Του Λέανδρου Πολενάκη
Οι «Αχαρνής», η παλαιότερη σωζόμενη κωμωδία του Αριστοφάνη, δεν είναι ένα απλό αντιπολεμικό μανιφέστο. Είναι το έργο ενός ανθρώπου που πονάει τη νεαρή Αθηναϊκή Δημοκρατία. Βλέπει πού την οδηγούν οι δημαγωγοί που έχουν κυριαρχήσει στην Εκκλησία του Δήμου, ενώ καραδοκούν οι ολιγαρχικοί, έτοιμοι να την ανατρέψουν. Και προσπαθεί να προλάβει το «κακό» προειδοποιώντας τους συμπολίτες του. Υπέρμαχος μιας αυτάρκους, υγιούς αγροτικής οικονομίας, εχθρός του αναδυόμενου καπιταλισμού / ιμπεριαλισμού, δεν είναι ένας συντηρητικός με την τρέχουσα έννοια του όρου. Είναι ένας ουτοπιστής, που ονειρεύεται την επιστροφή στον «παράδεισο» των πρωταρχικών αξιών, με τα προϊόντα της γης κοινά για όλους.
Η «φαεινή ιδέα» της είναι απλή: ένας αγρότης ονομαζόμενος Δικαιόπολις, αφού μάταια προσπαθεί στην Εκκλησία του Δήμου να πείσει τους Αθηναίους να βάλουν φρένο στα πολεμικά σχέδιά τους... αποφασίζει, διακινδυνεύοντας το κεφάλι του, να συνάψει μόνος του ειρήνη με τον εχθρό, τη Σπάρτη, να σπάσει το «εμπάργκο» που έχει επιβάλει η Αθήνα στα προϊόντα των αντιπάλων της και να ανοίξει τη στερημένη αγορά, πλημμυρίζοντάς την με αγαθά. Πιστεύοντας εύλογα ότι έτσι θα αντιστρέψει ομοιοπαθητικά τη σχέση αιτίου - αιτιατού (η ανεκπλήρωτη ανάγκη γεννά την ακόρεστη επιθυμία, και κατά συνέπεια τη ρήξη), με την υλική βάση (τις μυρωδιές και γεύσεις της αγοράς), να καθορίζει, αντίθετα, το «ορεκτικόν», κατά τον Αριστοτέλη ή την συνείδηση κατά τους συγχρόνους: η επιθυμία (και η φαντασία, μαζί) γεννούν τη δίκαιη ανάγκη, καθαρίζοντας το μολυσμένο απ' τις πολεμικές ιαχές θολό κοινωνικό περιβάλλον. Επειδή το πολιτικό πρόβλημα είναι, παντού και πάντα, ποιoς ορίζει τις ανάγκες του καθενός, με πρώτη την ανάγκη του δίκαιου λόγου... Πώς ο Δικαιόπολις πετυχαίνει τον θεραπευτικό του στόχο και σε ποιο μέτρο η αιώνια και αναλλοίωτη (κατά τον Θουκυδίδη), ανθρώπινη φύση μπορεί να αλλάξει ειρηνικά προς το καλύτερο, μας αφηγείται το έργο, που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεχνάμε ότι είναι μια κωμωδία, με όλες τις υπερβολές του είδους. Μια πολιτική κωμωδία «κουζίνας», με αξία όχι επίκαιρη, αλλά διαχρονική.
Τι από αυτά κατάλαβε η σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα στην Επίδαυρο; Θα απαντήσω απερίφραστα: τίποτα! Είδε το έργο σαν απλό αντιπολεμικό μανιφέστο ευκαιριακής μορφής και έτσι το ανέβασε, «μπολιάζοντάς» το αχρείαστα με στοιχεία συγκαιρινά. Έδωσε π.χ. τον χορό των παλαίμαχων αγροτών Αχαρναίων μαραθωνομάχων, άκαμπτων και σκληρών σαν τις στουρναρόπετρες, που αντιδρούν στο σχέδιο ειρήνευσης του Δικαιόπολι, ως χορό κρανοφόρων της ασφάλειας του καθεστώτος, με στολές από «ροκ» διαστημική όπερα, κάτι σαν τους «κακούς» του «Πολέμου των άστρων». Αυτό ανατίναξε όλη την αρχιτεκτονική του έργου (ποιος κατάλαβε τη σκηνή με τα κάρβουνα;) χωρίς να περνά κανένα μήνυμα. Η σκηνοθεσία δεν έμεινε, δυστυχώς, εκεί. Παραγνώρισε το γεγονός ότι η αρχαία Αθηναϊκη Δημοκρατία δεν ήταν αντιπροσωπευτική, αλλά άμεση. Και αναλώθηκε στην καταγγελία της κακής εκπροσώπησης του δήμου από διεφθαρμένους, «εκλεκτούς του λαού» πολιτικούς, κάτι που μπορεί να εκληφθεί από καλοθελητές ως καταγγελία του δημοκρατικού συλλήβδην πολιτεύματος, ενώ το πράγμα πάει βαθύτερα, φθάνοντας ώς την προσωπική ευθύνη καθενός, όχι μόνο την στιγμή που ρίχνει στην κάλπη τη μυστική του ψήφο, αλλά κάθε φορά που λαμβάνει ανοιχτά τον λόγο στο δημόσιο βήμα, διακινδυνεύοντας, όπως ο Δικαιόπολις, το κεφάλι του. Αναφέρω το παράδειγμα του άγνωστου κατά τα άλλα και αφανούς Διόδωρου, που πέτυχε, με τη συγκλονιστική δημηγορία του, να αντικρούσει τον αδίστακτο, εκδικητικό δημαγωγό Κλέωνα και να ματαιώσει τη σφαγή των Μυτιληναίων.
Συνοψίζω, λέγοντας ότι το ύφος «κόμικ» και η «εκσυγχρονιστική» τακτική δεν ταιριάζει διόλου στον Αριστοφάνη, ενώ τα άφθονα επιθεωρησιακά ευρήματα δεν βοήθησαν την παράσταση να βγει απ' το τέλμα της χρονικότας και να ανοιχθεί στο διηνεκές. Όσο και αν προσπαθούσαν, ο φιλότιμος Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, ο καλός Φάνης Μουρατίδης, ο πολυδύναμος Άρης Σερβετάλης, η αισθησιακή Αγγελική Τρομπούκη κι οι άλλοι ηθοποιοί μέσα στα ηθελημένα κιτσάτα κοστούμια τους (Εύα Νάθενα), με την άσχετη μουσική (Σταύρος Γασπαράτος), τους εκκεντρικούς φωτισμούς (Σάκης Μπιρμπίλης), την πρόχειρη μετάφραση - διασκευή του σκηνοθέτη, το πράγμα δεν «έβγαινε».