Του Σπύρου Κακουριώτη
"Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες· η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους". Με αυτά τα λόγια αρχίζει το άρθρο 16 του ελληνικού Συντάγματος και αυτά επανέρχονται στον δημόσιο διάλογο κάθε φορά που οι συνταγματικές εγγυήσεις αποδεικνύονται ανίσχυρες να προστατεύσουν την ελευθερία της τέχνης έναντι της εκτελεστικής ή της δικαστικής εξουσίας...
Η λογοκρισία αποτελεί μια εξουσιαστική πρακτική που συνοδεύει την τέχνη από τη γέννησή της, σε όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα, οι ιστορικές και πολιτικές συνθήκες του 20ού αιώνα διαμόρφωσαν έναν μακρύ κατάλογο παραβιάσεων, που δυστυχώς εξακολουθεί να συμπληρώνεται και κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα...
Τελευταία καταχώριση σε αυτόν τον κατάλογο η διακοπή της βιντεοπροβολής των Stills, του Βέλγου Κρις Βέρτογκ, στην πλατεία Κλαυθμώνος, στο πλαίσιο του Fast Forward Festival της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, έπειτα από καταγγελία διερχόμενου ιερέα και παρέμβαση της αστυνομίας.
Πώς όμως οδηγήθηκε ο διοργανωτής στην απόφαση να διακόψει την προβολή; "Η αστυνομία ήρθε στον χώρο της προβολής και κλήθηκε μία συνάδελφος στο τμήμα, όπου ενημερώθηκε ότι θα κινηθεί η διαδικασία του αυτοφώρου", λέει ο εκτελεστικός διευθυντής της Στέγης Χρήστος Καρράς. "Η αστυνομία ζήτησε να διακοπεί η προβολή, χωρίς να έχει τέτοια αρμοδιότητα δίχως εντολή εισαγγελέα, αλλά προκειμένου να μην περάσει τη νύχτα στο κρατητήριο η συνάδελφος και δεδομένου ότι την επομένη κάποιος εισαγγελέας πιθανότατα θα επενέβαινε, πήρα την απόφαση να διακόψουμε την προβολή", μας λέει. Ρωτήσαμε τον Χρ. Καρρά αν αυτό έγινε με σύμφωνη γνώμη του καλλιτέχνη: "Ενημερώθηκε αμέσως και συμφώνησε, φυσικά λυπήθηκε... Το ίδιο είχε συμβεί και στην Ουγγαρία, που φημίζεται κι αυτή για την ανεκτικότητά της!"
Στο ζήτημα της στάσης της αστυνομίας επικεντρώνει την κριτική του και ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που κάνει λόγο για "ένα εξωδικαιικό πλαίσιο που επιβάλλει μια 'ηθική ορθότητα', η οποία ουσιαστικά σημαίνει λογοκρισία" και διευκρινίζει: "Το αστυνομικό όργανο κάνει μια prima facie ερμηνεία. Θα μπορούσε να διαπιστώσει λοιπόν ότι γίνεται προβολή ενός έργου τέχνης στον τοίχο ενός γκαράζ και δεν συντρέχει λόγος για περαιτέρω ενέργειες. Δεν μπορεί η αστυνομία να επιβάλλει τη διακοπή της, όπως ουσιαστικά έκανε. Η όχληση και ο φόβος ενόψει μιας ποινικής δίωξης οδήγησε στην αυτολογοκρισία".
Στο ζήτημα της αυτολογοκρισίας εστιάζουν πολλοί, όπως ο πρώην πρόεδρος της ΕΕΔΑ Δημήτρης Χριστόπουλος με άρθρο του, αλλά και ο υπουργός Πολιτισμού Νίκος Ξυδάκης, ο οποίος είχε βρεθεί μάρτυρας υπεράσπισης του Χρήστου Ιωακειμίδη στην ανάλογη περίπτωση (αυτο)λογοκρισίας στην Outlook του 2003. Αφού τονίσει σε δήλωσή του ότι οι Καρυάτιδες του Βέρτογκ "δεν προσβάλλουν, παρακινούν και αναστατώνουν: μάς θυμίζουν την ανθρώπινη συνθήκη", θυμίζει πως "η δημοκρατία λειτουργεί με σεβασμό προς τη διάκριση των εξουσιών. Η κυβέρνηση δεν πρέπει να παρεμβαίνει στο έργο της δικαιοσύνης". Παράλληλα όμως, σε συζήτηση που είχαμε μαζί του τόνισε πως εδώ "πρόκειται περισσότερο για αυτολογοκρισία παρά για λογοκρισία".
Αυτό παραδέχεται και ο Χρ. Καρράς, λέγοντας: "Αποφασίσαμε να αυτολογοκριθούμε, παρά να περιμένουμε να λογοκριθούμε επίσημα την επόμενη μέρα!" σημειώνοντας πως "η Στέγη διαφέρει από μια ακτιβιστική ομάδα, καθώς, στην περίπτωσή μας, εμπλέκονται υπάλληλοι". Πάντως παραδέχεται πως "θα μπορούσαμε να είχαμε εμπλακεί δικαστικά", ώστε το ειδικό βάρος του οργανισμού να λειτουργήσει υποστηρικτικά στην ελευθερία της τέχνης.
Όπως σημειώνει, "προσδοκούμε να υπάρξει συνέχεια με τη μορφή ενός εμπεριστατωμένου διαλόγου που να εμπλέκει το υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο μπορεί να αδράξει την ευκαιρία ώστε να δούμε με ποιον τρόπο μπορεί να εκσυγχρονιστεί ο νόμος".
Σε αυτό συμφωνεί και ο Κ. Τσιτσελίκης: "Ο νόμος περί ασέμνων είναι παρωχημένος και στην ελληνική πραγματικότητα δεν έχει χρησιμοποιηθεί παρά ελάχιστα. Αυτό από μόνο του αποτελεί πρόβλημα. Απαιτείται μια συζήτηση για το τι θέλουμε να δούμε στη θέση του", διευκρινίζοντας όμως ότι το "έργο τέχνης" εξαιρείται ρητά από τις προβλέψεις ακόμη και αυτού του παρωχημένου νόμου.
Ανήκει όμως στην αρμοδιότητα του νομοθέτη να απαντήσει στο "τρομερό ερώτημα" τι είναι τέχνη; Αν στο παρελθόν κάτι τέτοιο ήταν αμφίβολο, σήμερα είναι αδύνατον. Και επιπλέον άχρηστο...
Σαράντα χρόνια λογοκρισίας...
Μπουζιάνης, Τσαρούχης, Σαπρανίδης, Δεκουλάκος βρίσκονται ανάμεσα στους δεκάδες εικαστικούς καλλιτέχνες που τη μεταπολεμική περίοδο έπεσαν θύματα λογοκρισίας, τα έργα τους απαγορεύτηκαν, σύρθηκαν στα δικαστήρια και κάποιοι στα κρατητήρια. Οι λόγοι που επικαλούνταν οι λογοκριτές σταθερά οι ίδιοι: προσβολή της δημοσίας αιδούς ή της θρησκείας, καθώς και, συνήθως μη ομολογούμενα, πολιτικά κίνητρα. Κι ενώ οι πολιτικές διώξεις σταδιακά υποχωρούν, για να περιοριστούν μετά το 1980 στον προσωπικό χώρο της αυτολογοκρισίας, οι υπόλοιπες περιπτώσεις διώξεων αποτέλεσαν μια σταθερά των 40 χρόνων δημοκρατικής ζωής. Μια περιδιάβαση στις σημαντικότερες περιπτώσεις είναι ενδεικτική:
1975: Περιοδικό Σήμα. Ο εκδότης Ν. Παπαδάκις, η συντακτική επιτροπή (Μ. Μήτρας, Ν. Χατζηδάκη, Γ. Χρυσοβιτσιάνος, Ι. Γαϊτάνος, Δ. Πουλικάκος) και όσοι είχαν δημοσιεύσει στο τεύχος 9 του περιοδικού μηνύονται με βάση τον νόμο περί ασέμνων, με αποτέλεσμα να ασκηθεί δίωξη για κείμενά τους στους Τ. Φαληρέα και Σπ. Μεϊμάρη. Θα αθωωθούν σε δεύτερο βαθμό, δύο χρόνια μετά.
1978: Μαρία Καραβέλα. Η εικαστικός, που το έργο της είχε καταστραφεί από όργανα της χούντας το 1972, στην Γκαλερί Αθηνών Χίλτον, είδε το σενάριο ταινίας της για την Αντίσταση του '40 να απορρίπτεται από την Πρωτοβάθμια Επιτροπή ελέγχου κινηματογραφικών σεναρίων της Γ.Γ. Τύπου και Πληροφοριών, με το αιτιολογικό ότι «αναμοχλεύει τα πολιτικά πάθη» (την ίδια περίοδο, από την ίδια επιτροπή, είχαν επίσης λογοκριθεί οι ταινίες Καγκελόπορτα του Δημήτρη Μακρή και Νέμεσις του Γ. Σταμπουλόπουλου).
1998: Ελευσίνα. Με απόφαση του τότε δημάρχου όχι απλώς αποκαθηλώθηκαν αλλά καταστράφηκαν από συνεργεία του δήμου έργα καλλιτεχνών που θα συμμετείχαν στην έκθεση Μια πόλη μέσα στην πόλη επειδή «προσέβαλλαν την πόλη», με αποτέλεσμα οι καλλιτέχνες να αποσύρουν τα έργα τους και οι υπεύθυνοι της έκθεσης να παραιτηθούν.
1999: Λ. Μπογιαντίεφ. Με διαφορετικά προσχήματα, το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το Δημοτικό Μουσείο Καβάλας και το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Λάρισας απέκλεισαν το έργο Ευρωπαϊκές καρτ-ποστάλ του Βούλγαρου ζωγράφου από την περιοδεύουσα έκθεση «Ανακαλύπτοντας ένα λαό: Σύγχρονη τέχνη στα Βαλκάνια», καθώς απεικόνιζε με «ασάφεια» τα κρατικά σύνορα των Βαλκανίων.
2003: Outlook. Έπειτα από πολιτικές πιέσεις και απειλές, το Δ.Σ. της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας και ο διευθυντής της έκθεσης Outlook Χρ. Ιωακειμίδης αποφάσισαν την αποκαθήλωση του έργου του Τιερί ντε Κορντιέ Asperges me, που θεωρήθηκε από την Εκκλησία προσβλητικό για τη θρησκεία, επικαλούμενη την προστασία της έκθεσης. Αυτό δεν προφύλαξε τον επιμελητή από τη δικαστική δίωξη, όπου αθωώθηκε, δύο χρόνια μετά.
2007: Art-Athina. Έπειτα από καταγγελία πολιτευτή του ΛΑΟΣ, η αστυνομία κατέσχεσε το έργο της σκηνοθέτιδας Εύας Στεφανή Εθνικός ύμνος, για λόγους «προσβολής δημοσίας αιδούς και εθνικών συμβόλων» και συνέλαβε το γενικό διευθυντή της έκθεσης Μιχάλη Αργυρού. Σε απάντηση, 70 καλλιτέχνες συμμετείχαν σε «αντιέκθεση διαμαρτυρίας», όπου συμπεριλήφθηκε ο Εθνικός ύμνος, συνυπογράφοντας όλα τα έργα.