Του Λέανδρου Πολενάκη
Το «Είμαστε οι Πέρσες», σε σύλληψη και σκηνοθεσία της Γιολάντας Μαρκοπούλου, με την ομάδα «Station Ahens», μας μιλάει για το τεράστιο μεταναστευτικό πρόβλημα και πρέπει, γι' αυτό, να τη χαιρετήσουμε. Μια παράσταση - ντοκουμέντο με πρωταγωνιστές τους ίδιους τους ήρωες ενός δράματος που παίζεται παγκόσμια, να μας μιλούν ελληνικά, σε πρώτο πρόσωπο, για την Οδυσσεϊκή τους περιπέτεια.
«Οι άνθρωποι αυτοί», αντιγράφω από το πρόγραμμα, «αντιπροσωπεύουν όλους όσοι δεν έχουν τη δυνατότητα να ανέβουν στη σκηνή για να τους ακούσουμε. Μια ξενάγηση - ψηφιδωτό σις μνήμες, στο παρελθόν και στις αγωνίες των μεταναστών για το μέλλον, με πρώτη ύλη ατόφια θράυσματα από τις νωπές ακόμη εμπόλεμες εστίες που εγκατέλειψαν, το γεμάτο κινδύνους ταξίδι τους μέχρι την Ελλάδα, αλλά και τις συνθήκες κράτησής τους στα κελλιά της… Παρεμβάλλοντας τον τραγικό, ποιητικό στίχο των "Περσών" του Αισχύλου». Ανάλογη προσπάθεια ήταν η παράσταση του «Τεχνοδρομώ» με οροθετικούς κρατούμενους που παρακολούθησα πριν δύο χρόνια και έγραψα σχετικά, στις φυλακές Κορυδαλλού, με εμψυχώτρια την ακούραστη ηθοποιό ΄Αννα Χατζηχρήστου.
Είναι, πράγματι, εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο η σκηνοθέτιδα μετέτρεψε τους άπειρους ερασιτέχνες σε ηθοποιούς. Ωστόσο από αυτό το σημείο αρχίζουν οι ενστάσεις μου. Το ξανάγραψα, «πολιτικό θέατρο δεν είναι η μεταμφίεση ενός πολιτικού συνθήματος που έχει από τη φύση του παροδικό χαρακτήρα. Προορισμός ενός τέτοιου θεάτρου είναι να παρουσιάσει το γεγονός του σκηνικού μύθου απογυμνωμένο από τη χρήση της πραγματικότητας. Να μην παρουσιάζει το γεγονός σαν γνωστή είδηση, αλλά να το καθαρίζει από την είδηση».
Κάτι τέτοιο δεν είδα στην παράσταση της κας Μαρκοπούλου, που έμεινε «κολλημένη» σε μια πραγματικότητα, οδυνηρή μεν, αλλά εικονογραφημένη. Επειδή, «το άμεσο πειραματικό θέατρο δεν επιδιώκει να δείξει τις επαγγελματικές ικανότητες των ηθοποιών αλλά την πολυδιάστατη ποικιλία του έργου που γεννιέται κάτω από ένα όραμα συνθέσεως με αναζητητικούς βηματισμούς για να ανελιχθεί από το επί μέρους στο καθολικό ολοκλήρωμα και να μεταδώσει τη χαρά της μιμήσεως» (Τάσος Λιγνάδης). Τα πιο πάνω έγραφα πρόσφατα, με την ευκαιρία μιας λαμπρής διαδραστικής παράστασης, του Δρώμενου «Πλην όμως», στο Κέντρο Νεότητας του Δήμου Χαλανδρίου με την δική μας, ελληνική ακτιβιστική ομάδα του «Θεάτρου του Καταπιεσμένου». Και δεν διστάζω να τα μεταφέρω αυτούσια.
Μια δεύτερη ένσταση είναι ότι το «έργο» της κας Μαρκοπούλου ουδεμία σχέση έχει, ούτε καν ευκαιριακή, με τους «Πέρσες» του Αισχύλου που επικαλείται. Τι σχέση έχουν με τους σημερινούς καραβοτσακισμένους και εξαθλιωμένους πρόσφυγες οι τότε Πέρσες, που είχαν εισβάλει, με την προτροπή των ολιγαρχικών Αθηναίων, για να καταργήσουν τη Δημοκρατία, να επαναγκαταστήσουν την τυραννία και να ακυρώσουν τη σεισάχθεια (σβήσιμο των χρεών) που είχε επιβάλει ο Σόλων; Ας μου εξηγήσει κάποιος, αν μπορεί.
*
Τι είναι τα έργα του Τσέχωφ; Κωμωδίες ή δράματα; Ερώτημα που διατρέχει όχι μόνο το θέατρο αλλά και την πεζογραφία του. Ο Γιάννης Μόσχος σκηνοθετεί μια παράσταση βασισμένη σε μια δική του σύνθεση διηγημάτων του Τσέχωφ (μετάφραση Γιώργου Δεπάστα, κίνηση Ανθής Θεοφιλίδου, μουσική ΄Αγγελου Τριανταφύλλου, σκηνικά - κοστούμια Τίνας Τζόκα, φωτισμοί Αλέκου Αναστασίου, video art Μάνου Αρβανιτάκη).
Όλα τα πιο πάνω συν η καλή δουλειά τεσσάρων δόκιμων ηθοποιών (Αλέξανδρος Μυλωνάς, Μιχάλης Οικονόμου, Εύη Σαουλίδου, Λυδία Φωτοπούλου) συντρέχουν ώστε να απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα, τι είναι τα έργα του Τσέχωφ: μια ενδιάμεση φόρμα, μεταξύ κωμωδίας και δράματος, μια ελαφρά (όχι ανάλαφρη) ποιητική σκευή, όπου το συναίσθημα και η συγκίνηση δεν πλειοδοτούν ούτε μειοδοτούν. Ρέουν σε μετρημένες με ακρίβεια φαρμακοποιού ποσότητες και «στάζουν» αργά απ' την τελευταία συλλαβή κάθε λέξης, λάμποντας σαν πρωινή δροσιά. Αυτός είναι ο αληθινός Τσέχωφ, κι έτσι τον έδωσε ο Γιάννης Μόσχος: με το αινιγματικό χαμόγελο ενός ανθρώπου που έβλεπε κάθε μέρα, ως γιατρός, ως πάσχων και ως μεγάλος ποιητής, την ανθρώπινη κατάσταση κάτω από το πρίσμα της βεβαιότητας του θανάτου, χωρίς να απελπίζεται.