύστερα απ' την τρομερή πείρα, τη μεγάλη πράξη και τη θαμβωτική γέννα - μια δικαίωση ζωής, το 'απαραίτητο' της οδύνης, η ερήμωση μιας πλήρωσης και μιας πληρότητας, ο 'ξανακερδισμένος χρόνος' όχι μόνο με τη μνήμη μα και με το έργο. Να σε φιλήσω πάλι, Μέλπω μου. Θάθελα να σου πω πολλά - πολλά - σκέψεις κι αισθήματα και συνειρμούς και προεκτάσεις που μου γέννησαν τα ποιήματά σου. Δε θα τέλειωνα. Θάπρεπε να γράψω ολάκερο βιβλίο, όχι για μια ακριβή εκτίμηση, συγκριτική αξιολόγηση κι ερμηνεία (στο βαθμό του δυνατού) της τελευταίας ποίησής σου, αλλά απλώς και μόνο για μια στοιχειώδη 'έκθεση' της βαθειάς και λαμπρής (στο μαρτύριό της και τη σκοτεινότητά της) εμπειρίας - μια 'έκθεση' των μεγάλων βιωμάτων της φθοράς, της ερημιάς, του χρόνου, της καρτερίας, της διάλυσης και της ανασυγκρότησης της ύπαρξης με την παραδοχή και με την πάλη ταυτόχρονα, με τη συνείδηση και με το βύθισμα, με την εγκατάλειψη και με την ευθύνη, με τον έρωτα και με την τέχνη και μ' ολόκληρο το θάνατο. Χώρια πια τους αλληλοσυσχετισμούς και τις αισθητικές αντανακλάσεις. Δεν θα τέλειωνα...".
"Αγαπητέ μου Γιάννη,
...Το ζήτημα των βιβλίων σου που μου έστειλες - Ναι, δε σούγραψα τίποτα γι' αυτά - Έχεις απόλυτα δίκιο, από τη δική σου πλευρά - Αλλά τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Τι; Ότι είμαι τόσο αστοιχείωτη ώστε να μην ξέρω πώς απαντούν όταν λαβαίνουν βιβλία; Όχι βέβαια - Ότι τόσο δε μου άρεσαν, αλλά και επίσης τίποτα απολύτως το συμβατικό δε θα μπορούσα να βρω να πω σχετικά, και γι' αυτό προτίμησα να μην πω τίποτα; Αποκλείεται και αυτό - Ώστε γιατί δε σούγραψα τίποτα, αφού και τούτο αποκλείεται, και γιατί αποκλείεται; Σου το λέω αμέσως -
Υπάρχει ένας ποιητής και συγγραφέας που γι' αυτόν έχω απεριόριστο θαυμασμό και εκτίμηση, και είμαστε όχι μόνο γνωστοί, αλλά και φίλοι - ο Aragon - Μου χάρισε βιβλία του στο Παρίσι με έξοχες αφιερώσεις, έγραψε για μένα και για βιβλίο μου όπως σπάνια είχε γράψει, μου έστειλε φέτος τη 'Semaine Sainte' που θεωρώ απ' τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του αιώνα μας τουλάχιστον - Ε λοιπόν σε βεβαιώνω ότι ούτε στο Παρίσι επί 4 χρόνια που τον έβλεπα συνεχώς, αφού μου είχε δόσει βιβλία του ή είχε γράψει ή μιλήσει δημόσια για μένα, ούτε στο τελευταίο του που μου έστειλε, με φιλικώτατο γράμμα του, δεν του είπα, ποτέ, μια σκέψη μου για το έργο του - (Μάλιστα μου έτυχε να του πω και 'αναίδειες' χωρίς να τον σοκάρουν, με ήξερε) - Του έλεγα πολλά άλλα, κουβεντιάζοντας, όπου εκεί μέσα θα μπορούσε να μαντέψει και τις σκέψεις που τυχόν θα του έλεγα - Αλλά ποτέ δεν του τις είπα ή έγραψα - Γιατί; Επειδή πολύ εθαύμαζα το έργο του και ήταν πολύ περιττό να του το πω - Έτσι το έκρινα και εξακολουθώ να το νομίζω με βεβαιότητα - Είμαι σίγουρη πως κι εκείνος έτσι το ερμήνευε -
Για σένα σαν ποιητική οντότητα στον ελληνικό χώρο, άρχισα να μιλώ απ' την πρώτη μου στιγμή στη Γαλλία, απ' το 1947, και δεν έπαψα σε κάθε περίσταση που μου έτυχε, σε διαλέξεις, άρθρα κτλ., θυμούμαι μάλιστα την εντύπωση που έκαμε, το 48 ήταν, και οι Γάλλοι φίλοι δεν ήταν ακόμα καθόλου κατατοπισμένοι στα δικά μας, όταν τέλειωνα ένα πολιτικό άρθρο μου με τούτον το στίχο ενός (εξηγούσα) απ' τους μεγαλύτερους σύγχρονους Έλληνες ποιητές; 'France, ma camarade', κτλ. κτλ. Αμέτρητα είναι τα τέτοια ντοκουμέντα μου που θα είχα να σου δείξω - Για το έργο σου δεν παύω να μιλώ στους Έλληνες εδώ που βρισκόμαστε και που δεν είναι τόσο 'κατατοπισμένοι', ή μάλλον είναι κατατοπισμένοι απ' την ανάποδη, όχι μόνο για σας, τους εν Ελλάδι, μα και για μερικούς από μας που είμαστε μαζί τους στην ξενητειά - (Παρενθετικά, σου αναφέρω μόνο τούτο, ίσως σου εξηγήσει πολλά - οι Έλληνες φίλοι επιμελήθηκαν και εξέδοσαν συλλογή σύγχρονων 25, θαρρώ, πεζογράφων στη Μόσχα, όπου δεν έβαλαν την Αξιώτη επειδή δε θεωρούν πως το έργο της γενικά άξιζε να μπει στη συλλογή -)
Με το παράδειγμα Aragon που σου εξηγώ τη σιωπή μου για τα βιβλία σου, ίσως σκεφτείς ότι υπάρχει αντινομία στο ότι σου ζητούσα τη γνώμη σου για το 'Κοντραμπάντο' - Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση δεν είναι αντινομία - Ήταν μια ανάγκη 'φυσιολογική' ενός ανθρώπου που βρίσκεται, στην περιοχή της τέχνης, μέσα σ' ένα πηγάδι, όπου δε φτάνει ο αντίλαλος του κόσμου - εννοώ, ο αντίλαλος ο ελληνικός, και που αφορά το δικό του, το προσωπικό έργο - Και μάλιστα η εικόνα μου είναι επιεικής, γιατί δεν αναφέρει τον αντίλαλο τον κακό...
Μ' όλη την αγάπη μου,
Μέλπω".