Οι αδελφοί Κωνσταντίνος και Ματθαίος Τσαχουρίδης γεννήθηκαν στη Βέροια και ασχολήθηκαν με την -παραδοσιακή, δηλαδή ποντιακή, όπως και η καταγωγή τους- μουσική από πολύ μικροί, ο πρώτος τραγουδώντας και ο δεύτερος παίζοντας ποντιακή λύρα. Αμφότεροι όμως έκαναν στη συνέχεια εντυπωσιακά ολοκληρωμένες μουσικές σπουδές στην Αγγλία, με διδακτορικά (!) μάλιστα σε αντικείμενα μουσικολογίας.
Όσον αφορά στο πρακτικό σκέλος των σπουδών τους, ο μεν Κωνσταντίνος αποφοίτησε ως ολοκληρωμένος κλασικός ερμηνευτής (τενόρος συγκεκριμένα) και πιανίστας και ο Ματθαίος ως βιρτουόζος όχι μόνο πλέον της ποντιακής λύρας (αν και αυτή παραμένει το κύριο όργανό του), αλλά ενός απροσδόκητα μεγάλου αριθμού εγχόρδων οργάνων με δοξάρι αλλά και νυκτών.
Η πορεία τους στη συνέχεια περιλαμβάνει πολλές εκλεκτές συνεργασίες καθενός χωριστά ή και από κοινού, αλλά και αρκετές μεταξύ τους συμπράξεις. Μια από τις τελευταίες είναι και η συναυλία με τίτλο «Ψυχή και σώμα» που θα πραγματοποιηθεί σήμερα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με ρεπερτόριο, το οποίο εκκινεί από παραδοσιακά και λαϊκά μας τραγούδια και φτάνει μέχρι έργα κλασικών συνθετών και με τη συνοδεία δεκαπενταμελούς συνόλου που αποτελείται από παραδοσιακά, κλασικά / ακουστικά, αλλά ακόμα και ηλεκτρικά όργανα.
Οι αδελφοί Τσαχουρίδη μάς μίλησαν γι' αυτήν αλλά και για την επιτυχημένη συνεχή προσπάθειά τους να ισορροπούν ανάμεσα στο βιωματικό (σώμα) και το πνευματικό (ψυχή) στοιχείο...
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
-Μπορεί μεν «η μουσική να μην έχει σύνορα» αλλά κάπου ανήκει κάθε μουσικός, έτσι δεν είναι; Πού ανήκετε λοιπόν εσείς και ειδικά ο Κωνσταντίνος ως τενόρος, στην κλασική, την παραδοσιακή, την world, κάποιαν άλλη μουσική;
-Όντως η μουσική ως τέχνη του ήχου δεν έχει σύνορα και, βέβαια, ο κάθε εκτελεστής έχει το δικό του fach. Προσωπικά το «φωνητικό» μου κορμί δονείται στην ιταλική όπερα και η καρδιά μου χτυπάει στην Ανατολή. Κατατάσσω τον εαυτό μου στους Έλληνες τραγουδιστές οι οποίοι, αν και δυτικοευρωπαϊκά μεγαλωμένοι, πάντα δέχονται την ανατολή ως κάτι δικό τους, πόσο μάλλον όταν ακούς ποντιακή μουσική από τα γεννοφάσκια σου. Ίσως ένας «εναλλακτικός» «world music» τενόρος θα έλεγα…
-Θα ήταν δυνατό να κάνετε μιαν ανάλογη παράσταση καθένας μόνος του ή σε τέτοιες περιπτώσεις δουλεύετε πάντα μαζί;
-Προφανώς καθένας μας διαθέτει τη δική του μουσική προσωπικότητα και είναι έτοιμος να υποστηρίξει (και υποστηρίζει με μεμονωμένες εμφανίσεις) το δικό του ανάλογο ή παραπλήσιο ρεπερτόριο σε σχέση με αυτό που θα παρουσιαστεί στο Μέγαρο στις 9 Μαΐου. Ωστόσο η βιωματική μας σχέση αντανακλά και την ανάλογη μουσική μας η οποία παρουσιάζει αυτή την ιδιαιτερότητα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ξέρεις κάποιες φορές το αμάλγαμα είναι όμορφο όταν προέρχεται από αληθινή αγάπη και όχι από...προξενιό!
-Πόσο έχει συμβάλλει στην μέχρι τώρα πορεία σας ο Μίμης Πλέσσας;
-Ήταν ο άνθρωπος που μας «αγκάλιασε» από την πρώτη στιγμή κατά την οποία συναντηθήκαμε (τυχαία στο Ηρώδειο ως θεατές) και βέβαια μας έδωσε την ευκαιρία να ανακαλύψουμε πολλές «λόγιες» ομορφιές του τόπου μας. Μαζί παρουσιάσαμε, σε πρώτη παγκόσμια, το ορατόριο «Απόστολος. Παύλος: Το Σκεύος Της Εκλογής» και άλλα έργα όπως «Άγιες Μνήμες», «Κοσμάς ο Αιτωλός» καθώς και το soundtrack της πολυβραβευμένης σειράς «Τα Παιδιά Της Νιόβης», Δεν μπορούμε βέβαια να μην αναφέρουμε και την αγάπη του για τους νέους ανθρώπους και την «αιώνια εφηβεία» του που ξεπερνά το προσδόκιμο όριο της ανθρώπινης αντοχής…
-Τι σας έκανε να πραγματοποιήσετε αυτή την συναυλία, αναλαμβάνοντας μάλιστα οι ίδιοι την ευθύνη (και υποθέτω και ένα τουλάχιστον μέρος του κόστους) της παραγωγής της;
-Το πάθος μας για την όσο καλύτερη και άξια αντιπροσώπευση της μουσικής που υπηρετούμε. Αυτό το πάθος που «τσιγκλάει» τον κάθε άνθρωπο που ασχολείται με την τέχνη και του δίνει την απαραίτητη ενέργεια, δύναμη και κουράγιο να «αντέξει» τα τεχνοκρατικά ζητήματα της παρουσίασης της και έτσι να «ισοσκελίσει» τα αισθήματά του με τις ανάγκες του. Πάντα προσπαθούμε να επιβλέπουμε τις παραγωγές μας προκειμένου να φτάσουμε στο επιθυμητό και εφικτό σημείο παρουσίασης. Όσον αφορά στο κόστος το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι «ξοδεύουμε» πιο πολλά από αυτό που εισπράττουμε, είτε αυτό μεταφράζεται σε κόπο, χρήμα, χρόνο, ενέργεια, κούραση ή οτιδήποτε άλλο.
-Το ζήτημα της γενοκτονίας των Ποντίων έχει πολύ μεγάλη σημασία για εσάς, έτσι δεν είναι; Δεν σας ενοχλεί καθόλου το γεγονός της εκμετάλλευσης της από εθνικιστικούς/ακροδεξιούς ή ακόμα και καθαρά φασιστικούς κύκλους;
-Δεν μπορεί να χωρέσει ο νους μας το ότι μια ανθρωπιστική κρίση μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης! Μεγαλώσαμε με έναν παππού που έφτασε με καράβι στην Καλαμαριά από το Βατούμ όταν ήταν τεσσάρων ετών μόνο με την μητέρα του και αφήνοντας πίσω τους δικούς του τους οποίους ποτέ δεν ξαναείδε! Οι μνήμες είναι ακόμα ζωντανές γιατί, ας μην το ξεχνάμε, η δύναμη της προφορικής παράδοσης είναι αυτή που έσωσε τον Όμηρο, δεν θα διασώσει τα γεγονότα που έγιναν πριν ογδόντα χρόνια; Προφανώς και μας ενοχλεί η άθλια εκμετάλλευση, όπως επίσης μας ενοχλεί και η άθλια συγκάλυψη!
-Πώς «συνομιλεί» αυτό που κάνετε, ειδικά τα δικά σας τραγούδια, με συνθέτες της κλασικής μουσικής όπως ο Πουτσίνι και ο Τσαϊκόφσκι;
-Η εκτέλεση και η ενορχηστρωτική μας άποψη είναι τα εργαλεία που μας δίνουν τη δυνατότητα να αγγίξουμε συνθέσεις του δυτικοευρωπαϊκού κλασικού ρεπερτορίου και να τις προσαρμόζουμε στον δικό μας ήχο δημιουργώντας μια συνομιλία, έναν «διάλογο» π. χ. μιας παραδοσιακής και μιας οπερετικής μελωδίας ή μιας ποντιακής και μιας ηπειρώτικης μελωδίας. Τα δικά μας τραγούδια (με ελληνικό στίχο) προφανώς δεν συνομιλούν με τους κλασικούς συνθέτες αλλά συνιστούν μιαν άποψη για το πως ο σύγχρονος ελληνικός ήχος μπορεί να έχει στοιχεία ethnic, pop και κλασικά. Ωστόσο πρέπει να αναφέρουμε ότι υπάρχουν δικές μας συνθέσεις που εμπνέονται από την κινηματογραφική μουσική και δείγμα τους θα παρουσιαστεί στο ΜΜΑ σήμερα.
-Υπάρχει κάποιος άλλος λόγος, πλην και της δικής του ποντιακής καταγωγής, που εντάξατε στην παράσταση και τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη;
-Η βιωματική μνήμη είναι ένα πολύ δυνατό στοιχείο στην μουσική και ο Καζαντζίδης αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Η ποντιακή του καταγωγή δεν έπαιξε κάποιον ρόλο στην επιλογή μας...Πέραν όμως τούτου θα θέλαμε να ξεδιαλύνουμε και μια σύγχυση που υπάρχει μεταξύ λαϊκού, παραδοσιακού και κλασικού ιδιώματος. Και αυτό είναι καλύτερα να γίνει από τα χείλη ενός μεγάλου ανθρωπολόγου, του John Blacking, ο οποίος υποστήριζε ότι η μουσική μέθεξη δεν είναι ζήτημα συνθετικής ή εκτελεστικής πολυπλοκότητας, «ούτε οι δημιουργοί της «έντεχνης» μουσικής είναι από την φύση τους πιο ευαίσθητοί ή πιο έξυπνοι από ότι οι «λαϊκοί» μουσικοί». Άρα δεν πρέπει να συγχέουμε την ποσότητα με την ποιότητα γιατί πολύ απλά η ποιότητα συναντάται ακόμη και σε τρεις νότες και η κάκιστη ποιότητα ακόμη και στις πιο πολύπλοκες συνθέσεις (και βέβαια το αντίστροφο). Θέλουμε λοιπόν να τονίσουμε ότι με την ίδια σοβαρότητα που αντιμετωπίζουμε έναν κλασικό ερμηνευτή ή συνθέτη αντιμετωπίζουμε και έναν ανώνυμο συνθέτη μιας παραδοσιακής μελωδίας ή έναν λαϊκό ερμηνευτή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση «πέλαγο η φωνή του Καζαντζίδη…» που λέει και το τραγούδι!
-Με ποια κριτήρια έγινε η επιλογή της μορφής του οργανικού συνόλου που θα σας συνοδεύει; Και τι θα είχατε να πείτε σε κάποιον που ίσως να σας καταλόγιζε ότι με αυτήν αυθαιρετείτε, ακόμα και δεν σέβεστε όσο θα έπρεπε την παράδοση;
-Η επιλογή έγινε καθαρά με μουσικούς όρους, έτσι ώστε να υπογραμμίσουμε τις ευαισθησίες κάθε μελωδίας αλλά και κάθε ενορχηστρωτικής ιδέας. Όσον αφορά στην παράδοση και την διατήρησή ή νόθευσή της θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι, πέραν από τη συντηρητική επικρατούσα άποψη για το τι εστί παράδοση, η παράσταση «Ψυχή Και Σώμα» πολύ απλά δεν είναι μια συναυλία παραδοσιακής μουσικής, χρησιμοποιεί την ποντιακή λύρα ως ένα ακόμα όργανο και αναδεικνύει τις απεριόριστες δυνατότητές του. Βέβαια η ερώτηση σου έχει και μια φυσική προέκταση, τι είναι παράδοση; ποιος την ορίζει; ποιος την κρίνει; Μήπως αυτά που σήμερα θεωρούνται παράδοση κάποτε ήταν οι νέες συνθέσεις της τότε εποχής; Βλέπεις άποψη μπορεί να έχει ο καθένας μας αλλά γνώμη όχι γιατί πολύ απλά η γνώμη προϋποθέτει και γνώση. Όπως και να έχει πρόκειται για ένα αληθινά πολύπλοκο θέμα το οποίο πρέπει να αντιμετωπίζεται πάντα με σοβαρότητα και ακαδημαϊκή σκέψη...
-Τελικά ο ένας από τους δυο σας είναι περισσότερο το...σώμα και ο άλλος η ψυχή (!) ή αμφότεροι είστε εξίσου και τα δύο;
-Πραγματικά δεν έχουμε βρει την απάντηση, σίγουρα είμαστε συμπληρωματικά δοχεία όπου το νερό τη μια πηγαίνει προς τα εδώ και την άλλη προς τα εκεί! Ίσως το κοινό έχει καλύτερο ένστικτο σε αυτές τις περιπτώσεις…
-Και τα σχέδια σας μετά από αυτή την παράσταση;
-Υπάρχει ένας προγραμματισμός πολλών παραστάσεων που φτάνει μέχρι και τις 17 και 22 Οκτωβρίου, αντίστοιχα στη Στοκχόλμη και στο Λονδίνο και βέβαια με πολλές «στάσεις» εντός συνόρων, από την Κρήτη ως τον Έβρο.
Όντως λοιπόν οι αδελφοί Τσαχουρίδη κάνουν μια μουσική που, τόσο στην «ψυχή» όσο και στο «σώμα» της, είναι αμιγέστατα και μόνο και κυριολεκτικά στην ολοκληρία της ελληνική...